Πέμπτη 3 Απριλίου 2025

Ο μέρμηγκας και ο τζίτζικας

 Ο μέρμηγκας και ο τζίτζικας

Αχ... Αχ... Αλίμονο και τρεις αλίμονο σε όλους μας, αλλά σε μένα περισσότερουλι από όλους τους άλλους....
Ο παππούς με το ένα χέρι έσουρνε μια παλιά καρέκλα, με το άλλο την μαγκούρα και κάθε ένα βηματάκι σταμάταγε, έπιανε το πηγούνι του, έτριβε το μέτωπό του, κατάκοπος, βαριεστημένος, από τα πολλά τα βάσανα της ζωής του...
Αγάλια -αγάλια σούρνοντας τα βήματα του έφτασε...
Πού; ...
Έφτασε στον ίσκιο της λεμονιάς που ήταν στην αυλή...
Σήκωσε το κεφάλι του και κοίταξε την λεμονιά.
Είδε και είχε δέσει πολλά μικρά λεμόνια...
Έκανε το σταυρό του.
Δοξασμένος ο Θεός!...
Όλα τα καλά,όλα τα προφαντά, απλόχερα μας τα δίνει...
Αλλά υπάρχει αχαριστία...
Αχορτασιά- αχορτασιά...
Όσο περισσότερο τρώνε και κλέβουν τόσο περισσότερα θέλουν....
Κλέβουν - κλέβουν... τρώνε -τρώνε... τα σαβουρώνουν τα λεφτά τα καπιτάλια τα βγάζουν έξω μακρυά...
Και εδώ, πως θα γίνει προκοπή;...
Είναι ανθρώπινη συμπεριφορά αυτή;...
Όχι...
Και που θα το βγάλει η άκρη;...
Ποιος ξέρει;...

Έβαλε την παλιά καρέκλα ο παππούς στον ίσκιο, την κούνησε και κατάλαβε πως καλά ήταν στερεωμένη...
Εκεί όρθιος, τρεκλίζοντας, μονολογούσε και έλεγε:
-Καλά στερέωσες την καθίγκλα Προκόπη;...
Κοίτα καλά καημένε μου, μη σε βρει καμιά συμφορά μεγάλη και τότε τι θα σου φταίνε οι άλλοι;
Τότε αλίμονό σου και αλίμονό τους, θα τους βρούνε τα μεγαλύτερα βάσανα και ντέρτια...
Δεν τους φτάνουν τα δικά τους θα έχουνε και τα δικά σου από πάνω, χωρίς διάφορο κανένα.
Εσύ Προκόπη, απρόκοπε, ξάπλα θα είσαι και κάτω αλφαδιασμένος, οι άλλοι θα τραβιούνται...
Και θα τραβάει -θα τραβάει να βγει η ψυχή σου και εκείνη δεν θα βγαίνει...
Λες πως θα έχεις κάνει τους φόνους, τα αμαρτήματα τα πολλά, τις άνομες τις πράξεις τις πολλές, τόσες πολλές, σαν της θάλασσας την άμμο, που λογαριασμό δεν έχουν....
Συγχώρεση δεν παίρνουν...
Λες και έκλεψες την μπουκιά, το ψωμί, από των ορφανών παιδιών το στόμα....

Και οι άλλοι γιατί να τραβιούνται;..Και να πληρώνουν για σένα τζερεμέδες;...
Τότε Προκόπη θα κάνουν όλοι τους τάματα στους δώδεκα Αποστόλους και θα παρακαλούνται....
Ο καθένας τους για το σκοπό του και για λογαριασμό δικό του;....
Και μη νομίζεις από συμπόνοια και αγάπη...
Μη νομίζεις πως υπάρχει το φιλότιμο, η ανθρωπιά η τότε...
Και γιατί;...
Μήπως θα τους αφήσεις την μεγάλη την κληρονομιά, τα καπιτάλια να ξοδέψουν από αυτά για να σε κουμανταρίζουν, να σε περιποιούνται;
Μήπως θα τους αφήσεις μπόλικα φλουριά και να τους μείνουνε και κάτι για να σε θυμούνται ;...
Για να σου ανάβουν το κερί, να σου καίνε λίγο λιβάνι;....
Δεν τους αφήνεις τίποτα.... Στην άκρη...
Και να θέλεις Προκόπη, τώρα δεν έχεις...
Θέλεις Προκόπη να σου βάζουν λιβάνια και κεριά, να σου κάνουν φάρμακα και γιατροσόφια;....
Είναι καιρός για τέτοια;...Για τέτοιες πολυτέλειες;..
Πρόσεχε Προκόπη, πρόσεχε, μη τους βάζεις σε μπελάδες, μη τους ρίχνεις την θηλιά...
Μη τους βάζεις να πληρώνουν για σένα χαράτσια .

Αν πάθεις Προκόπη τέτοια ζημιά και από την καρέκλα πέσεις, την δουλίτσα αυτή να την κάνεις καλά, να μη την αφήσεις στην μέση...
Τα ακούς Προκόπη, τα ακούς;...
Να την κάνεις καλά...
Να τι λένε τα σημαντήρια...( μηνύματα)
Που τότε θα χτυπήσουν και θα το λένε όλα τα σήμαντρα και οι καμπάνες....
- Εδ εκεί που θα πέσεις , εκεί να σου γίνει το πανηγύρι, τούμπανο να γίνεις , μη παίρνεις άλλο κόσμο στο λαιμό σου...

Ο παππούς αυτά συλλογιζόταν, τα περασμένα βάσανα που πέρασαν και τα ξέρει και τα τώρα, τα σημερινά που τα βλέπει, τα αυριανά, που έρχονται και δεν τα ξέρει....
Και στο Θεό προσεύχεται και σε όλους τους Αγίους, να είναι το τέλος του γρήγορο, ούτε μια ημέρα να μην είναι στο σιχαμερό κρεββάτι..

Κατάκοπος σωριάστηκε ο παππούς με τους συλλογισμούς του, τους βαρύς, τους τρανούς, στην γερασμένη παλιά καρέκλα και σαν μικρό παιδάκι, με αναφιλητά άρχισε να κλαίει....
Κλαίει- κλαίει ο παππούς, χωρίς για αυτά να φταίει....
Τα βάσανά του με δάκρυα να ξεπλύνει, και προσπαθεί, να του αλαφρώσει ο πόνος....
Τα δάκρυα του παππού, την μάνα Γη ποτίζουν και το μερμήγκι το βαριά φορτωμένο που περνά, μέσα στην κάψα του καλοκαιριού, δροσίζουν...
Βλέπει ο παππούς το μερμηγκάκι που αγωνίζεται το φορτίο που είναι πέντε φορές μεγαλύτερο από το βάρος του,το μπόι του, για προκοπή να κουβαλήσει, θυμάται τα δικά του, που πονάνε.
Θυμήθηκε πιότερο τον αγώνα του για προκοπή και τα δάκρυα του βρύση πάνε...
-Κακόμοιρο μερμηγκάκι, να είναι ο δρόμο σου καλός και στην φωλιά σου γρήγορα να φτάσεις, για την προκοπή ολημερίς και εσύ πασκίζεις....
Έτσι πάσκιζα και εγώ και προκοπή έκανα καλή και Δόξαζα τον Θεό που θα είχα εξασφαλισμένα καλά, ξεκούραστα, γεράματα....
Αλλά -αλλά που είναι τα;..
Όλο στον άμμο τώρα μου φαίνεται πως έχτιζα, σαν σε ανεμοστρόβιλος ήρθανε οι άλλοι και όλα μου τα αρπάξανε,τις οικονομίες μου, τις αποταμιεύσεις μου, τις προκοπές μου...
Τα βούτηξαν, τα άρπαξαν τα πήραν, τα έκλεψαν, χαθήκανε και πάνε...
Και πίσω δεν τα γυρνάνε...
Τώρα που γέρασα μου την πέσανε οι λήσταρχοι και μου χαλάσαν την προκοπή και την καλή σειρά μου..
Χωρίς αλίμονο, αντίσταση καμία...
Μου άρπαξαν τις οικονομίες, μου βάλανε τα χαράτσια, μου έκοψαν την σύνταξή μου, και μου έσπασαν στην μέση (την βακτηρία )την μαγκούρα της ζωής μου.
Και που θα ακουμπήσω (θα στηριχθώ) τώρα;;;...
Που ήρθα η κακιά η ώρα;...
Μήπως την μαγκούρα μου, δεν την είχα φτιάξει καλή και μόνη της τσακίστηκε;;....
Καλή και στέρεη ήτανε μια ολάκερη ζωή την έφιαγνα με αποταμίευση, με οικονομία και την περιποιόμουνα και ήρθανε αυτοί και μου την πήρανε την καλή και μου παράτησαν την τσακισμένη....
Σήκω γέρο μου είπανε και πορέψου (βολέψου) τώρα με την τσακισμένη την μαγκούρα και αν βγάλεις και άχνα (μιλιά) μου είπαν, στην παίρνουμε και εκείνη...
Τι δεν έκανα καλά και φταίω;
Και τώρα με αφήσανε γέρο, ανήμπορος, νηστικός και διψασμένος, ξερός σύξυλος και μαραμένος για να κοιτάω, κατάματα, το ήλιο...

Στα εγγόνια μου, παιδάκια είναι, καλούδια και λεφτά δεν έχω πια να τα πλανέψω, για να με πλησιάσουν, να με αγαπάνε, το χέρι τους, στην ανάγκη μου, να μου δώσουν.
Κλάψε Προκόπη κλάψε, με το κατάντημα σου...
Τίποτα τώρα δεν σε σώζει...
Μόνο παρακαλέσου στον Θεό και στους Αρχαγγέλους, γρήγορα να έρθουν να σε πάρουν όρθιο....

Και ξάφνου ήρθε ένας τζίτζικας και θαρρετά ανέμελα κάθισε στης λεμονιάς κλωνάρι....
Ο τζίτζικας επάνω στην λεμονιά ανέμελα λαλεί και κελαηδάει χαρούμενα τραγούδια!...
Χαίρεται ο τζίτζικας το έρωτα, την Φύση!...
Κοντά στον ένα έρχεται και άλλος, γίνανε δύο και ο παππούς αλίμονο μονάχος...
Σε λίγο ήρθανε και άλλοι, έγιναν πολλοί και έγινε καταμεσήμερο, μελωδική συναυλία μεγάλη...
Εκεί του τραγουδούσαν του παππού μελωδικά ερωτικά τραγούδια, τα βάσανα, τα ντέρτια, τους καημούς, για να του διώξουν....
Όμως τα βάσανα και οι καημοί δεν φύγανε, δεν φεύγουν, είναι βαθιά μέσα στην καρδιά και στο νου του ριζωμένα.

Τρεχάτο, χαρούμενο, έρχεται το εγγόνι του που έχει το όνομά του, πίσω του έρχεται το άλλο και πάρα πίσω έρχεται και το άλλο, το κούτσικο μπουσουλώντας ....
Έφτασε το εγγόνι το μεγάλο, αγκάλιασε το παππού και λεφτά θαρρετά του ζητάει....
Και εκείνος κάνει πως δεν ακούει...
Βγάζει ο παππούς από την τσέπη του γιλέκου του ένα σύκο το δίνει ολάκερα στον εγγόνι το μεγάλο.
Βγάζει και ένα άλλο τον κόβει ψιχαλάκια και το δίνει από λίγο - λίγο στα άλλα δύο τα κούτσικα (τα μικρότερα) εγγονάκια, να γλυκαθεί ο λαιμός τους....

Μα το μεγάλο εγγόνι επίμονα, το θέλημα ( λεφτά) γυρεύει...
-Έλα παππού άνοιξε το πουγγί και ξηλώσου, για να αγοράσω τα τετράδια και τα μολύβια τα γράμματα να μάθω....
Ο παππούς ανοίγει το πουγκί και βγάζει ένα τάλιρο, που το είχε φυλαγμένο για την μεγάλη ανάγκη και του το δίνει...
-Πάρε το του λέει και να έχεις την ευχή μου και γράμματα πολλά να μάθεις να γίνεις καλός άνθρωπος, χρήσιμος, στον εαυτό σου και στην κοινωνία...
Ο εγγονός του κοντοστέκεται και του λέει:
-Αυτά παππού δεν φτάνουνε ούτε για ένα τετράδιο και ένα μολύβι....
Φαρμακερή μαχαιριά μέσα στην καρδιά του δίνει...
Μέσα στα φυλοκάρδια...
Για το μολύβι, για τα τετράδια...
-Πάρε παιδάκι μου αυτά και όταν τελειώσουν αυτά, θα δούμε τι θα γίνει...
Τώρα δεν έχω άλλα να σου δώσω....
Τι να σου δώσω;...
Να βγάλω την ψυχή μου να σου την δώσω;...
Και αυτή να βγάλω να σου την δώσω ....
Δεν γίνεται τίποτα...
Μα αυτή λεφτά δεν έχει...
Δεν σου δίνει....
"Ου λάβεις παρά του μη έχοντος.."
Αχ πώς με κατάντησαν, αχ!....
Αχ πως με κατάντησαν να μην έχω να δώσω να πάρουνε τα εγγόνια μου τετράδια και μολύβια να μάθουν γράμματα να ξεστραβωθούν, να γίνουνε άνθρωποι χρήσιμοι στην κοινωνία...
Θα μείνουνε στραβά, στειλιάρια απελέκητα...
"Άνθρωπος αγράμματος ξύλο απελέκητο"
Αλλά μήπως αυτό βολεύει τους τρανούς, τους Κηφήνες, να έχουν να κυβερνάνε ανθρώπους αγράμματους, να τους εκμεταλλεύονται, να μη ξέρουν πούθε τους πάνε;...

Τον βλέπει το εγγόνι το μεγαλύτερο που έχει λιγάκι μυαλό και γνώση πάρα πάνω, σκύβει τον φιλάει και το ρωτάει:
-Τι έχεις παππουλάκι μου που είσαι δακρυσμένος και τώρα που ήρθα και σου ζήτησα λεφτά τα μάτια σου κλαίνε περισσότερο;..
Τα δάκρυα σου, σαν βρύση πάνε...
Μήπως σε στενοχώρησα που σου ζήτησα λεφτά και μου έδωσες το τάλιρο και τα ματάκια σου κλαίνε;..
Αν σε στενοχώρησα χωρίς να το θέλω, να, σου δίνω πίσω το τάλιρο, εγώ δεν θέλω να είσαι στενοχωρημένος....
Να παππούλη, να, πάρε το..Διπλό καημό του έβαλε που το εγγόνι του το τάλιρο πίσω του δίνει...
Η στεναχώρια, κόμπος του δέθηκε στο λαιμό και δεν τον αφήνει...
Και με σιγανή βραχνή φωνή του λέει:
-Όχι παιδάκι μου, όχι... Δεν είμαι γιαυτό στενοχωρημένος, με την χαρά και με χίλιες ευχές σου το δίνω, να είσαι προκομμένος και στην ζωή σου ευτυχισμένος.
"Χώμα να πιάνεις, ψωμί, χρυσάφι, και μάλαμα να γίνεται..".
"Να έχεις πάντα την υγειά σου και πάντα από ψωμάκι και νερό να είσαι χορτασμένος, ποτέ σου να μην σου λείψει, ποτέ να μην είσαι πεινασμένος"
Τώρα παιδάκι μου είσαι λίγο παιδί μεγαλωμένο, πηγαίνεις στο σχολείο και γράμματα μαθαίνεις... Θέλεις να μου κάνεις λίγο παρέα να κουβεντιάσουμε για να σου ειπώ κουβέντες μεστωμένες, μυαλωμένες, ωφέλιμες, τώρα που είμαι στην ζωή, για να τις θυμάσαι από τον παππού σου.
Μεθαύριο, αργότερα, αν τα αφήσω για να σου τα ειπώ, δεν ξέρω αν θα υπάρχω...
Θα φύγω.... Θα φύγω...
-Και που θα πας παππού, που όλο βιαστικός είσαι...
-Εκεί που πρέπει παιδάκι μου....
-Που πρέπει παππού;...Πού;...
Που σου έχουνε καλύτερο από εδώ ετοιμάσει στρώμα για να πλαγιάσεις και πολυθρόνα για να κάτσεις;....
Κάτσε παππού μη φύγεις...
-Εκεί παιδάκι μου που γυρισμό δεν έχει....
-Που παππού πού;...
-Εκεί ψηλά στον Ουρανό, που ανατέλλει την αυγούλα ο ήλιος και μας φωτίζει και το βράδυ βγαίνει το φεγγάρι με τα αστέρια...
Εκεί ψηλά πηγαίνουν όλοι οι άνθρωποι, όταν ο Θεός τους καλέσει, τους φωνάξει να πεθάνουν εκεί πα ει και κάθεται η ψυχή του ανθρώπου...

Αλλά τώρα για άλλα θα μιλήσουμε για αυτά που βλέπουμε και γίνονται εδώ κοντά μας....
Θέλεις, ή, δεν θέλεις;....
Μήπως τώρα θέλεις να πας να παίξεις και τα λέμε αυτά άλλη ώρα;...
-Όχι παππού, τώρα θέλω, τώρα...
-Ε τότε κάτσε, μη στέκει όρθιος και κουράζεσαι, κάτσε σε αυτή εκεί την πέτρα και άκουσε τι θα σου ειπώ.
-Ναι παππού.. Ναι...

-Άκου παιδάκι μου:
Όταν πήγαινα και εγώ σχολείο στο Δημοτικό, οι γονείς μου δεν είχανε τράτο για πάρα πάνω, να με στείλουν στο γυμνάσιο και στο πανεπιστήμιο, να μάθω γράμματα πολλά, να γίνω δάσκαλος, καθηγητής, γιατρός, δικηγόρος...
Με έστειλαν να μάθω τέχνη....
Και έλεγαν:
"Μάθε τέχνη και άστηνε και όταν πεινάσεις πιάστηνε"
Έτσι δεν έμαθα γράμματα πολλά....
Στο σχολείο όμως ο δάσκαλος μας έκανε μάθημα για το νοικοκυριό, για την οικονομία, για την αποταμίευση, πως γίνεται η προκοπή,.
Μας τα μάθαινε με παραδείγματα, από την Φύση, από την ζωή και αυτά μου έμειναν και τα εφάρμοσα στην ζωή μου...
Τώρα δεν ξέρω εσείς τι κάνετε και οι δάσκαλοι σας τι σας μαθαίνουν...
Μήπως με αφήνουν να έρθω να παρακολουθήσω να δω τι γίνεται εκεί μέσα;....
Θέλεις τώρα να πούμε μερικά όπως εγώ τα έμαθα τότε και τα ακολούθησα μέχρι τώρα που γέρασα; Βέβαια θα σας τα ει πούνε και θα σας τα μάθουν και οι δάσκαλοι σας καλύτερα...
-Θέλω παππού, θέλω τώρα...
-Ε τότε άκου και δώσε προσοχή.

Τότε στο σχολείο είχαμε τον σχολικό το κήπο.
Εκεί στον κήπο μαθαίναμε πως με τον κασμά να τον σκάβουμε, πως να ετοιμάζουμε το χώμα για να του φυτέψουμε, τους σπόρους από λαχανικά, πατάτες, φασολάκια, ντομάτες και άλλα φυτά και δέντρα, μηλιές, κερασιές, καρυδιές, καστανιές και όλα τα δέντρα.
Εκεί τον κήπο τον περιποιούμαστε, τον ποτίζαμε, τον σκαλίζαμε, τα φυτά να μεγαλώσουν και σαν μεγάλωναν πηγαίναμε και μαζεύαμε τους καρπούς και κρατάγαμε τους σπόρους την κατάλληλη εποχή πάλι να έχουμε σπόρου για να τους σπείρουμε.
Και έτσι όλοι μας μαθαίναμε να καλλιεργούμε την Γη και αυτή φιλότιμα μας έδινε τους καρπούς, τα προφαντά της, για να φάμε να ζήσουμε, και μάθαμε να μη κάνουμε σπατάλες, και γίναμε νοικοκυραίοι....
Εκεί είδαμε τον τζίτζικα να είναι επάνω στο κλαδί του δέντρου και να μη κάνει τίποτα άλλο παρά ανέμελα να κελαηδάει...
Όπως κάνει και τώρα...
Τον ακούς παιδάκι μου, τον ακούς;
-Ναι παππού, τον ακούω...
.-Ο δάσκαλος τότε μας είπε:
-Ωραία λαλεί ο τζίτζικας και όταν είναι πολλοί μαζί, πολύ ωραία συναυλία, μελωδία κάνουν....
Αλλά όσο ωραία λαλεί, τόσο άσχημη, κακή προκοπή κάνουν....
"Τα στερνά νικούν τα πρώτα"
-Γιατί παππού γιατί;...
-Να γιατί... Γιατί δεν έχει νου για προκοπή... Δεν νοιάζεται για το μετά...
Ο νους του είναι στην καλοπέραση και στο τραγούδι....
Αλλά με το τραγούδι και την σπατάλη νοικοκυριό δεν γίνεται....Πρέπει να δουλεύουμε ,να κάνουμε οικονομία, και αποταμίευση να έχουμε για την κακιά την ώρα της ανέχειας....
Ο τζίτζικας όσο είναι καλός καιρός και βρίσκει άκοπα τροφή είναι καλά...
Τρώει πίνει και τραγουδάει....
Αλλά ο καιρός δεν είναι μόνο Άνοιξη, Καλοκαίρι, και Φθινόπωρο που στην Φύση υπάρχει άφθονη τροφή να φάει....
Έρχεται και ο Χειμώνας...
Και αυτός δεν έχει κάνει καμία προετοιμασία...
Δεν έχει φτιάξει την φωλιά του να μη βρέχεται και να μη κρυώνει, δεν έχει κάνει αποταμίευση σε τροφές για τον χειμώνα που δεν θα υπάρχουν, δεν έχει κάνει τις απαραίτητες προμήθειες...
Τότε από το κρύο και την πείνα ψάχνει να βρει απάγκιο, ζεστασιά και τροφή, αλλά πουθενά δεν βρίσκει...
Ζητάει για δανεικά...
Και κανένας δεν του δίνει...
Και κοροϊδευτικά του λένε:
-Το καλοκαίρι εμείς μαζεύαμε, κάναμε οικονομία και με ιδρώτα μαζεύαμε κάναμε αποταμίευση για τον κακό Χειμώνα...
Και εσύ στις δροσιές στις φυλλοσιές τραγούδαγες....
Καλά να πάθεις τώρα...
Και ο τζίτζικας από την απερισκεψία του, την τεμπελιά του, με το πρώτο κρύο από την πείνα ψόφησε....
Και το κουφάρι του, ο σκελετός του, εκεί στο κλωνάρι που το καλοκαίρι καθόταν και τραγούδαγε εκεί έχει μείνει....
Και να για την αλήθεια παιδάκι μου για κοίταξε σε αυτό το κλαδί εκεί επάνω....
Εκεί είναι το κουφάρι ο σκελετός του τζίτζικα από τον Χειμώνα εκεί έχει μείνει ....
Το είδες;...
-Το είδα παππού...
Εγώ παππού δεν θα μοιάσω του τζίτζικα...
- Καλά παιδάκι μου είναι τα τραγούδια οι διασκεδάσεις, αλλά όλα με μέτρο...
Να κοιτάμε την προκοπή, να κάνουμε και κουμάντο και για το αύριο....
Γιαυτό ο Θεός μα έδωσε μυαλό και λογική....

Μετά τότε ο δάσκαλος μας, μας είπε για την μέλισσα και το μερμηγκάκι που είναι εργατικά, κάνουν αποταμίευση και όλο μαζεύουν, μαζεύουν για να έχουν όταν υπάρχει μεγάλη ανάγκη και βαρυχειμωνιά.... Και η μέλισσα και το μερμιγκάκι το χειμώνα έτρωγαν από το απόθεμα των τροφών που είχανε μαζέψει με κόπο από το καλοκαίρι και έζησαν, δεν ψόφησαν όπως ο τζίτζιγκας....
Αυτά κάνουν για νοικοκυριό για προκοπή...
Έτσι και ο άνθρωπος...
Ο καλός Θεός μας μας έδωσε μυαλό, για να σκεφτόμαστε, μας έδωσε γνώση να γνωρίζουμε το καλό και να ξεχωρίζουμε το καλό, από το κακό, το ωφέλιμο, από το επιζήμιο....
Πηγαίνουμε στο σχολείο και μαθαίνουμε εκεί πολλές γνώσεις...
Πηγαίνουμε στο πανεπιστήμιο και εκεί μαθαίνουμε περισσότερα γράμματα τέχνες και επιστήμες.... Εκεί μαθαίνουμε τον τρόπο πως καλύτερα να ψάχνουμε, να ερευνούμε....
Αποταμιεύουμε γνώσεις και τρόπους έρευνας...
Από εκεί γινόμαστε επιστήμονες...
Που σημαίνει ότι στεκόμαστε και ξέρουμε καλά αυτό που λέμε πως το ξέρουμε.... Γίνονται εκεί δάσκαλοι,καθηγητές, μηχανικοί, γιατροί....
"Και οι γιατροί είναι το δεξί χέρι του Θεού επί της Γης.."
Όταν είναι άνθρωποι...
Άνθρωποι με την σημασία της λέξεως!!!....
-Από αυτά που είπαμε , έεε, κάτι θα σου μείνει...
Άλλη ώρα να είμαστε καλά, λέμε και άλλα....
Τώρα άμα θέλεις πήγαινε να παίξεις...
-Ναι παππού, σε ευχαριστώ πολύ, για το μάθημα και τα καλά σου λόγια....
Το εγγονάκι έσκυψε φίλησε το χέρι του παππού και έφυγε ευχαριστημένο...

Ο παππούς έπεσε πάλι σε συλλογισμό και σε μεγάλη σκέψη...
Έκανε υπολογισμούς και απολογισμούς, καταλογισμούς, ισοζύγια, μα ο ο ισολογισμός δεν ισοσκελίζει, ο λογαριασμός δεν βγάζει .
Προγράμματα ο παππούς, τώρα πια δεν κάνει....
Συγκρίνει καταλογίζει και ρίχνει ευθύνες και ποινές για τα ανομήματα τα δικά του και των άλλων....
Μα πιο πολύ οικτίρει και κατακρίνει τον εαυτό του, για την ζωή που πέρασε και το κατάντημα του.
Και αν θα συγκρίνουμε είπε, την ζωή και την συμπεριφορά, μεταξύ τους, στα δύο αυτά ζωάκια , τότε που κάποτε υπήρχε στον κόσμο, ήθος, αρετή, ήταν παιδαγωγική και χρήσιμη!
Θεμελιώνει την προκοπή, για να ευημερεί η κοινωνία...
Αλλά... Αλλά...
Όμως τώρα τι να ει πούμε;...
Αν την μεταφέρουμε στην σημερινή κοινωνία των ανθρώπων και ειδικότερα στην κοινωνία και την οικονομική ζωή της χώρας μου, νομίζω, ότι καλύτερα την πέρασε την ζωή του, ο τζίτζικας, παρά ο ταλαίπωρος ο μέρμηγκας, που όλο το χρόνο, ήταν, είναι ιδρωμένος και το χειμώνα κρυωμένος!... Πεινασμένος!...
Γιατί του την πέσανε, οι καλοί της καλοπέρασης, οι καταφερτζήδες, και με δόλο του πήρανε τον κόπο του και όλη την σοδειά του, για να ικανοποιήσουν τα καπρίτσια τους, τα γούστα της κοιλιάς τους....
Και ατιμώρητοι, ακόμα γλεντούν και τα μυρμήγκια κοροϊδεύουν !...
Περιμένουν, καιροφυλακτούν, αυτοί, τον δεύτερον, τον τρίτο γύρο, τον κόπο τουs, ton ιδρώτα των μυρμηγκιών, ότι τους έχει απομείνει, ολάκερο να τους το αρπάξουν.
Για αυτούς Θεός τους και λατρεία τους είναι...
"Το άρπαξε να φας και κλέψε για να έχεις"
Είναι ανθρωπιά αυτή;...
Αλλά, αλήθεια, ποιος πέρασε καλύτερα;..
Ο μέρμηγκας;... ο τζίτζικας;...Ή ο παππούς;...

Γιάννης Στ. Βέργος( gortyios.isv)
13/11/2019

Τετάρτη 26 Μαρτίου 2025

Οι Θεσμοί

 Παραίτηση δικαστών... 
Αν αληθεύουν αυτά είμαστε για να είμαστε.....
ΟΙ δικαστικοί λειτουργοί είναι μόνο για να δικάζουν το πεινασμένο που άρπαξε μια φρατζόλα ψωμί για να στομώσει την πείνα του;;; Η ανεξάρτητη δικαιοσύνη δεν έχει την δύναμη να κάνει σωστά την θεσμική δουλειά της;.... Ενδίδουν οι δικαστές σε πιέσεις;.... Φοβούνται οι δικαστές και παραιτούνται από το καθήκον τους;;; Ο όρκος της συνείδησης και της υπεράσπισης του δίκιου μέχρι τελευταίας ρανίδας που πάει;;; Εάν ο αξιωματικός, ο στρατιώτης φοβηθεί εν ώρα μάχης και πει παραιτούμαι;;;; Τι γίνεται ;;;; Σήμερα είναι του Ευαγγελισμού!!!! Εάν ο Παπαφλέσας, έκανε πίσω και δεν έπεφτε στο Μανιάκι, ο ΚαραΪσκάκης στο Φάλληρο και ο Κολοκοτρώνης τρόμαζε στους κινδύνους, και όλοι οι άλλοι,δεν θα υπήρχε ένδοξη Ελλάς.!!!!... Τόσοι και τόσοι πεθαίνουν υπέρ του καθήκοντος, των ιδανικών, του ήθους, πίστεως και Πατρίδος!!!! Αν ήταν ανάγκη ας θυσιαστεί και ένας δικαστικός υπέρ του καθήκοντος!..... Θα προσέφερε μεγίστη τιμή στην οικογένεια του και δόξα στην Πατρίδα.... Εάν ο Ηρακλής δεν πήγαινε να καθαρίσει τον κόπρο του Αυγείου .... Δεν θα ήταν ο Ηρακλής..... Εάν το κάνουν και άλλοι τί γίνεται;;;

Και αυτοί που ίσως έκαμαν και τώρα ίσως κάνουν την παρανομία, επιδιώκουν με κάθε μέσο και τρόπο την διαφυγή. Καλά, καλό για τον εαυτόν τους.... Εάν όμως τους καλό ρωτήσεις σε ανάλογη δική τους περίπτωση που το δίκιο να γέρνει προς το μέρος τους, δικαία δίκη θα ήθελαν. τα ίδια θα έλεγαν, που λέγω, το δίκιο θα επιζητούσαν. Οι θεσμοί πρέπει να λειτουργούν απρόσκοπτα και αποτελεσματικά...
Φοβάται και κολώνει η Δικαιοσύνη;;;; Η εξουσία;...
Χαθήκαμε... Χανόμαστε συμπούπουλοι!!....
Επιβάλλεται όλοι οι συνάδερφοι της να προστρέξουν εις βοήθεια της.... Η ανεξάρτητη δικαστική εξουσία να σταθεί στον θεσμικό της καθήκον!... Γιάννης Στ. Βέργος (gortynios.isv) Περιστέρι 25/3/2025

Τετάρτη 19 Μαρτίου 2025

Η ΑΓΙΑ ΣΑΡΑΚΟΣΤΗ

 "Η ΑΓΙΑ ΣΑΡΑΚΟΣΤΗ"

Τώρα ‘ν’ Αγιά Σαρακοστή τώρ ‘ν’ Αγιές ημέρες,
που λειτουργούν οι εκκλησιές και ψέλνουν οι παπάδες,
και λένε τ’ Άγιος ο Θεός και τ’ Άγιο Ευαγγέλιο.
Όποιος το λέει σώζεται κι όπου τα’ ακούει αγιάζει,
κι όπου το καλοσυγκριθεί Παράδεισο θα λάβει.
Κάτω στα Ιεροσόλυμα και στου Χριστού το σπίτι,
καθότανε η Παναγιά μόνη και μοναχή της,
την προσευχή Της έκανε για τον Μονογεννή Της.
Εκεί που προσευχότανε κι έκανε το σταυρό της,
ακούει βροντές και αστραπές και ταραχές μεγάλες.
Βγαίνει στην πόρτα Της να δει, να δει τη γειτονιά Της,
βλέπει τον ουρανό θαμπό και τ’ άστρα βουρκωμένα,
το φεγγαράκι το λαμπρό στο αίμα βουτηγμένο.
Κοιτάει δεξιά κοιτάει ζερβά, βλέπει τον Άη Γιάννη.
Ο Άη Γιάννης έρχεται, δαρμένος και κλαμένος,
κρατάει και στο χέρι του μαντήλι ματωμένο,
κρατάει και στο άλλο του, μαλλιά της κεφαλής του.
«Τι έχεις Γιάννη μου και κλαις και βαριαναστενάζεις»;
«Δεν έχω στόμα να στο πω, μιλιά να στο μιλήσω,
μήτ’ η καρδιά μου το βαστά να στο ξεμολογήσω».
«Κάνε και στόμα πέστο μου, μιλιά και μίλησέ το,
κάνε και πέτρα την καρδιά και ξεμολόγησέ το».
«Τον Δάσκαλό μου πιάσανε, οι άνεμοι οι Εβραίοι.
Σαν κλέφτη τόνε πιάσανε και σα φονιά τον πάνε
σα να χωρίζει αντρόγυνα έτσι τον ξεκουντάνε».
Μόλις τα’ ακούει η Παναγιά πέφτει λιγοθυμάει.
Σταμνιά νερό την περεχούν ώσπου να συνεφέρει,
κι όταν συνέφερε καλά, αυτό τον λόγο λέει:
«Ας έρθει η Μάρθα κι η Μαριά και του Λαζάρου η μάνα,
και του Λαζάρου οι αδελφή, να πά να τόνε βρούμε.
Να πάμε να τον έβρουμε προτού τόνε σταυρώσουν,
προτού του βάλουν τα καρφιά και τόνε θανατώσουν».
Παίρνουνε το στρατί στρατί, στρατί το μονοπάτι.
Το μονοπάτι τσί ‘βγαλε στ’ ατσίγγανου την πόρτα.
«Ώρα καλή ατσίγγανε και τι ν’ αυτά που φτιάχνεις;
Και τι ν’ αυτά που πολεμάς κι αυτά που σχεδιάζεις»;
«Καρφιά μου παραγγείλανε οι φίλοι μου οι Εβραίοι.
Μου παραγγείλαν τέσσερα μα εγώ τους φτιάχνω πέντε».
«Για πές μου βρε ατσίγγανε και που θα του τα βάλουν»;
«Τα δυο στα δυο τα πόδια Του, τα δυο στα δυό Του χέρια
το πέμπτο το φαρμακερό στα τρυφερά τζιγέρια
να τρέξει αίμα και χολή, από τα σωθικά Του».
Όταν τ’ ακούει η Παναγιά, πέφτει λιγοθυμάει.
Σταμνιά νερό την περεχούν, ώσπου να συνεφέρει
Κι όταν συνέφερε καλά αυτό τον λόγο λέει:
«Άντε κι εσύ ατσίγγανε κι αν ήξερες τι κάνεις,
αν ήξερες πόσο κακό και στα παιδιά σου κάνεις.
Ρούχο στην τραχηλίτσα σου, ποτέ σου δεν θ’ αλλάζεις,
ούτε και στο τζακάκι σου φωτίτσα δεν θ’ ανάβει
μα και στο ντουλαπάκι σου, ψωμί δεν θ’ αποτάζεις
και θα γυρνάς εδώ κι εκεί, δίχως να έχεις δώμα.
Εύχομαι τη μετάνοια σου, προτού σε φάει το χώμα».
Παίρνουνε το στρατί στρατί, στρατί το μονοπάτι.
Το μονοπάτι τσί ‘βγαλε στην πόρτα του Πιλάτου.
Βλέπουν την πόρτα σφαλιστή και τα κλειδιά παρμένα
και τα πορτοπαράθυρα βαριά μανταλωμένα.
«Άνοιξε πόρτα του ληστή και πόρτα του Πιλάτου»,
κι η πόρτα από το φόβο της, άνοιξε μοναχή της.
Βλέπει δεξιά βλέπει ζερβά, κανέναν δεν γνωρίζει.
«Θαυμάζουσε βρε δέσποινα, κάνεις πως δεν γνωρίζεις;
Βλέπεις εκείνον τον γδυμνό, τον ανεμομαλλιάρη
που έχει στο κεφάλι Του αγκάθινο στεφάνι;
Εκείνος είν’ ο Γιόκας Σου κι εμένα Δάσκαλός μου.
Εσένα είν’ τα μάτια Σου κι εμένα είν’ το Φώς μου».
Όταν τ’ ακούει η Παναγιά πέφτει λιγοθυμάει.
Σταμνιά νερό την περεχούν ώσπου να συνεφέρει,
κι όταν συνέφερε καλά αυτόν τον λόγο λέει:
«Δεν είν’ γκρεμός να γκρεμιστώ, πηγάδι για να πέσω,
δεν είν’ αδίκος θάνατος ν’ αδικοθανατίσω».
«Αν γκρεμιστείς μανούλα μου γκρεμιέτ’ όλος ο κόσμος.
Γκρεμιόνται μάνες για παιδιά και τα παιδιά για μάνες,
και οι καλές νοικοκυρές για τους καλούς των άνδρες.
Σύρε μανούλα μ’ στο καλό και διάφορο δεν έχει.
Πήγαινε πίσω σπίτι μας κι ετοίμασε τραπέζι.
Βάλε κρασί στο μαστραπά κι αφράτο παξιμάδι,
και φώναξε του φίλους μου, τους δώδεκ’ αποστόλους,
και κάνε την παρηγοριά, για να την κάνουν όλοι
και το Μεγάλο Σάββατο κάτσε να μ’ απαντέχεις,
Θα έρθω πάλι να σε βρω, να σε ξαναγκαλιάσω,
και πια ποτέ μην πικραθείς, ποτέ μην ξανακλάψεις
και σά θα ‘ρθεί η ώρα Σου, στα χέρια θα σε πάρω
να σ’ ανεβάσω δίπλα μου, να κάτσεις πια κοντά μου.
Και πες το και στους φίλους μου τους δώδεκ’ αποστόλους
να είναι όλοι τους μαζί και να με καρτερούνε
την Κυριακή πρωί πρωί, θα έρθω να τους έβρω.
Και από δω πια και εμπρός, μαζί θα είμαστ’ όλοι
εκεί που μας ετοίμασε ο Ουράνιος Πατέρας
τραπέζι πλούσιο και πολύ, για όλους τους δικούς μου
τους φίλους μου και τους γνωστούς, φτωχούς κι αδικημένους
που θα ακούν το λόγο μου και θα με αγαπούνε».