Παρασκευή, 30 Νοεμβρίου 2012

Το δίλημμα

Καλά περνούσε ο κόσμος στη επαρχεία, στα χωριά!...
Ανέμελα, χωρίς πολλές, μεγάλες στενοχώριες, με γλέντια, χορούς και πανηγύρια. 
Ήρθανε όμως τα χρόνια τα άσχημα, από το μυαλό των ηγετών, το φταίξιμο των ανθρώπων. Συνεμπήκε, χωρέθηκε  και ο διάβολος και έπεσε η κατάρα… 
Η γκρίνια, η φαγωμάρα!… 
Χωρίς αιτία και αφορμή, οι άνθρωποι μαλώνανε μεταξύ τους… Και ολημερίς ήσαν στα δικαστήρια!..  Τις καλλιέργειες στα χωράφια τους τις παράτησαν… 
Δεν  πρόσεχαν, δεν τάιζαν τις κότες!...
Και αυτές πεισμάτωσαν, να  τους γεννάνε αυγά, σταμάτησαν!...
Δεν θέλουν…  
Στην αρχή η λίγη γκρίνια, σαν την φωτιά απλώθηκε και έγινε πολύ, μεγάλη… 
Το κακό έχει παραπάρει… 
Και ο παπάς του χωριού, που όλοι οι άνθρωποι από τις συμβουλές του, δεν παίρνανε, δεν είχε τίποτε άλλο να κάνει, κατέφυγε στην μοναδική ελπίδα. 
Στην Παναγιά!.. 

Σάββατο, 17 Νοεμβρίου 2012

Ευτυχία

Σαν τι να είναι αυτή η Ευτυχία; 
Αυτή που όλοι μας  την επιδιώκουμε, για αυτή που όλοι αγωνιζόμαστε, την θέλουμε και την αναζητούμε! 
Που να είναι, που να βρίσκεται, που, πως να την ψάξουμε,  και πώς να την βρούμε; Αίσθηση, αίσθημα, ψυχικό συναίσθημα και ίσως του πνεύματος ψευδαίσθηση να είναι η ευτυχία, αφού δεν κάθεται πολύ, ούτε καν στην καθέκλα της, αυτή, σε αυτήν  για να την χλιάνει!… 
Και μη την ψάχνουμε αλλού, παρέκει, πιο έξω, εδώ δίπλα μας, σιμά μας, μέσα μας είναι!... Και δεν την βλέπουμε, δεν την αισθανόμαστε, δεν την γροικάμε!... 
Μόνο όταν έλθει η δυστυχία η μεγάλη, τότε και μόνο τότε, τα πρώτα, νομίζαμε πως ήσαν τα καλύτερα,  πρώτα λέμε είμαστε πολύ καλά,  το χθες ευτυχισμένοι, το σήμερα μακάρι,το αύριο δεν το ξέρουμε, το καθορίζουν οι άλλοι και τώρα οικτίρουμε με βογγητά την μοίρα μας την μαύρη… 
Ο ίδιος  ο άνθρωπος, εμείς, μόνοι μας το φτιάχνουμε το μονοπάτι, τον δρόμο για να έρθει η ευτυχία μας, εμείς το φτιάξαμε και όχι οι άλλοι. 
Αυτοί, οι άλλοι, εμπόδια της βάζουνε πολλά, το  αγκάθι, το λιθάρι!...

Τετάρτη, 7 Νοεμβρίου 2012

Οι συννυφάδες

Τέσσερες συννυφάδες ήσαν σε ένα χωριό, όμορφες, νοικοκυρές, προκομμένες, καλές και αγαπημένες. 
Μια μέρα λέει η μικρότερη η Νικόλαινα στην μεγαλύτερη στην Λάμπραινα, πως όλες τις συννυφάδες της, τις σέβεται, τις υπολήπτεται, τις αγαπάει… Και συνεχίζει στην κουβέντα της, ακόμα πιο κάτω, να της λέει: 
-Εγώ, πρωί και βράδυ πριν πέσω να πλαγιάσω και το πρωί, πρωί μόλις ξυπνήσω, στην εικόνα του Χριστού της Παναγιάς την προσευχή  μου και τον σταυρό μου κάνω… 
Και λέω γονατιστή, μπροστά στα εικονίσματα: 
"Θεέ, Χριστέ, και Παναγιά και εσείς οι δώδεκα Απόστολοι!... 
Να έχετε καλά πρώτα-πρώτα τις συννυφάδες μου, με ούλη την φαμελιά τους!... 
Εμένα την Κόλιαινα, την Σταύραινα, την Νυσιογιαννού, την Λάμπραινα και με όλη την σειριά τους! "

Η Λάμπραινα, αυτή  την προσευχή σαν  άκουσε, εζήλεψε, βαριά της κακοφάνει και από την στενοχώρια της την πολύ, τον καημό και το μεγάλο ντέρτι, έγειρε το κεφάλι της, αμίλητη, συλλογισμένη,  έτοιμη, για να πεθάνει. 
Για μια στιγμή σηκώνει το κεφάλι της και με δάκρυα στα μάτια της λέει: 

Σάββατο, 3 Νοεμβρίου 2012

«Α' ΣΤΟ ΔΙΑΟΛΟ ΜΑΛΑΚΕΣ»

Αναδημοσίευση:

Ελευθέριος Ανευλαβής


AnevlavisΚι' όταν εφύγαν μουλωχτά πέρα στις αμαλάκες,
είπε:
«Α' στο διάολο μαλάκες»
(Γιώργος Σεφέρης)

«Έχουμε οικονομικό πόλεμο» αναγγέλλουν οι πεφυσιωμένοι κυβερνήτες μας και χτυπούν τα τύμπανα του πολέμου, επιστρατεύοντας και το τελευταίο cent (εκατοστό του ευρώ) του ξεζουμισμένου πολίτη. Και παίζουν τις κουμπάρες με την (Αν)γκέλα και τα χρυσοκωλόπαιδα (golden boys) της τρόικας των τοκογλύφων.
Νάτοι, έρχονται, οι παγκοσμιοποιημένοι νεοφιλελεύθεροι, ψευδώνυμοι, δυσώνυμοι πλέον, σοσιαλιστές, τυμπανιστές του Ευαγγέλου, τυμπανίζοντας το πένθιμο εμβατήριο του θανάτου του εμποράκου. Της κλοπής του μισθού του υπαλληλάκου και της σύνταξης του απόμαχου της ζωής.
Νάτοι, έρχονται, οι προγραφείς τεχνοκράτες. «Οι ληξίαρχοι των ημερών μας» (Μ. Αναγνωστάκης), από την Εσπερία και με τους ντόπιους, κυβερνητικούς συνεργάτες τους, ταπεινώνουν τον λαό, «που κάποτε ήταν φλόγα», με τον βόρβορο των χρηματοπιστωτικών κρίσεων, που οι ίδιοι, λιμασμένοι για πλούτο και κέρδος, έχουν προκαλέσει. Ταπεινώνουν έναν λαό, στερώντας του τις κοινωνικές του κατακτήσεις. Το δικαίωμά του στη δουλειά. Τον βρίζουν και τον ταπεινώνουν οι στρουθοκαμήλες της Ευρώπης και τα ντόπια κυβερνητικά σφουγγοκώλια τους.