Κυριακή, 30 Δεκεμβρίου 2012

Ευχές

2013
 ΕΙΡΗΝΗ !!!
     ΣΕ ΟΛΟ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ ΕΥΧΟΜΑΙ
ΧΡΟΝΙΑ ΠΟΛΛΑ 
         ΧΡΟΝΙΑ ΥΓΙΕΙΝΑ - ΧΡΟΝΙΑ ΧΑΡΟΥΜΕΝΑ 
ΧΡΟΝΙΑ ΕΥΤΥΧΙΣΜΕΝΑ

                                       
                              Και από το Αγκάθι, ας βγει το ρόδο!!!... Θεέ μου!…

Κόντρα στην μιζέρια που μας έριξαν οι ηγέτες μας, τα ψυχοπλακώματα, εμείς όπως πάντα μονοιασμένοι, αγαπημένοι με αλληλοβοήθεια στα δύσκολα, γλεντούσαμε και θα γλεντάμε… 
Και με τα πολλά και με τα λίγα!! Και με τα καθόλου!!!… 
Με ψωμί κρασί και κρεμμύδι!... Θα επιβιώσουμε ρε γαμώτο!!!… 
Σαν το σπουργίτι!... 
Όμως, θα περπατάμε πάντοτε περήφανα!.. 
Θα πετάμε ψηλά, σαν τον αετό, θα τραγουδάμε σαν το αηδόνι!.. 
Θάρρος, φτωχέ Λαέ- Θάρρος!!... 
Θα βγει ο ήλιος λαμπερός, ο ουρανός θα βρέξει, η γη μας θα ανθίσει!.. 
Και άμα την αγαπάμε!... 
Θα έρθει και η ώρα της, τους καρπούς της για να γεννήσει!…

Γιάννης Στ Βέργος{Γορτύνιος}

Παρασκευή, 14 Δεκεμβρίου 2012

Η Φραντζόλα

«Ουδείς εκών κακός…» 
Ο παγωμένος αέρας σφύριζε στις γρίλιες, στο σκεβρωμένο παράθυρο, από το σπασμένο τζάμι, απρόσκλητος έμπαινε και πάγωνε το κάθε τι που ήταν μέσα  στο μικρό παλιό δωματιάκι, για να το ακούσουν,  να το νοιώσουν, να το καταλάβει καλά, κάθε κορμί, κάθε ψυχή, πως ήρθε ο χειμώνας…. Χειμώνας!... Χειμώνας!...  Άλλοι χαίρονται, και άλλοι κλαίνε!..  



Χαρά σε αυτούς που χαίρονται και υπομονή, κουράγιο, ελπίδα, σε αυτούς που κλαίνε!.. 
Τα δάκρυα τους, δύναμη του σώματος να γίνει,  βάλσαμο της ψυχής, με αυτά ας ξεπλυθεί η κακία, η συμφορά, του κόσμου!  
Την Άνοιξη, την χαρά, την προκοπή, αυτά τα δάκρυα να φέρουν!... 
Ποτέ Θεέ  μου αυτή την συμφορά, της πείνας, της ανέχειας, στην πλάση σου,  ποτέ πια να μη στείλεις…  
Δύο ημέρες τώρα ήταν νηστικός από ψωμί, ο εργάτης, το νεαρό παιδί. 
Πριν από δύο ημέρες, στο ταβερνάκι του μπάρμπα Μήτσου από τα Θερμιά  στην πλατεία Μερκούρη στα άνω Πετράλωνα είχε παραγγείλει,  που όλη μέρα ήταν νηστικός, να φάει για βράδυ ολίγη φασολάδα και ο μπάρμπα Μήτσος του βάζει ολόκληρη  την μερίδα και παραπάνω και του την χρεώνει για ολίγη. 
Και αυτή την έγραψε βερεσέ στο τεφτέρι.

Τρίτη, 11 Δεκεμβρίου 2012

Οι μανάδες μας

Δύο μικρό μανάδες  γειτόνισσες, ήσαν στο χωριό, που από μικρές είχαν μείνει ορφανές και ρώταγε η μία, την άλλη, την συμβουλή της, την ορμήνια της, να πάρει.
Ήταν κατοχή, πείνα, πίκρα, φτώχεια, φόβος και δυστυχία…. 
Και όμως, στην πείνα την μεγάλη, δύο παιδιά, αγόρια, στην γειτονιά γεννήθηκαν!...

-Σαν τι του κάνεις Σταύραινα του δικού σου  του παιδιού,  {του Γιάννη σου }που δεν βήχει, αρρώστια δεν το πιάνει;... 
Που το δικό μου { οΛιάκος μου} είναι όλο άρρωστο, από την μύτη την αρπάζει… 
-Αφουγκράσου Ντόραινα να σου ειπώ:
-Δεν το πλένω, δεν το λούζω, δεν το μοσχοσαπουνίζω...  
Ντόραινα, το καταχείμωνο, στο μπεριάνι, στο αέρα, το παιδί,  όταν φυσάει, δεν το αφήνω. 
Αυτά τα γιατρικά σου δίνω!… 
Από την λέρα δεν πέθανε κανείς, από το κρύο, την πούντα, Ντόραινα στο λέω δεν γλιτώνει… 
Βάλε, πρώτα εσύ μυαλό και λογικέψου λίγο, αυτά που σου είπα άκου τα, το παιδί σου {ο Λιάκος σου} για να μη βήχει!...
Τα παιδιά, το καταχείμωνο χουχούδεμα θέλουνε, φαΐ, αυγό, ζητάνε!.. 
Και όχι  μοσχοσάπουνο, φουμιά και ιδέα….

[Αυτός ο διάλογος ήταν πραγματικός,  το είπε η Ντόραινα στην ανιψιά της, την Ουρανία του Αντριόπουλου, όταν έμαθε ότι πέθανε η γειτόνισσα της η Σταύραινα. ]
Και την έκλαιγε. 
Τώρα πέθανε κοντά στα εκατό της και η Ντόραινα. 
Ήσαν αγαπημένες!  
Της ζωής βασανισμένες...
Ο Θεός να τις συγχωρέσει, να είναι αναπαυμένες. 

Γιάννης Στ Βέργος {Γορτύνιος} 
06.12.12

Πέμπτη, 6 Δεκεμβρίου 2012

Τζίντζιρας και Μύρμηγκας (Ιωάννης Βηλαράς)

Ανάμεσα στα φύλλα του φουντωτού φτελιά,
Του δροσερού Πλατάνου, μ' ασίγητη λαλιά,
Το καλοκαίρι όλο ο Τζίντζιρας περνάει,
Λαλόντας πάσα ημέρα, μήτ' άλλο μεριμνάει.
Ο Μύρμηγκας ωστόσο σ' αδιάκοπη δουλιά,
Θροφή για το χειμώνα συνάζει στη φωλιά.
Σαν πέρασαν η κάψαις, και πιάνουν η βροχα
Καιρών ενάντιων ζάλαις, ανέμων ταραχαίς,
Ο λαλητής ευρέθη, μην έχοντας σπειρί,
Της πείνας να ψοφήση, σε κίντυνο βαρύ.
Στο σοδιαστή προστρέχει, του λέει, παρακαλώ,
Μην αρνηθής να κάμης, σ' εμένα ένα καλό.
Με ξάφνισαν τα κρύα, προμιού το φανταστώ,
Και να χαθώ κοντεύω, αν δεν καταφταστώ.
Να μ' ελεήσης, φίλε, μ' ολίγο μερτικό
Από την εισοδιά σου προς ώρας δανεικό.
Κι' ερχάμενος ο θέρος, χωρίς να ζημιωθής,
Σου δίνω και κεφάλι και κάματον ευθύς.
Πολύ καλα, αποκρίθη, μόν δεν παρανογώ,
Γιατί να μη φροντίσης, ως έκαμα κι' εγώ.
Γιατί, κυρ Μυρμηγκά μου, δεν άδιασα στιμή
Από το λάλημά μου, κι αυτή είναι η αφορμή.
Εξαίρετα, του είπε, σα στον καλόν καιρό
Λαλούσες, τώρ' αρχίνα, και στήσε το χορό.

Όσοι τον καιρό ξοδεύουν,
Και το μέλλον δε μετρούν,
Στα χαμένα τον γυρεύουν,
Σαν και πρώτα να τον βρουν.
Επειδής φτερά βαστάει
Φεύγει, τρέχει σα νερό,
Κι' όποιος δεν τον κυνηγάει,
Χάνει πάντα τον τορό.
Σύναζε νιος όσο μπορείς,
Γέροντας άνεσι να βρης.
Στα νιάτα σου αν οκνεύεις·
Γέρος κακά πορεύεις.