Τρίτη, 12 Ιουνίου 2012

Πάμε να το γράψουμε...

Ήταν καλοκαίρι του 1962.
Από το χωριό ξεκίνησε ο Γιάννης με ένα σακούλι στον ώμο μισoαδειανό από ψωμί και προφαντά. Γεμάτο  όμως από θέληση, ελπίδα, θάρρος, και προσδοκίες για το καλύτερο.
Πήρε το δρόμο μοναχός!...
Ποιο δρόμο;…
Τον δρόμο της ξενιτιάς.
Αναζητούσε δουλειά, ψωμί, μόρφωση και προκοπή.
Περπάτησε-περπάτησε και έφτασε, πού;
Εκεί που είχε ακούσει πως υπάρχει δουλειά για τους εργατικούς ανθρώπους, και θέληση για μόρφωση, να κάνουν το καλύτερο.
Και λέγανε  τότε οι μεγαλύτεροι πως ήταν εύκολα, καλύτερα, καλή η ζωή σε όσους ξέρανε τα λίγα του γυμνασίου γραμματάκια.
Ξεπέζεψε στην Αθήνα, στη μεγάλη χώρα, έρημος και μόνος.
Κανένας δεν τον καλωσόρισε, κανένας δεν τον περίμενε γλυκά – πικρά να του μιλήσει, να ακούσει ανθρώπινη λαλιά… ανθρωπινή κουβέντα.
Κοίταγε τους ανθρώπους, δεν τον κοιτούσαν.
Χαιρέταγε ανθρώπους, μα δεν τον χαιρετούσαν, γοργά από μπροστά του, μόνο πολλοί, περνούσαν. Ένοιωσε πως βρισκόταν σε ανθρωποθάλασσα φουρτουνιασμένη, κουφών, μουγγών ανθρώπων.
Τα σάστισε, πανικός, απελπισία!…