Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ποίημα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ποίημα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 23 Νοεμβρίου 2019

Για σένα τούτη η γραφή...

Για σένα τούτη η γραφή – νιούτσικο αγόρι
που νόμισες πως η ζωή – είναι παρθένα κόρη.
Πόρνη είναι φίλε μου μικρέ – άξια να την μισήσεις
μα δίχως άλλη επιλογή – πρέπει μ΄ αυτή να ζήσεις.
Έχω πολλά να σου ειπώ – πολλά να μολογήσω
για την στερνή σου τη ζωή – αντρίκια να μιλήσω.
Μήπως σε κάνω για να δεις – με μάτια της ψυχής σου
τι χρώμα έχει η ζωή – τι ρώμη το κορμί σου.
Συγχώρα μου τις λέξεις μου – νοιώθεις σαν μαθητούδι
Μα είσαι άπειρος πολύ – και μόλις βγάζεις χνούδι.
Άκου και βλέπε το λοιπόν – την ομορφιά της ζήσης
και σε τι πόλεμο θα μπεις – αν θέλεις να την ζήσεις.
Μα το Θεό χαλάλι σου – ο κόπος που θα κάνεις
μα πρόσεχε τις μαχαιριές – που πρέπει να τις γιάνεις.
Αφού γεννήθηκες λοιπόν - γροίκα τι να προσέξεις
να κάνεις πόλεμο σωστό – αν θέλεις για ν΄ αντέξεις.
Πρώτα απ΄ όλα αγόρι μου – να ειδής την μπόρεσή σου
και ύστερα με φρόνηση – μέτρα την δύναμή σου.
Μην ξεπερνάς αντίπαλο – κοιτώντας τον στην όψη
μέτρα καλά τα μέσα του – αν θες να μην σε κόψει.
Δέκα φορές να τον μετράς – και μιά να κόβη η σκέψη
γιατί η έχθρητα η πολλή – και σε θε να παστρέψει.
Και μην ξεχνάς ο στόχος σου – δεν είναι να νικήσεις
μα ύστερα από αυτό – να συνεχείς να ζήσεις.
Τι να το κάνεις νικητής – στον πόλεμο να βγαίνεις
αν από τις πολλές πληγές – ύστερα να πεθαίνεις;
Υπάρχει όπλο δυνατό – να το κρατάς για χρεία
μα δεν πουλιέται πουθενά – και λέγεται φιλία.
Στα δύσκολα θε να το βρεις – και στις τραχειές πορείες
ψάξε μέσα στο είναι σου – για ηθικές αξίες.
Είναι πορεία δύσκολη – θα πέσεις θα ματώσεις
μα το – εγώ – να πολεμάς – αν θέλεις να την νοιώσεις.
Αυτός παιδί μου ειν΄ ο εχθρός – τον άντρα που παιδεύει
κάνει το νου του σφαλερό – στην πράξη να κιοτεύει.
Έν’ άλλο όπλο δυνατό – που πρέπει να φορέσεις
Δικαιοσύνη λέγεται – βαρύ αν το μπορέσεις.
Μα άνδρας αν θες να φαίνεσαι – και νόημα να δώσεις
πρέπει σου έστω στανικώς - το βάρος να σηκώσεις.
Δύσκολος ρόλος κι άχαρος – φθείρεσαι και χαλιέσαι
μα δίχως αυτό τ΄ αρμάτωμα – για άνδρας δεν περνιέσαι.
Μπορεί να παραφόρτωσα – του νου σου το γιατάκι
διαφέρει όμως ξέρετο – ο άνδρας απ΄ τ΄ αντράκι.
Και για στερνό σου φύλαξα – χρυσόβουλο δεμένο
όπλο τρανό και πλουμιστό – και ξόμπλι παινεμένο.
Να το φοράς εσώψυχα – στο πιο ψηλό σημείο
γιατί είναι ξόδι ιερό – προγόνων σου μνημείο.
Μόνο στη θώρη του ο εχθρός – θα σκύβει το κεφάλι
γιατί που να βρη ο καψερός – τα εδικά του κάλη;
Στο άνοιγμα η βούλα αυτή – Έλληνα φανερώνει
την αλυσίδα να κρατά – τον κόσμο να ενώνει.
Κοντολογίς ελόγου σου - Έλληνας για να γίνεις
μάθε την γλώσσα να μιλάς – την γλώσσα της Ειρήνης.
Δεν έχω την τύχη την καλή – λέξεις να συνταιριάξω
κι ίσως νοήματα μισά – μονάχα να μοιράζω.
Μα ψάξε μεσ΄ στα λόγια μου – μπορεί να΄ χουν αξία
κάτι μικρό να, τόσο δα – να έχει σημασία.
Θα είμαι πάντα δίπλα σου – όταν θα με ζητήσεις
λίγη ψυχή να δανειστείς – να πορευτείς να ζήσεις.
Και να χεις πάντα κατά νου – τηζήση να πιστώσεις
αφού την πήρες δανεική – στον πλάστη θα την δώσεις.
ΛΕΩΝ. Η. ΑΝΔΡΙΑΝΟΣ
( Από τήν ποιητική μου συλλογή ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΤΟ ΑΓΑΠΗΜΕΝΟ ΜΑΣ )

Τετάρτη 2 Ιουλίου 2014

Ο παπάς

του Στέλιου Δουμένη

Αναδημοσίευση:http://servouvillage.

Ένας παπάς, γέρο παπάς, έξω απ' το ευαγγέλιο

τα έλεγε τα χωρατά με γούστο και με γέλιο.
Και κάθε Κυριακή μετά την λειτουργία
γέροι και νέοι του χωριού κάνανε απαρτία.
Τρώγανε, πίναν, λέγανε καθένας από ένα
για νά 'ρθει του παπά η σειρά ν' ακούσουνε κανένα.
Έλα παπά, τελειώσαμε, τώρα είναι η σειρά σου
πες μας κανένα χωρατό καλό - απ' τα δικά σου.
— Τί να σας πω μωρέ παιδιά, σας τα 'χω ειπωμένα
μα τώρα και με το κρασί δεν βάνει ο νους μου ένα.
— Έ τότε πες μας Δέσποτα, γι' αυτούς πού 'χουν τα πλούτη
τα 'χουνε δίκαια ή άδικα μέσ' στη ζωή ετούτη;
— Και βέβαια δίκαια τα 'χουνε αυτά τα λιγουλάκια
και χάιδεψε τα γένια του κι έστριψε τα μουστάκια.
Μα τί σας ήρθε τώρα δα αυτό να μου το πείτε;
τί θέλετε; τί σκέφτεστε; τί ψάχνετε να βρείτε;
— Μπα! τίποτα, έτσι δέσποτα, συζήτηση να γένει.
Και τότε τράβηξε ο παπάς το πιο μακρύ του γένι.
Κι έβαλε ο γεροντόπαπας σε σκέψη το μυαλό του
έψαχνε για διέξοδο στο αδιέξοδό του.
— Τί έχουνε μπρος στο Θεό κι οι πλούσιοι οι δόλιοι;
μήτε μια τρίχα απ' του ουρανού τ' αόρατο περβόλι.
Κι εμείς τους κατακρίνουμε, και άδικους τους λέμε
και να τους τα μοιράσουμε εξίσου όλοι θέμε.
Μα ετούτο είναι άδικο, είναι μεγάλο κρίμα
σκεφτείτε πως από τη γη δεν έχουν άλλο χτήμα.
Τί πέφτουνε απάνω τους όλοι σαν την ακρίδα
ενώ αυτοί στους ουρανούς δεν μας ζητούν μερίδα;
Εκεί θα τα μοιράσουμε εμείς και θα το δείτε
όταν θα πάμε πάνω κει - να μου το θυμηθείτε.
Κι εκεί δεν θα 'ναι όπως εδώ, ετούτο το μαύρο χάλι
εκεί θα κόβεις το ψωμί όπως το πορτοκάλι.
Και για φαΐ και για κρασί έχει ο Θεός τον τρόπο
θα τρώμε και θα πίνουμε χωρίς κανένα κόπο.
Τί θέλετε μωρέ παιδιά άλλο για να πειστείτε;
σαν θα 'ρθει η ώρα κι η στιγμή και πάμε θα το δείτε.

Μα ο παπάς ειλικρινής δεν τ' άρεσε το ψέμα
κι είπε δυο λόγια κι άφησε στην κρίση τους το θέμα:
— Κοιτάξτε, αν βγούνε ψέματα τούτα εγώ δεν φταίω
έτσι μου είπαν να σας πω – έτσι κι εγώ σας λέω.

Πηγή:  http://www.mikrosapoplous.gr

Πέμπτη 6 Δεκεμβρίου 2012

Τζίντζιρας και Μύρμηγκας (Ιωάννης Βηλαράς)

Ανάμεσα στα φύλλα του φουντωτού φτελιά,
Του δροσερού Πλατάνου, μ' ασίγητη λαλιά,
Το καλοκαίρι όλο ο Τζίντζιρας περνάει,
Λαλόντας πάσα ημέρα, μήτ' άλλο μεριμνάει.
Ο Μύρμηγκας ωστόσο σ' αδιάκοπη δουλιά,
Θροφή για το χειμώνα συνάζει στη φωλιά.
Σαν πέρασαν η κάψαις, και πιάνουν η βροχα
Καιρών ενάντιων ζάλαις, ανέμων ταραχαίς,
Ο λαλητής ευρέθη, μην έχοντας σπειρί,
Της πείνας να ψοφήση, σε κίντυνο βαρύ.
Στο σοδιαστή προστρέχει, του λέει, παρακαλώ,
Μην αρνηθής να κάμης, σ' εμένα ένα καλό.
Με ξάφνισαν τα κρύα, προμιού το φανταστώ,
Και να χαθώ κοντεύω, αν δεν καταφταστώ.
Να μ' ελεήσης, φίλε, μ' ολίγο μερτικό
Από την εισοδιά σου προς ώρας δανεικό.
Κι' ερχάμενος ο θέρος, χωρίς να ζημιωθής,
Σου δίνω και κεφάλι και κάματον ευθύς.
Πολύ καλα, αποκρίθη, μόν δεν παρανογώ,
Γιατί να μη φροντίσης, ως έκαμα κι' εγώ.
Γιατί, κυρ Μυρμηγκά μου, δεν άδιασα στιμή
Από το λάλημά μου, κι αυτή είναι η αφορμή.
Εξαίρετα, του είπε, σα στον καλόν καιρό
Λαλούσες, τώρ' αρχίνα, και στήσε το χορό.

Όσοι τον καιρό ξοδεύουν,
Και το μέλλον δε μετρούν,
Στα χαμένα τον γυρεύουν,
Σαν και πρώτα να τον βρουν.
Επειδής φτερά βαστάει
Φεύγει, τρέχει σα νερό,
Κι' όποιος δεν τον κυνηγάει,
Χάνει πάντα τον τορό.
Σύναζε νιος όσο μπορείς,
Γέροντας άνεσι να βρης.
Στα νιάτα σου αν οκνεύεις·
Γέρος κακά πορεύεις.