Σάββατο, 7 Ιανουαρίου 2012

Ο πετροπόλεμος- δεκαετία 1950

Όλοι, από μικροί τότε μαθαίναμε στις πολεμικές  τις τέχνες και τα εργαλεία τους με επιδεξιότητα να χρησιμοποιούμε και τα εργαλεία αυτά ήσαν πρώτα-πρώτα τα μέλη του σώματός μας, τα χέρια και τα πόδια, το στόμα και τα δόντια.   
Από τα πόδια και τα χέρια, που πρέπει να είναι άξια, αρχίζει η πολεμική τέχνη!..
Η τέχνη των ποδιών ήταν στη κλοτσιά, που τότε όλοι κλωτσάγαμε σαν τα τσινιάρικα μουλάρια!
Από τα χέρια, ήταν το κόλπο της γροθιάς, σε ποιο σημείο του σώματος τον άλλον θα βαρέσεις, όχι να τον σκοτώσεις, αλλά πολύ για να τον πονέσεις! 
Να πέσει ξερός, ακούνητος κάτω.

Δευτέρα, 2 Ιανουαρίου 2012

Το αλεξίπτωτο


Το αλεξίπτωτο
Ήταν καλοκαίρι απόγευμα, ο ήλιος είχε γύρει προς την δύση και κόντευε να βυθιστεί  μέσα στης   θάλασσας τα βάθη. Πέρα μακριά  στο Κατάκολο και πύρινες φλόγες σαν σύννεφα, η αντηλιά της θάλασσας, στον ορίζοντα βγάζει. 
Οι ξωμάχοι σιγά,  σιγά,  μαζεύονται για κούρνια στο σπιτικό τους. 
Τα παιδιά, άλλα έρχονται από τις έξω δουλειές και τα μικρότερα μαζεύουν στην αυλή του σπιτιού και ταΐζουν τα οικόσιτα ζώα, κότες και γουρούνι, για να τα κλείσουν στο κατώγι. 
Φέρνουνε με την βαρέλα φρέσκο, κρύο νερό, από την βρύση, να βρούνε αυτοί που έρχονται από μακριά, από τις έξω  δουλειές, οι ξωμάχοι, να πιούν, να δροσιστούν ,να ξεδιψάσουν. 
Ξάφνου ακούγεται να χτυπά, γρήγορα, διαρκώς και δυνατά,  η καμπάνα, του χωριού. Να σταματά για λίγο και μετά πάλι αμέσως, πάλι ξανά, να αρχίζει. 
Φώναζε, μίλαγε, καλούσε, την κοινωνία του χωριού, η μικρή καμπάνα, που ήτανε τότε κρεμασμένη στης άφτιαχτης εκκλησιά στο πουρνάρι. 
Ήταν η καμπάνα που όταν την χτύπαγε ο δάσκαλος για να πάνε τα παιδιά στο σχολειό, την λέγαμε αηδονάκι.<< Χτύπησε  και ακούστηκε το αηδονάκι>>   
Τρέχτε γρήγορα για το σχολειό παιδιά.. έλεγε η καμπάνα!...Έτσι λέγαμε το πρωί και ξεκινάγαμε γρήγορα, γρήγορα, όλα τα παιδιά να πάνε , να πάμε στο σχολειό, τα γράμματα να μάθουμε. 
Μα τούτη   την φορά, δεν χτύπαγε έτσι όπως τις άλλες φορές!.. 
Αυτό το κτύπημα ήταν διαφορετικό, δεν ήταν το συνηθισμένο και ημέρα κόντευε να συδώσει.  Όλο το χωριό ξαφνιάστηκε και αναρωτήθηκε: 
Τι λέει άραγε, η καμπάνα;… Τι να θέλει;… Τι να συμβαίνει;… 
Και η καμπάνα με αυτό το χτύπημα,  κάτι  ήθελε να ειπεί,  κάτι να ανακοινώσει, κάτι σπουδαίο, επείγον,  ασυνήθιστο γίνεται,  κάτι συνέβη στο χωριό, ίσως επικίνδυνο!... Τρανό μεγάλο!...
Δεν χτύπαγε τότε η καμπάνα, ποτέ χωρίς λόγο και μάλιστα παράωρα. 
Κάτι τρανό σπουδαίο επείγον έγινε, που όλοι οι κάτοικοι σύσσωμοι πρέπει να το αντιμετωπίσουν. Πρέπει αμέσως να ετοιμαστούν, να βγούνε να ακούσουν, το τι θα ειπεί  ο τελάλης και αυτοί ανάλογα, όπου και αν βρίσκονται, αμέσως, χωρίς καθυστέρηση,  κατά τις εντολές να πράξουν. 
Και αν είναι και έγινε, η πρόκειται να γίνει, κάτι  κακό για το χωριό, όπως είναι και ευρίσκονται, όλοι, μικροί- μεγάλοι να τρέξουν,  να βοηθήσουν και το κακό να διώξουν.  Έτσι ήταν τότε τα πράματα και λειτουργούσαν του χωριού οι άνθρωποι,  η κοινωνία..
Έτσι και αυτή την φορά.
Όλοι βγήκαν έξω, όλοι σταμάτησαν τις δουλειές τους  και έστησαν το αυτί τους για να ακούσουν. Οι γριές και οι γέροι που δεν άκουγαν καλά, έβαζαν στο αυτί  το  χέρι τους,  το τέντωναν να ακούσει… το τι θα ειπεί με την βροντερή φωνή ο τελάλης. 
Και ο τελάλης φώναξε, προς την μεριά του απάνω χωριού, τον μαχαλά και μετά γύρισε και φώναξε να ακούσουν και προς τον κάτω μαχαλά και αυτά τα λόγια είπε: 
Ακούστε χωριανοί… 
Ήρθε ο στρατός!... 
Το ακούσατε εεε, ήρθε ο στρατός!.... 
Και διαταγή μεγάλη δίνει, όλοι συφαμελικώς να μαζευτείτε, να μαζευτούμε, αμέσως στην πλατεία του χωριού. 
Ο αξιωματικός του στρατού να μας μιλήσει... 
Κλείστε μέσα στα κατώγια, τα ζά,  τις γίδες, τις κότες, το γουρούνι και ελάτε γρήγορα…. 
Την εντολή, την διαταγή να εκτελέσουμε, γρήγορα- αμέσως…. 
Σε λίγο, όλοι, γέροι, νέοι, παιδιά, γυναίκες και άντρες, κατά την διαταγή μαζεύτηκαν στην μικρή τότε πλατεία  του χωριού, που ήταν μπροστά στο μαγαζί του Θοδωρή του Τρουπή του Αλούπη. 
Τότε, αυτή την εποχή είχε αγοράσει ο Μαρίνης ο Ρουσιάς ένα παλιό σπίτι, το σπίτι του, το σημερινό καφενείο και το έκτιζε θα ήταν το 1951-52 
Επάνω στην ταράτσα είχε πέτρες και έξω στην κατά  την μεριά του Λιά Σχίζα, ένα σωρό πέτρες και άμμο. 
Μόλις μαζεύτηκε όλο το χωριό, ο αξιωματικός, μας μίλησε θυμάμαι, για τα ένδοξα κατορθώματα του Ελληνικού στρατού, τις μάχες του Ρούπελ, τον Γράμμο, του Βίτσι!.. Χωρίς από αυτά εμείς τα παιδιά να πολύ καταλαβαίνουμε… 
Μας είπε και για τον ήρωα,  τον Θοδωρή τον Κολοκοτρώνη!.. 
Και ερώτησε εάν τον έχουμε ακούσει. 
Με μία φωνή όλοι απάντησαν, ναι εεε. 
Ύστερα μερικοί φαντάροι επήγαν  επάνω στην ταράτσα.  
Άπλωσαν σε δύο μεγάλα παλούκια, ένα  άσπρο πανί, σαν μεγάλο σεντόνι. 
Θα ήταν καραβόπανο, επήγα από κοντά να το πιάσω,  με έδιωξαν. 
Ο αξιωματικός έβαλε με μια μανιβέλα, ένα μηχάνημα και βούιζε πολύ,  τόσο πολύ, λες και δούλευε η φτερωτή, ο νερόμυλος του  Τρουπή, μαζί με το βαρδάλι. 
Και  το μηχάνημα αυτό έβγαζε φώς και λαμποκόπαγε η πλατεία. 
Τέτοιο φώς στο χωριό δεν είχε και ούτε είχαν οι περισσότεροι ξανά ιδωμένο. 
Το ρετσίνι  που το έβγαζαν από τα βαρέλια του κρασιού όταν τα κουμαντάριζαν να βάλουν το φρέσκο, το φύλαγαν και επάνω  σε κεραμίδια τότε το έκαιγαν για φωτίζουν και αριά και που φώτιζε, καμιά λαμπίτσα με λαμπόγυαλο, πετρελαίου και εκείνη την άναβαν στις γιορτινές τις ημέρες, λίγο τα βράδια, να μη σωθεί το πετρέλαιο. 
Και δούλευε  αυτό, το ένα μηχάνημα και έκανε να  περιπατούνε στο πανί, άνθρωποι και να τρέχουνε σαν άγρια θηρία, στα βουνά, στις λάκες και να ξερνάνε φωτιές και βλήματα κάτι μεγάλα ντουφέκια. 
Ήσαν τα Αμερικάνικα τάνξ, που πέρναγαν βουνά, ρέματα, λαγκάδια και πουθενά δεν κώλωναν. 
Και όπως είχανε  βαλμένο το πανί, εμείς  ο κόσμος κοιτάγαμε προς τον Αρτοζήνο το χαλασμένο βουνό. Φαινότανε, ήτανε  σαν να λες, ότι  ξεφύτρωναν από εκεί, όλα αυτά τα παράξενα και ερχόταν προς το εδώ, προς το χωριό και όλοι κοιτάγαμε με κομμένη ανάσα, το τι θα γίνει… 
Μόλις τους είδαμε σκιαχτήκαμε, και από μέσα μας με κομμένη την ανάσα είπαμε: 
Να αυτοί είναι οι πραγματικοί διάβολοι!.. 
Νάτοι , νάτοι… έρχονται, να  που  τώρα ήρθανε και φτάσανε στο χωριό μας.  
Εμείς τα παιδιά τότε νομίσαμε ότι, για αυτούς τους διαβόλους, όπως φαίνεται θα βάρεσε η καμπάνα να μαζευτούμε εδώ, όλοι μαζί, ο κόσμος και στρατός  να  τους διώξουμε από το χωριό μας… 
Πρώτα, διαβόλους, φαντάσματα, στοιχειά, ακούγαμε, μα δεν τα βλέπαμε!.. 
Να τα!... 
Να τα! 
Τώρα!... 
Μόλις ακούμπαγαν κάτω στην Γη , έκλεινε μόνη της η ομπρέλα και αυτοί με ένα μεγάλο μαχαίρι  γρήγορα κάτι έκοβαν και αμέσως άρχιζε τρέχοντας  να ακούγεται, μπαμ, μπαμ, μπαμ, τρι τρι τριιιιι.   
Φωτιές, φλόγες βγαίνανε από παντού και από τις δύο τις μεριές που ρίχνανε  και τρέχοντας πηγαίνανε και ερχόσανται  μέσα στις φωτιές αυτοί  οι διάβολοι. 
Και εμείς τα παιδιά λέγαμε, αμέσως γρήγορα να τους διώξουμε,   να φύγουνε από το χωριό μας αυτά, τα πράγματα, αυτά τα κακά , αυτοί οι διάβολοι!... 
Μας φτάνουνε τα στοιχειά και τα φαντάσματα που έχουμε μαζί με τις νεράιδες. 
Δεν θέλουμε άλλα!... 
Μας φτάνουν – μας φτάνουν… 
Οι μεγάλοι αυτούς να κυνηγήσουν και εμάς τα παιδιά να μας αφήσουν  να πάμε να μαζέψουμε αυτές τις ομπρέλες!... 
Χρήσιμες θα μας είναι αυτές για την βροχή  που φτιάχναμε τότε για την βροχή να μη βραχούμε, το σακί, κατσούλα. 
Αυτή την στιγμή σκέφτηκα να πάω, να πάρω από αυτές, μία, πρώτος, να μη τις πάρουνε άλλοι, από τα διπλανά χωριά. 
Πήγα τότε πιλάλα,  μαζί με άλλα δύο παιδιά[ δεν θυμάμαι τώρα ποια ήτανε, αν το θυμούντε ας το ει πούνε]να πάρω  μέσα  από εκεί, από το πανί, μία από αυτές τις ομπρέλες και με διώξανε, γελώντας, οι στρατιώτες… 
Και εγώ τώρα γελάω!... Τότε;.. 
Χωρίς να μας, να με αφήσουν,  που ήθελα, ζήτησα  και έκλαιγα, να πάρω από αυτές τις ομπρέλες, που νόμισα πως ήσαν εκεί, χάμου, πεσμένες- πεταμένες, μία. 
Για την βροχή τους είπα την θέλω!... 
Και δεν με άφησαν!...
Μετά ξανάφαναν στο βουνό να έρχονται και να πηγαίνουν πέρα –δώθε κάτι μεγάλα πράγματα που κύλαγαν επάνω σε κάτι μεγάλα καρούλια. 
Πήγαιναν  γρήγορα και την πίσω την μεριά τους, είχανε και σουρνόσασταν κάτι μεγάλα, μεγάλα πράγματα που έμοιαζαν σαν τα δικά μας του χωριού, τα ξύλινα τα αλέτρια. Χωνόταν αυτά βαθιά, μέσα στην Γη και γύριζαν το χώμα ανάποδα και είπα: 
Να αυτά, είναι καλά, ήρθανε και οργώνουν και το χωράφι μας στον Αρτοζήνο, που κάθε χρόνο σπάνε δύο αλέτρια. 
Αυτά, να μείνουνε, εδώ να μη φύγουνε, ποτέ, να οργώνουν ούλα τα χωράφια του κόσμου και πρώτα από όλα την λάκα του μπάρμπα μου του Νικόλα που κάνει καλά μεγάλα αραποσίτια και  για να υπάρχουνε να κλέβω να ψένω!... να τρώω!...
Και εκεί που έλεγα αυτά, να αμέσως  φυτρώσανε και μεγαλώσανε τα αραποσίτια και γίνανε τόσο ψηλά και είχε η κάθε κλάρα, δύο ,τρία και τέσσερα  μεγάλα ντρουμπούκια!...
Όχι σαν τα κότσαλα!...  τα δικά μας… .
Και ήμουνα τρισευτυχισμένος, που την άλλη μέρα θα πάω και θα κόβω το ένα, από κάθε κλάρα, θα το ψένω και θα το τρώω και θα περνάω μπέικα!... 
Μα τα χώματα αυτά δεν ήτανε όταν μετά κατάλαβα του Αρτοζήνου, αλλά  μακριά, του Καναδά!...
Μετά ο αξιωματικός μίλαγε για τον στρατό τον Ελληνικό και τα κατορθώματά του και ότι είναι κοντά στον κόσμο και υπερασπίζεται την πατρίδα και τα δίκια του. 
Είπε τότε, όταν γίνεται ο έρανος για την φανέλα του στρατιώτη!...
 Όλοι, πρέπει να δίνουμε... 
Το να μη φάμε μια ημέρα, μια φορά δεν πεθαίνουμε... 
Τα παιδιά  οι στρατιώτες, εκεί ψηλά στα βουνά που φυλάνε την πατρίδα, μέρα, νύχτα, με χιόνια και βροχές, κρυώνουν, ξεπαγιάζουν και θέλουν φανέλες και σκαλτσούνια… Όλοι τότε μικροί, μεγάλοι, σκεφτήκανε τους φαντάρους μας, και για τα παιδιά τους, τα αδέρφια τους, για τους στρατιώτες μας, έκλαιγαν! 
Και όλοι, μικροί μεγάλοι στο έρανο αυτό, για τον στρατιώτη, ότι είχαν έδιναν!... 
Για την φανέλα του στρατιώτη!... 
Για την φανέλα!... 
Πήγαινε η φανέλα;….
Έφτασαν οι κάλτσες στο βουνό, στους φαντάρους;... 
Μας μίλησε για τον Αμερικανικό στρατό, ότι είναι άξιος καλός  και μας αγαπάνε οι Αμερικάνοι, μας είπε, ότι άμα κινδυνεύουμε θα έρθουνε από τον ουρανό με τα αλεξίπτωτα, όπως του είδαμε, να μας βοηθήσουν, να μας ελευθερώσουν. 
Μας στέλνουν και κονσέρβες να φάμε και εκεί, μας μοιράσανε μερικές κονσέρβες, σε κάθε οικογένεια από μία.
Τις έστειλε η Αμερική, η Ούντρα!... μας είπε. 
Και όλοι, ήταν ευχαριστημένοι!... 
Τέτοιο φαγητό νόστιμο δεν είχα ξανά φάει!...
Όλη νύχτα δεν κοιμήθηκα. 
Τριβέλι στο μυαλό μου μπήκε. 
Ο δάσκαλος στο σχολειό που πήγαινα τότε Δευτέρα -Τρίτη τάξη μας έλεγε, πως ο Ελληνικός στρατός είναι ο καλύτερος από όλους τους άλλους!...  
Είναι ρωμαλέος, ποτέ του δεν νικιέται, πάντοτε είναι νικητής, είναι ένδοξος και έχει πάντοτε δάφνες!…  
<<Η Δόξα με τα αθάνατα φτερά που στην Ελλάδα πάντα περιπατεί…. >>
 Έχουμε ήρωες τρανούς, τον Κολοκοτρώνη με το σπαθί στο χέρι!...
<< Κολοκοτρώνη φώναξε και όλος ο κόσμος τρόμαξε>> μας έλεγε ο δάσκαλος!… Τώρα ποιόν να πιστέψω;… 
Αυτόν τον αξιωματικό που ήταν ξένος που ήρθε στο χωριό και έφυγε ή τον δάσκαλο που είναι από το χωριό μου τον γνωρίζω και όλους μας,  μας γνωρίζει, και ξέρει γράμματα πολλά!… 
Και ψέματα ο δάσκαλος, δεν λέει!...  
Επίστεψα σε αυτά που μας έλεγε ο δάσκαλος μας, ότι είμαστε άξιοι εμείς οι Έλληνες, έξυπνοι, καλύτεροι και προ κομμένοι από όλους τους άλλους!...
Επίστεψα με δύναμη μεγάλη και είπα: 
Λέει ο δάσκαλος ψέματα;   
Δεν λέει!...
Αυτός μας λέει, να μη λέμε ποτέ μας ψέματα!... 
Τότε  για να μας συμβουλεύει, αυτός, εμάς, ο δάσκαλος,  ψέματα δεν λέει. 
Αυτόν, τον δάσκαλό μας, θα πιστέψω!...
Σκέφτηκα και είπα: 
Τι είναι αυτοί, οι παλιό Αμερικάνοι, και αυτοί που θέλουν να μας κάνουν τον καμπόσο, να έρθουνε και από τον ουρανό, όταν υπάρχει κίνδυνος στην πατρίδα μας να την σώσουν!... 
Δεν θα την αφήσουμε, εμείς, οι Έλληνες, να γίνει αδύνατη, να την μπορούν να την νικήσουν, οι άλλοι!... 
Έχουμε εμείς οι Έλληνες, για παράδειγμα τον Μέγα Αλέξανδρο, τον στρατηλάτη, με το άλογό του τον Βουκεφάλα, σε αυτόν πρέπει να μοιάσουμε!... 
Και θα μοιάσουμε… 
Τι είμαστε εμείς; 
Τι είμαστε;… 
Ξεφουσίδια!... 
Μπιτ, για μπιτ!... 
Που θα ζητήσουμε,  θα θέλουμε να έρθουνε αυτοί, και από τον ουρανό μας, να μας σώσουν, όπως μας λέει αυτός, οι Αμερικάνοι, οι  φαντάροι… 
Αυτοί είναι που ήρθανε και πηδήξανε στον Αρτονήνο με τα αλεξίπτωτα και τους φάνηκε, πως κάτι κάνανε;... 
Κατόρθωμα μεγάλο!... 
Σιγά, κάτι είναι αυτό  και εγώ αυτό, μπορώ να το κάνω!... 
Τι είναι αυτό, που δεν μπορώ; 
Και  γιατί δεν μπορώ; 
Ποιος μπορεί να με εμποδίσει; 
Από ψιλά και ακόμη ψιλότερα να πηδήξω; 
Κανένας!...
Θα τους δείξω!..Εγώ, τώρα!...
Τότε γινότανε το σπίτι του Μαρίνη του Ρουσιά στην πλατεία και χώματα σκαμμένα, ανάλαφρα, από τα θεμέλια, ήταν σορός στην κάτω μεριά του σπιτιού. 
Εμείς τα παιδιά από πάνω το δρόμο παίρναμε φόρα και πηδάγαμε από το ύψος αυτό  προς τα κάτω επάνω στα χώματα και δεν παθαίναμε τίποτα!... 
Έτσι είπα!...
Κάτι κάνανε αυτοί οι Αμερικάνοι, οι φαντάροι, όπως ο αξιωματικός μας είπε: 
Πως είναι σπουδαίοι!… 
Τίποτα, τίποτα δεν είναι αυτοί, μπροστά, σε εμάς!... 
Και επήρα την απόφαση αυτό να κάνω… 
Το ότι δεν είναι  αυτοί, τίποτα, να τους το αποδείξω!... 
Θα σας ειπώ, εγώ τώρα και θα σας αποδείξω, να δούμε, ποιός είναι ο καλύτερος, ο άξιος!..
Εγώ, η  εσείς;…  
Σκέφτηκα και γρήγορα το αποφάσισα, για αλεξίπτωτο και εγώ να χρησιμοποιήσω την μεγάλη, την καινούργια  ομπρέλα,  όχι αυτή που ήτανε τρούπια, αλλά την καλή!.. Αμέσως έβαλα το σχέδιο σε ενέργεια και εφαρμογή, για να έχω απόδειξη μεγάλη, ότι εμείς οι Έλληνες είμαστε οι μεγάλοι… 
Πιο άξιοι δεν είναι άλλοι!...
Θαρρετά, τροχάδην από την σκάλα κατέβηκα,  ξεκρέμασα και άρπαξα στα χέρια μου, την καινούργια ομπρέλα. 
Με φόρα στην σκάλα ανέβηκα, με θάρρος, με ζωηράδα και χωρίς σκέψη καμία, με την πεποίθηση και την χαρά την μεγάλη, ότι εγώ είμαι ο νικητής και  όχι, οι άλλοι,  άλλος, κανένας…. 
Στο παράθυρο που ήτανε ανοιχτό και εννέα μέτρα ύψος, με την ομπρέλα, αλεξίπτωτο,  την άνοιξα, φωνάζοντας, <<Ζήτω η Ελλάς>> Πηδάω!..
Ευτυχισμένος στον αέρα ήμουνα!... 
Μα σαν έσκασα κάτω;… 
Η μπανέλα της καινούργιας ομπρέλας, αλεξίπτωτο, γύρισε, και από το λαιμό μου κάτω από το σαγόνι πέρασε και μου τρύπησε, πέρα, για πέρα την γλώσσα!... 
Εννόησα,  βρήκα δύναμη, το τράβηξα, το έβγαλα!... 
Άλλο τίποτα πια, δεν θυμάμαι!… 
Με μάζεψαν, πως ,ποιος;… 
Δεν ξέρω!... 
Ποτέ  δεν ρώτησα, δεν ήθελα να μάθω!.. 
Και ο πατέρας μου, τρεις ώρες δρόμο, μέχρι την Δημητσάνα, με το μουλάρι μας την Γκιοσούλα μας, τρίχα και στάλα ο ιδρώτας της, τρία τέταρτα το κάνει!… 
Στη μέση την πλατεία το μουλάρι το άφησε και με το ταξί, του Βαλά στην Τρίπολη στο νοσοκομείο με πηγαίνει. 
Με έραψαν στο λαιμό , την γλώσσα την αφήνουνε έτσι!.. 
Να είναι για τους Αμερικάνους, τρανή, ηρωική απόδειξη!..  μεγάλη… 
Της λεβεντιάς, παράσημο- καμάρι!... 
Το λίγο που ψευδίζει!...
Και είπανε τότε οι γιατροί, η γλώσσα ράψιμο δεν παίρνει…  
Τα τέτοια αστεία, εσείς παιδιά, μη κάνετε… 
Στάθηκα τυχερός, δεν μου άφησε κουσούρι!...
Με χρυσοπλήρωσε τότε, ο μακαρίτης ο πατέρας μου!...


Γιαννης Στ Βέργος{ Γορτύνιος}
14.09.2011


Αφιερώνεται: 
Στην μνήμη του πατέρα μου

Λεξιλόγιο:
-Εξωμάχοι- ξωμάχος= έξω+ μάχη. Αυτοί που δίνουν μάχη έξω στην ύπαιθρο, αυτοί που παλεύουν για την ζωή έξω στην ύπαιθρο, αυτοί που εργάζονται σε αγροτικές και κτηνοτροφικές σκληρές εργασίες, οι εργάτες της γης και της στάνης
-Καρούλια: Κάρου+ ροή, εξάρτημα που κυλάει κινεί το κάρο, μικρός τροχός, που βοηθάει στην κίνηση, {μεγάλο καρούλι-μεγάλος τροχός}
-Κούρνια: Το μέρος το ασφαλές που πηγαίνουν το ηλιοβασίλεμα τα πουλιά , τα πετεινά  να σταθούν να κοιμηθούν. Για τους ανθρώπους το σπίτι τους, το κρεβάτι τους
-Οικόσιτα: Οικόσιτος. Οίκο  διτίζω, ταϊζω στον οίκο, αυτός που σιτίζεται στο σπίτι. Τα κατοικίδια ζώα.
-Ντρουμπούκι: Ο μεγάλος επάνω στην κλάρα καρπός του αραβοσίτου - ο μικρός καρπός < κότσαλο >
-Ξεφουσίδια: ξεφουσίδι,  εξω + φούσκωμα, χωρίς φούσκωμα άδειο κενό, το άδειο κεφάλι  χωρίς μυαλό, άδειο σώμα χωρίς δύναμη, πεθαμένο, ο  απρόκοπος, άχρηστος άνθρωπος, τιποτένιος.
-Σκαλτσούνια: Κάλτσες μάλλινες, πλεκτές
-Συφαμελικώς: Συν + φαμελιά, μαζί με την φαμελιά,  μαζί όλη η οικογένεια
-Τελάλης: Τέλος+ Λαλώ, μακριά μιλάω, μιλάω και η φωνή ακούγεται μέχρι τέλος που δεν βλέπουμε άλλο, μακριά. Αυτός που έχει δυνατή φωνή και ακούγονται μακριά. --Αυτόν που χρησιμοποιούσαν να ανακοινώνει για το ακούνε και να το πληροφορούνται μακριά, όσο το δυνατόν περισσότεροι άνθρωποι.
-Τριβέλι: αυτό που τρίβει, η σκέψη η επίμονη, η σκέψη που κάνεις προσπάθεια επίμονη να δώσεις απάντηση να βρεις λύση σε προβληματισμό.
-Βαρδάλι: Ξύλινο εξάρτημα του νερόμυλου, Τόξο από ξύλο προσαρμοσμένο  το ένα άκρο του, στο κασόνι που  περιείχε το καρπό για να αλεστεί, και το άλλο, ήταν εφαπτόμενο  στο οδοντωτό  εσωτερικό κύκλο της πέτρα του νερόμυλου, η οποία κινούμενη ανεβοκατέβαζε αυτό το τόξο <βαρδάλι> και μετεδίδετο  η κίνηση τράνταγμα στο κασόνι και έπεφται από την τρύπα ο καρπός σιγά,   σιγά  στο κέντρο της επάνω πέτρα  για να μπει με την κίνηση ενδιάμεσα στις δύο πέτρες για να αλεσθεί να γίνε το αλεύρι