Τρίτη 26 Νοεμβρίου 2013

Γορτυνιακό καλωσόρισμα

Στην Γορτυνία γύρισε ο ξενιτεμένος, που είχε χρόνια πολλά στην ξενιτιά  και επιθύμησε να πάει να δει τον τόπο του, στο χωριού του, το πατρικό του σπίτι. Έφτασε στο τόπο του, από μακριά  αντίκρισε το χωριό του!... Που στην ξενιτιά μακριά, επιθυμούσε και λαχτάραγε για να βρεθεί κοντά του, ανάμεσα σε αδέλφια, σε ξαδέλφια, σε συγγενείς  σε φίλους και κουμπάρους… 
Το δάκρυ της χαράς, της λύτρωσης, κυλάει στα μαγουλά του…   
Έφτασε!... Ξεπέζεψε… 
Στην κατηφόρα  που ροβόλαγε πεζός, στο πατρικό του σπίτι για να πάει, συνάντησε κατάμεσίς του δρόμου μια γιαγιά, που την θυμότανε νέα. 
Την χαιρετάει, με καλοσύνη της μιλάει… 
Και αυτή που αμέσως τον γνώρισε, όμως σαν  σε άγνωστο  του απαντάει, του μιλάει…. 
-Καλωσόρισες ξένε στον τόπο μας… 
Ποιος είσαι εσύ του λόγου σου;… 
Ντόπιος;.. 
Ξένος ή γνωστός;… 
Περαστικός, ή  διαβάτης;… 
Κοντινός ή από αλάργα;…  
-Από εδώ είμαι και εγώ…

Τετάρτη 20 Νοεμβρίου 2013

Οι Γορτύνιοι και οι άλλοι.

Λαγκαδινό μαστορικό τραγούδι. 
Παράπονο, συμβουλή και πόνος:   

Πιο  κάτω από την Αρκαδιά [Κυπαρισσία] της Αρκαδιάς τον πλάτανο, πιο κάτω από των Φιλιατρών το χάνι, οι Λαγκαδινοί μαστόροι  με το τραγούδι το έλεγαν, και με τρανό παράπονο  το λένε… 
Τις συμβουλές τους  στους νιους, στους τριώτες, στα μαστορόπουλα έδιναν και δίνουν.    
Και ακόμα, ακόμα   και με το κλάμα τις συνόδευαν, με το καυτό το δάκρυ... 
Με τον ιδρώτα τους που καρέλαγε στο μέτωπο, στα χαρακομένα μαγουλά τους έδιωχναν το παράπονο, ξεπλένανε την στενοχώρια, σκορπάγανε τα ντέρτια τους και τους καημούς τους. Της ξενιτιάς τα βάσανα, της σκληρής δουλειάς την πίκρα και  με ανάκατα τα συναισθήματα αυτές τις παραγγελιές, αυτές τις διαταγές, με τις ευχές ανάμικτες στους νιους αφήκαν. [αφήνανε] … 
Και αυτά τα λόγια λέγανε και αυτά τα λόγια  λένε:

Πέμπτη 7 Νοεμβρίου 2013

Απορίας άξιον Συνέχεια 3

Ο Παππούς βαριαναστέναξε και είπε: 
Ελπίδα, ελπίδα, θάρρος,  θάρρος, υπομονή... Αλλά και τώρα αυτά που τα πουλάνε;… 
Άx!….Άχ!… 
Δύο, τρείς αραδούλες γράμματα και πόση αξία έχουνε, άμα τις ξέρεις καλά-και πολύ καλά αυτά που λένε αυτά τα γράμματα τα νογήσεις…  
Αυτά που τώρα θα σας μολογήσω, τα έχω ακούσει στο στρατό, όταν ήμουνα  στο Σαραντάπορο,  πριν την μάχη. Τα έλεγε ο αξιωματικός που φόραγε τις μπότες  τις καλές, με τα σπιρούνια τα γυαλιστερά και κράταγε στα χέρια του το κοντό ραβδάκι, το βιτσάκι και αυτά τα λόγια είπε:

Παρασκευή 1 Νοεμβρίου 2013

Προβληματισμός:

Έφτασα και πάτησα και περπατώ, θρεφόμενος από την μάνα Γη  στα 71  μου Χρόνια!... 
Δεν ξέρω αν είναι πολλά, ή λίγα. 
Το πολύ, ή το λίγο είναι σχετικό, συγκρινόμενο αναλόγως με άλλο μέγεθος και μέτρο. 
Δεν ξέρω αν τα πέρασα καλά, ή κακά. 
Το κακό και το καλό είναι πάλι σχετικό… 
Ένα είναι βέβαιο και ξέρω πως έφαγα ψωμί!…
Ψωμάκι!...
Πολύ, ή λίγο, τα τόσα χρόνια…  
Και τούτο πάλι καλά ξέρω, πως το ψωμί δεν το έφαγα χρωστούμενο, σελέμικο, αλλά ιδρωμένο!... 
Προσπάθησα να είμαι σε όλους πάντα- πάντοτε χρήσιμος και να προσφέρω… 
Δεν ξέρω αυτά, αν είναι λίγα ή πολλά, ή και αν είναι και ευχαριστημένοι... 
Θα ήθελα να ξέρω από εδώ και εμπρός  τι;…  
Θα μπορώ;..  
Θα τα καταφέρω; 
Τώρα όμως,  τούτο δεν ξέρω... 
Μήπως και στερώ το ψωμί από κάποιον άλλον;…. 
Νέον, καλόν, πιο χρήσιμο από μένα;…
Μα...
Όσο κοιτά τις ρίζες μου...
Είμαι ευχαριστημένος!...

Και ο Θεός ας κάνει ότι θέλει και με μένα…  
Ένας αητός περήφανος  klik 

Βέργος Στ Γιάννης {Γορτύνιος} 
26.10.2013

Σάββατο 26 Οκτωβρίου 2013

Το Ο Χ Ι - 28.Οκτωβρίου 1940

Σιωπή και βουβαμάρα!... 
Συλλογισμός!..και περισυλλογή... 
Σεβασμός!..
Τιμή και δόξα μόνο στους αθώους νεκρούς!  
Ποτέ πια πόλεμος!… 

Και τώρα που λέμε πως γιορτάζουμε την επέτειο του Όχι  του  1940 και της τότε πείνας του λαού, αναλογίστηκα το γιατί πείνασε ο λαός...  
Και σήμερα εν ειρήνη ο λαός γιατί πεινάει;…
Μήπως είχε πάψει να βγαίνει Ο Ήλιος; 
Ο Ουρανός να βρέχει; 

Και η Γη να βλασταίνει;.. 
Όχι!.. Όχι!… 
Έφταιξε, κοντά στα άλλα και η τότε ανεπάρκεια των πολιτικών, των στρατιωτικών, και πνευματικών ηγεσιών, που επίταξαν όλο το ζωικό κεφάλαιο, τα μουλάρια και το έστειλαν στον πόλεμο και δεν έφτασαν ποτέ…. 
Ψόφησαν από την πείνα μέχρι να φτάσουν το Αιτωλικό, δεν τα άφησαν τουλάχιστον τα μισά να σπείρουν τα χωράφια… 
Έτσι και τώρα δεν υπήρχε, δεν υπάρχει, προγραμματισμός, δεν υπάρχει καθοδήγηση και έχει ψοφήσει το ήθος, η αρετή και δεν πιστεύει πια κανένας σε κανέναν… και σε τίποτα. 
Η κρίση είναι κρίση περισσότερο θεσμών και ήθους…. 
Οι πολιτικοί ηγέτες ανεπαρκείς, πετάνε τον οπλισμό τους, εγκαταλείπουν το στρατόπεδο τους, πηδάνε εδώ και εκεί και ψάχνουνε τι;.. 
Αλόγου οπλή για να κρυφτούνε!..
Οι πνευματικοί ηγέτες, λουμώνουν, άφωνοι… 
Η εκκλησία μας, τι να κάνει; 
Αυτούς τους συγχωράει και τους απατεώνες βλογάει!.. 
Και η δικαιοσύνη που είχε και έχει ο κόσμος, ο λαός απαντοχή, το πάει σιγά-σιγά και με το λάου-λάου!... 
« Μη μόνον τους αμαρτάνοντας κόλαζε, αλλά και τους μέλλοντας,[αμαρτάνειν] κώλυε…» 
Συμβουλεύει: 
Να τιμωρείς, όχι μόνο όσους πέφτουν σε παράπτωμα, [αλλά δια της παραδειγματικής τιμωρία τους], και όσους πρόκειται να υποπέσουν να τους εμποδίσεις… [  έλεγε ο σοφός, Περίανδρος ο Ρόδιος] 
Η δίκαιη και άμεση τιμωρία είναι λύτρωση του πεινασμένου λαού, και παιδαγωγός ηθικής για την κοινωνία!...

Και από το αγκάθι, ας ανθήσει να βγει για την Πατρίδα μας τώρα το ρόδο!.. 
Θεέ μου !...
Της Τρίπολης οι λοχαγοί κλικ

Γιάννης  Στ Βέργος {Γορτύνιος }
26.10.2013 

Τετάρτη 9 Οκτωβρίου 2013

Απορίας άξιον- Συνέχεια 2

Ο παππούς, σιωπηλός, σκεφτικός, προβληματισμένος, ταραγμένος, φοβισμένος από τα παλιότερα γεγονότα και τα τωρινά, έβαλε το αριστερό χέρι του στον κρόταφο επάνω στο αυτί, σίμωσε, ζύγωσε,  πιο κοντά στο τζάκι, στύλωσε το κεφάλι του στο πόδι του τζακιού και περίμενε… 
Περίμενε, αφουγκραζόταν, αφουγκραζόταν, βουβός, αμίλητος, σαν κάτι  να ήθελε να ακούσει να έρχεται από μακριά…. 
Από άλλους τόπους...  
Και να το ακούσει αυτό  από την φωνή του τελάλη να έρχεται μέσα από την καμινάδα… 
Περίμενε,  περίμενε να ακούσει από νοημένους ανθρώπους  κανένα καλό μαντάτο… 
Την συμφιλίωση, την ειρήνη!.. 
Μα τίποτα…. 
Μόνο ο στρόβιλος του καπνού σιγοψιθύριζε ανεμίζοντας από το μπουρφούνι στην καπνοδόχο.

Τρίτη 24 Σεπτεμβρίου 2013

Τα δύο μεγάλα μπαλώματα

Αναδημοσίευση
Πηγή:www servou.gr

Πριν τον πόλεμο του 1940, οι τότε κυβερνώντες, αλλόμισθοι ιθύνοντες, εξέδωσαν φιρμάνι να σφαγιασθούν τα κοπάδια γιδιών, με το πρόσχημα ότι έτρωγαν τη βλάστηση. Η πραγματικότητα ήταν ότι, αφού τα σφάγιασαν, τα έστειλαν σε κάποιο κέντρο στο εξωτερικό και εκεί τα μετάλλαξαν σε κονσέρβες, σε μπότες, καμπαρτίνες και άλλες ενδύσεις του γερμανικού στρατού. Πήραν επίσης και τα μουλάρια, τον κινητήριο μοχλό για την επιβίωση, τα οποία όργωναν τη γη και μετέφεραν το κάθε τι. Πιθανώς και αυτά να έγιναν κονσέρβες και ενδύματα του γερμανικού στρατού.
Στη συνέχεια έγινε ο πόλεμος και ακολούθησε ο εμφύλιος, με ότι αυτό συνεπάγεται για την επιβίωση του λαού (ότι χειρότερο). Η Ελλάδα βρισκόταν στην πιο άθλια κατάσταση. Ήταν σχεδόν «καμένη γη του Ιμπραήμ». Κυριαρχούσε η απόγνωση, ενώ η πείνα, ο χειρότερος σύμβουλος του ανθρώπου, θέριζε.
Οι ηρωικές μανάδες (στην κυριολεξία και όχι μεταφορικά) μετέρχονταν οτιδήποτε, να δώσουν τροφή και ένδυση στις οικογένειές τους. Με τον κασμά έσκαβαν τα χωράφια και τους κήπους, ζαλωνόντουσαν ξύλα στην πλάτη τους και τα κουβαλούσαν στο σπίτι για ζέσταμα, μάζευαν αγκόρτσα και βελάνι, τα έψηναν στο φούρνο, τα έτριβαν με ένα λιθάρι και τα έκαναν αλεύρι.

Παρασκευή 13 Σεπτεμβρίου 2013

Το ξύδι της Κάτσιαινας

Του Βαγγέλη Κ Χριστόπουλου
Αναδημοσίευση πηγή: Μυγδαλιά Αρκαδίας

Είχαν δικά τους αμπέλια σε δυο τρείς μεριές, κάτι μακρινάρια κοντά προς τα Κερπινιώτικα. Ήσαν νοικοκυραίοι άνθρωποι με τα όλα τους. Καλλιεργούσαν αμπέλια και χωράφια ακούραστα. Το κρασί το κουβάλαγαν στο κελάρι τους με μουστιές και το έριχναν στα μεγάλα βαγένια που ήσαν αράδα - αράδα στον δροσερό αυτό χώρο.
Είχαν ποτιστικά χτήματα στον κάμπο, χωράφια στην Περαμεριά, στο Διχαλωτό, στα Σελά, στην Καρέκη και αλλού.
Η Κάτσιαινα πηγαινοερχόταν σε όλες τις δουλειές, χωρίς να νοιώθει κούραση. Ήταν γεροδεμένη και ψηλή γυναίκα, όμορφη που μάγεψε τον Κάτσια-Ανάστο και την παντρεύτηκε για την ομορφιά της!
Ήταν αφοσιωμένη μάνα και λαχταρούσε να φροντίζει τα παιδιά της, όταν γυρνούσαν από το παιγνίδι στο σπίτι βρόμικα, με γδαρμένα πόδια και πληγές.
Σάματι είχε γεννήσει και λίγα; Δέκα τέσσερες γέννες έκανε! Μα και τα συγγενικά της παιδιά, παιδιά της τα ένοιωθε. Τις ίδιες ημέρες που γεννήθηκε η κόρη της η Ξιοξιώ, γεννήθηκαν η Θιοφάνη του Κούφη και η Μαριγώ του Σταμίρη. Τις βύζαινε και τις τρείς μαζί, γιατί οι μανάδες τους δεν είχαν γάλα.
Όπου έβλεπε άδικο, μάλωνε. Μόλογο έμεινε με το χαστούκι που έδωσε στον Μπαρούνοκώστα κοντά στον πλάτανο της εκκλησιάς. Η Σταμιροβαγγελιά ήταν ανιψιά της και είχε αφήσει τα πρόβατά της στο χωράφι του Μπαρούνη που ήταν πάνω στ’ αμπέλια, « Στη Μπαρουναίϊκη χούνη». Εκείνος θεώρησε καλό να την μαλώσει και ίσως να την χαστούκισε κιόλας . 
Η Κάτσιαινα τότε πήρε τον νόμο στα χέρια της και ανταπέδωσε το χαστούκι!.

Παρασκευή 30 Αυγούστου 2013

Ο τσοπάνος.Έφυγε και πάει...

Έφυγε και πάει και ο τελευταίος τσοπάνης του χωριού μας… 
Μουγγάθηκαν, βουβάθηκαν τα γίδια  βούλωσαν τα κουδούνια, σταμάτησε να χτυπά να ακούγεται το κυπρί από μούσκλο τραγί, το γκεσέμι. 
Δεν ακούγεται το σαλάχισμα, δεν αντιλαλούν οι ρεματιές, στης Γκούρας το φαράγγι,  στην τρανή σπηλιά, από το σφύριγμα, το σαλάχισμα και το τραγούδι του τσοπάνη. 


Ρήμαξαν οι ρεματιές, τα λόγγια, τα πλάγια, οι ραχούλες…. Του Γερμάζι,  ο Παλιόμυλος του Λαχταρή τα Ήθια, Γκουφόλογγας Γκούρα και Μαλαλάζια. 
Οι πέρδικες δεν λαλούν την κονταυγή και οι λαγοί φοβούνται την σιγή, την ερημιά της φύσης, στην λούφα τους λουφάζουν… 
Ο αετός και το γεράκι  και αυτά δεν  φτερούγισαν μέρες τώρα στο βουνό, στον Αρτοζήνο…  
Το ροδάμι μαράζωσε, δεν άνθησε ακόμη στην ραχούλα… 

Μόνο το θλιβερό πουλί, το κλαψοπούλι, την νύχτα βγαίνει μοναχό,  στο δέντρο στο κισσό, μοιρολογάει και κλαίει. 
Κλαίει την συμφορά, την ερημιά της φύσης…. 
Κλαίει και  αυτό το τελευταίο σύντροφό του, τον τελευταίο του χωριού μας παραδοσιακό τσοπάνη!... 
Τον Μαρίνη τον Σκούρο, που έφυγε και πάει…. 

Τα γίδια του, αυτός χαιρέτησε με ένα σφύριγμα του, αλλιώτικο από τα άλλα και εκείνα αμέσως κατάλαβαν το τι συμβαίνει… 
Σταμάτησαν  το βέλασμα και ακίνητα βούλωσαν τα κουδούνια, τα τροκάνια… Ησυχία, σεβασμός, η ψυχή του τσοπάνη μας περνάει…. 
Τρεις μέρες έμειναν νηστικά και άλλες τρείς ανάρμεγα, δεν βγήκαν τώρα από την στρούγκα,  αυτές τις ημέρες για βοσκή,   δεν σκάρισαν τις νύχτες του Αυγούστου για το φεγγαρόβοσκο, νερό δεν θέλουνε να πιούνε... 

Έφυγε εκείνος… 
Εκείνος που τα αγάπαγε, τα χάιδευε, τους μίλαγε με το όνομά τους. 
Εκείνος που στο σκάρισμα, στο νυχτόβοσκο, λαγοκοιμότανε σιμά τους. 
Εκείνος που τα σαλάχαγε, τους σφύριζε και αυτά ήξεραν τι τα θέλει… 
Και τώρα το σκυλί, το τσοπανόσκυλο, νηστικό, το ηλιοβασίλεμα μέχρι το πρωί, εκεί στην ράχη την αγναντερή, σιμά στην καγκελόπορτα με θλιμμένο το βλέμμα του κάθεται και περιμένει…
Περιμένει για να  βγει  από μέσα την κονταυγή ο τσοπάνης και δύο τρεις φορές την κονταυγή λυπητερά γαβγίζει... 
Του μιλά για να ακούσει…  
Να σηκωθεί… Χάραξε… Φώτισε...  του φωνάζει...
Την στάνη του να βγάλει, να σκαρίσει για βοσκή… 
Μα αυτός,  απόστασε… βαριοκοιμάται… 

Από μικρός έμεινε ορφανός, κατατρεγμένος από την μισαλλοδοξία των τρανών, που θέλουν να διαφεντέψουν την ζωή, τις τύχες των ανθρώπων, των λαών και στο πέρασμά τους αφήνουν ξωπίσω τους τα σύνεργα του διαβόλου… 
Ένα τέτοιο σύνεργο  από τα πολλά που έσπειραν και άφησαν αυτοί στην Γη μας, για να φυτρώσουν συμφορές. 
Ένα από αυτά, παιδί τότε, το βρήκε και έπαιζε με δαύτο και αυτό έσκασε και φύτρωσε στο μάτι του την συμφορά. 
Οι μισαλλόδοξοι του πήραν για λάφυρο τους, το παιδικό του μάτι…  
Και  έμεινε σε όλη την ζωή του με το ένα… 

Όμως δεν έσκυψε το κεφάλι, με θάρρος παλικαρίσια πάλεψε την ζωή!... Αγάπησε την φύση, την ζωή,  την στάνη του και η φύση τον αγάπησε… 
Τίμια ανάθρεψε τα πέντε παιδιά του, παραδοσιακά  με τα γιδοπρόβατα του. Αγάπησε τους συγχωριανούς του και τον αγάπησαν!.. 
Καλοσυνάτος, πρόθυμος, εργατικός, κοινωνικός, συμμετείχε στις χαρές και στις λύπες των συνανθρώπων του.
Έφυγε από το χωριό μας, ο παραδοσιακός, λαϊκός τύπος. 
Έφυγε  και πάει  και ο τελευταίος παραδοσιακός λαϊκός  τσοπάνης!…. 

Στην μνήμη του
Ποιμενικός σκοπός
Με γέλασαν μια χαραυγή κλικ


Γιάννης Στ Βέργος { Γορτύνιος}
29.08.2013

Τρίτη 13 Αυγούστου 2013

Το πρώτο μου ταξίδι

Του Ηλία Θ.Χειμώνα 
(ιατρός Καρδιολόγος υποπτέραρχος ε.α)
καλοκαίρι 1957
Πηγή: http://www.servou.gr
Μόλις είχα τελειώσει το Δημοτικό Σχολείο και είχα δώσει εισαγωγικές εξετάσεις στο Γυμνάσιο Λαγκαδίων. Τότε δεν ήταν ακόμη υποχρεωτική η δωδεκαετής εκπαίδευση και για να γίνει κανείς δεκτός στο Γυμνάσιο (εξατάξιο τότε) έπρεπε να πετύχει στις εξετάσεις που γίνονταν τον Ιούνιο. Είχαμε θερίσει, είχαμε μαζέψει τα αλώνια και τα μπουλούκια ήταν έτοιμα να φύγουν για μαστοριά, το Αυγουστιάτικο ταξίδι.   
Ο πατέρας μου, πρωτομάστορας από τότε που πέθανε ο μεγαλύτερος αδελφός του Αγγελής, το καλοκαίρι του 1953, αποφάσισε να με πάρει μαζί του μαστορόπουλο, μέχρι να ανοίξουν τα σχολεία
«Για να ιδείς» μου είπε, «πως βγαίνουν τα λεφτά και να διαβάζεις».
Η αλήθεια είναι ότι είχαμε ανάγκη και από τα λεφτά. Θα έπαιρνα μισό μερδικό εγώ και μισό ο γάιδαρος μου. Κάθε άτομο από το μπουλούκι δικαιούταν συνήθως να έχει ένα ζο (μουλάρι ή γαϊδούρι) και έτσι ο πατέρας μου, που μόνος του θα έπαιρνε μόνο το μουλάρι μας για δουλειά, όταν πήγαινα και εγώ θα μπορούσε να πάρει δύο ζα.
Δεν μου κακοφάνηκε που θα πήγαινα τόσο μικρός στη μαστοριά, γιατί τότε όλοι στην οικογένεια, μικροί-μεγάλοι, δουλεύαμε.