Κυριακή 27 Σεπτεμβρίου 2026

Ντοπιολαλιά

 Αβανιά: Ζημιά, βλάβη

Αγγορτσιά: Η αγραπιδιά
Αγλέουρας: Ο λάρυγγας
Ακούτραφος: Το πίσω μέρος του κεφαλιού
Αμελέτητα: Τα γεννητικά όργανα των σφαγίων
Ανακλανιέμαι: τεντώνoμαι
Αναχρικά: Τα μαγειρικά σκεύη
Απιστομώ: Γυρίζω ανάποδα
Αποκορωμένος: καταραμένος
Απόρριξε: απέβαλλε
Αρουλιέμαι: Φωνάζω δυνατά
Αφόρμησα: μολύνθηκα
----------------
Βαγένι: Το κρασοβάρελο
Βαρικό: Το έδαφος που κρατάει νερό
Βερεσιγέ: Χωρίς πληρωμή
Βίκα: Μικρό δοχείο νερού
Βουή σας μαύρη: Θα σας βρει μεγάλο κακό
Βρακοζώνι: Ανδρικό εσώρουχο με πόδια
-----------------
Γανώνω: Κασσιτερώνω χάλκινα σκεύη
Γερούτσος: Γεροντοπαλλήκαρο.
Γιάτρα: Κοίτα ( για τήρα)
Γιούκος: Κλινοσκεπάσματα με τα προικιά του κοριτσιού
Γκαβαλίνα: Η κοπριά των ζώων.
Γκάνιαξα: Κοράκιασα, δίψασα
Γλαρώνω: Νυστάζω
Γούπατο: η περιοχή που είναι χαμηλή (γούβα)
--------------
Δανεικαριά: Ομάδα ατόμων για να κάνουν από κοινού εργασίες
Δικόνες μου: Ο δικός μου
Δικριάνι: Ξύλινο γεωργικό εργαλείο
Δραγάτης: Ο φύλακας των αμπελιών
Δραπέτσι: Πολύ ξυνό (Το πορτοκάλι είναι δραπέτσι)
----------------
.
Έκα: Κάνε πιο πέρα
Εφτούνα: Αυτά εκεί
--------------
Ζαγάρι: Το κηνυγόσκυλο
Ζαλιά: Το φορτίο που μετέφερε η αγρότισσα στην πλάτη της
Ζεμπερέκι: Πετούγια πόρτας
Ζουλάπι: Άγριο ζώο
Ζουρλαίνεις: Τρελαίνεις
------------------
Θημωνιά: Σωρός δεματιών από καλαμιές και στάχυα.
Θρεφτάρι: Το παχύ χοιρινό.
---------------
Καγιανάς: Χοιρινό παστό τηγανισμένο με αυγά, ντομάτα και τυρί
Κακάβι: το καζάνι που ζέσταιναν το νερό για να πλύνουν.
Καλαμοβύζα: Η γίδα ή η προβατίνα που έχει μακρουλό μαστό.
Καλικούτσα: παίρνω κάποιον στην πλάτη.
Καρλαύτης: αυτός που έχει μεγάλα και πεταχτά αυτιά.
Καρούτζος: Η καρωτίδα τοι χοιρινού, μεζές στα κάρβουνα.
Κατσούλα: Η γάτα.
Κλιτσινάρα: Το πίσω μέρος του γόνατου, η κλείδωση.
Κορακιάζω: Διψώ πολύ.
Κόταγα: Τολμούσα.
Κούρνια: Η κατοικία των πουλερικών
Κουτσουμπέλι: Πιτσιρίκι.
Κωλοφωτιά: Πυγολαμπίδα.
-------------------
Λαγκεύει: Παίζει το μάτι μου, πετιέται.
Λάκκος: Αργαλειός.
Λινός: Το πατητήρι των σταφυλιών.
Λιοκόκκι: Πυρήνας από επεξεργασία της ελιάς στο ελαιοτριβείο
Λόρδα: Η πείνα.
Λούρα: Η βέργα του δάσκαλου, το κλαρί.
-----------
Μαθές: Λοιπόν.
Μάκινα: Μηχανή κοσκινίσματος στεγνωμένης σταφίδας
Μελιγκόνια: Τα μυρμήγκια.
Μουστρίθηκες: Πασαλείφθηκες στο πρόσωπο.
Μπαντανία: Μάλλινο και χοντρό κλινοσκέπασμα.
Μπεσίκι: Ξύλινη κούνια μωρού.
Μπουγέλος: κουβάς
Μπορμπόλια: Όταν παίρνουμε κάποιον στους ώμους μας.
Μπουρλιάζω: Αρμαθιάζω, περνώ την κλωστή στη βελόνα.
--------------------
Ναχρικά: Κατσαρολικά
Νιτερέσιο: Το συμφέρον.
Νομάτοι: Άτομα. Ομάδα ανθρώπων.
Ντόνω: Ξεμουδιάζω.
Ντορβάς: Ταγάρι
Ντράβαλα: Μεγάλη φασαρία.
----------------
Ξάϊ:Το δικαίωμα 10% που έπαιρνε ο μυλωνάς για το άλεσμα.
Ξείκλωτος: Ατιμέλητος
Ξεκουτιαίνω: Δεν λειτουργεί ‘όπως πρέπει το μυαλό.
Ξεκοτσαλίζω: Βγάζω τα κότσαλα.
Ξεσπίνισμα: Η αφαίρεση του σπόρου του καλαμποκιού.
------------------
Παπάρα: Αρκετό ψωμί μέσα σε γάλα.
Πατσιαβούρα: Πανί βρώμικο, αλλά και βρισιά.
Πετσάφι: Μικρό πανί κουζίνας.
Πίγκωσα: Βούλωσε η μύτη μου.
Πιλάλα: Το τρέξιμο.
Πιστρόφια: Η επιστροφή της νύφης με τον γαμπρό στο πατρικό της σπίτι.
Προγκάω: Διώχνω κάτι με φωνές, τον φοβίζω
Προκάνω: Προφτάνω, προλαβαίνω.
Πούργι: Μεγάλο και φαρδύ καλάθι φρούτων,
------------
Ρεντίκολο: Ρεζίλι, γελοίο.
Ρέντος: Ράντισμα.
Ροβολώ: Κατηφορίζω.
Ρούγα: Η γειτονιά.
Ρουπώνω: Χορταίνω.
---------------
Σάϊσμα: Χοντρό ύφασμα πλεγμένο από μαλλί κατσίκας (η κάπα).
Σακάτου: Εκεί κάτω,
Σαρωματίνα: Χορτάρινη σκούπα.
Σγούφτω: Σκύβω.
Σεργούνι: Η ξεφτίλα.:
Σκαπέτησα: Έφτασα ή έφυγα.
Σκούρκος: Έντομο με κεντρί.
Σούσουρο: Το κουτσομπολιό.
Σπερνά: Κόλυβα,
Συμπράκαλα: Διάφορα είδη οικιακής ή ατομικής χρήσης.
Σφαρδάκλι: Βάτραχος.
Σώγαμπρος: Ο γαμπρός που συγκατοικεί με τους γονείς της νύφης.
------------------
Τα τσέρδωσε: Πέθανε
Τανιέμαι: Σφίγγομαι,
Τεμπεσίρι: Η κιμωλία.
Τέμπλα: Ραβδί μακρύ, ανθεκτικό για τις ελιές.
Τότενες: Τότε
Τσιοκανάω: Χτυπώ σιγά, σιγά.
Τουρνόκολα: Ανάποδα
Τσεμπέρι: Γυναικείο μαντήλι.
Τυλώνω: Χορταίνω φαγητό.
---------------
Φακλάνα: Κακόφημη γυναίκα (πουτάνα).
Φελί: Ένα κομμάτι παστού βακαλάου
Φούφουτος: Ο ανύπαρκτος
Φτενός: Λεπτός.
Φουμέρνω: Καπνίζω, «φουμάρω».
Φούρια: Η σπουδή, η βιασύνη.
-------------
Χαϊρι: Προκοπή
Χαμοκέλα: Σπίτι χαμηλό, χώρος αποθήκης.
Χαμούρι: Το σπάσιμο του ελαιόκαρπου σε πολτό.
Χαντρολέμι: Κολιέ.
Χαβάνι: Σιδερένιο γουδί.
Χορήγι: Ασβέστης.
-----------
Ψαρόκολλα: Ειδική κόλλα επιπλοποιού.
Ψηλαρίδα: Γυναίκα με ψηλά πόδια.
Ψωμώνω: Ωριμάζω, δυναμώνω.
==========
ΠΗΓΕΣ: 1. ΘΥΜΗΤΑΡΙΑ-ΝΙΚΟΣ ΘΩΜΟΠΟΥΛΟΣ-2001 2. ΓΑΡΓΑΛΙΑΝΟΙ ΝΤΟΠΙΟΛΑΛΙΑ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου