Παρασκευή, 30 Αυγούστου 2013

Ο τσοπάνος.Έφυγε και πάει...

Έφυγε και πάει και ο τελευταίος τσοπάνης του χωριού μας… 
Μουγγάθηκαν, βουβάθηκαν τα γίδια  βούλωσαν τα κουδούνια, σταμάτησε να χτυπά να ακούγεται το κυπρί από μούσκλο τραγί, το γκεσέμι. 
Δεν ακούγεται το σαλάχισμα, δεν αντιλαλούν οι ρεματιές, στης Γκούρας το φαράγγι,  στην τρανή σπηλιά, από το σφύριγμα, το σαλάχισμα και το τραγούδι του τσοπάνη. 


Ρήμαξαν οι ρεματιές, τα λόγγια, τα πλάγια, οι ραχούλες…. Του Γερμάζι,  ο Παλιόμυλος του Λαχταρή τα Ήθια, Γκουφόλογγας Γκούρα και Μαλαλάζια. 
Οι πέρδικες δεν λαλούν την κονταυγή και οι λαγοί φοβούνται την σιγή, την ερημιά της φύσης, στην λούφα τους λουφάζουν… 
Ο αετός και το γεράκι  και αυτά δεν  φτερούγισαν μέρες τώρα στο βουνό, στον Αρτοζήνο…  
Το ροδάμι μαράζωσε, δεν άνθησε ακόμη στην ραχούλα… 

Μόνο το θλιβερό πουλί, το κλαψοπούλι, την νύχτα βγαίνει μοναχό,  στο δέντρο στο κισσό, μοιρολογάει και κλαίει. 
Κλαίει την συμφορά, την ερημιά της φύσης…. 
Κλαίει και  αυτό το τελευταίο σύντροφό του, τον τελευταίο του χωριού μας παραδοσιακό τσοπάνη!... 
Τον Μαρίνη τον Σκούρο, που έφυγε και πάει…. 

Τα γίδια του, αυτός χαιρέτησε με ένα σφύριγμα του, αλλιώτικο από τα άλλα και εκείνα αμέσως κατάλαβαν το τι συμβαίνει… 
Σταμάτησαν  το βέλασμα και ακίνητα βούλωσαν τα κουδούνια, τα τροκάνια… Ησυχία, σεβασμός, η ψυχή του τσοπάνη μας περνάει…. 
Τρεις μέρες έμειναν νηστικά και άλλες τρείς ανάρμεγα, δεν βγήκαν τώρα από την στρούγκα,  αυτές τις ημέρες για βοσκή,   δεν σκάρισαν τις νύχτες του Αυγούστου για το φεγγαρόβοσκο, νερό δεν θέλουνε να πιούνε... 

Έφυγε εκείνος… 
Εκείνος που τα αγάπαγε, τα χάιδευε, τους μίλαγε με το όνομά τους. 
Εκείνος που στο σκάρισμα, στο νυχτόβοσκο, λαγοκοιμότανε σιμά τους. 
Εκείνος που τα σαλάχαγε, τους σφύριζε και αυτά ήξεραν τι τα θέλει… 
Και τώρα το σκυλί, το τσοπανόσκυλο, νηστικό, το ηλιοβασίλεμα μέχρι το πρωί, εκεί στην ράχη την αγναντερή, σιμά στην καγκελόπορτα με θλιμμένο το βλέμμα του κάθεται και περιμένει…
Περιμένει για να  βγει  από μέσα την κονταυγή ο τσοπάνης και δύο τρεις φορές την κονταυγή λυπητερά γαβγίζει... 
Του μιλά για να ακούσει…  
Να σηκωθεί… Χάραξε… Φώτισε...  του φωνάζει...
Την στάνη του να βγάλει, να σκαρίσει για βοσκή… 
Μα αυτός,  απόστασε… βαριοκοιμάται… 

Από μικρός έμεινε ορφανός, κατατρεγμένος από την μισαλλοδοξία των τρανών, που θέλουν να διαφεντέψουν την ζωή, τις τύχες των ανθρώπων, των λαών και στο πέρασμά τους αφήνουν ξωπίσω τους τα σύνεργα του διαβόλου… 
Ένα τέτοιο σύνεργο  από τα πολλά που έσπειραν και άφησαν αυτοί στην Γη μας, για να φυτρώσουν συμφορές. 
Ένα από αυτά, παιδί τότε, το βρήκε και έπαιζε με δαύτο και αυτό έσκασε και φύτρωσε στο μάτι του την συμφορά. 
Οι μισαλλόδοξοι του πήραν για λάφυρο τους, το παιδικό του μάτι…  
Και  έμεινε σε όλη την ζωή του με το ένα… 

Όμως δεν έσκυψε το κεφάλι, με θάρρος παλικαρίσια πάλεψε την ζωή!... Αγάπησε την φύση, την ζωή,  την στάνη του και η φύση τον αγάπησε… 
Τίμια ανάθρεψε τα πέντε παιδιά του, παραδοσιακά  με τα γιδοπρόβατα του. Αγάπησε τους συγχωριανούς του και τον αγάπησαν!.. 
Καλοσυνάτος, πρόθυμος, εργατικός, κοινωνικός, συμμετείχε στις χαρές και στις λύπες των συνανθρώπων του.
Έφυγε από το χωριό μας, ο παραδοσιακός, λαϊκός τύπος. 
Έφυγε  και πάει  και ο τελευταίος παραδοσιακός λαϊκός  τσοπάνης!…. 

Στην μνήμη του
Ποιμενικός σκοπός
Με γέλασαν μια χαραυγή κλικ

Γιάννης Στ Βέργος { Γορτύνιος}
29.08.2013

Τρίτη, 13 Αυγούστου 2013

Το πρώτο μου ταξίδι

Του Ηλία Θ.Χειμώνα 
(ιατρός Καρδιολόγος υποπτέραρχος ε.α)
καλοκαίρι 1957
Πηγή: http://www.servou.gr
Μόλις είχα τελειώσει το Δημοτικό Σχολείο και είχα δώσει εισαγωγικές εξετάσεις στο Γυμνάσιο Λαγκαδίων. Τότε δεν ήταν ακόμη υποχρεωτική η δωδεκαετής εκπαίδευση και για να γίνει κανείς δεκτός στο Γυμνάσιο (εξατάξιο τότε) έπρεπε να πετύχει στις εξετάσεις που γίνονταν τον Ιούνιο. Είχαμε θερίσει, είχαμε μαζέψει τα αλώνια και τα μπουλούκια ήταν έτοιμα να φύγουν για μαστοριά, το Αυγουστιάτικο ταξίδι.   
Ο πατέρας μου, πρωτομάστορας από τότε που πέθανε ο μεγαλύτερος αδελφός του Αγγελής, το καλοκαίρι του 1953, αποφάσισε να με πάρει μαζί του μαστορόπουλο, μέχρι να ανοίξουν τα σχολεία
«Για να ιδείς» μου είπε, «πως βγαίνουν τα λεφτά και να διαβάζεις».
Η αλήθεια είναι ότι είχαμε ανάγκη και από τα λεφτά. Θα έπαιρνα μισό μερδικό εγώ και μισό ο γάιδαρος μου. Κάθε άτομο από το μπουλούκι δικαιούταν συνήθως να έχει ένα ζο (μουλάρι ή γαϊδούρι) και έτσι ο πατέρας μου, που μόνος του θα έπαιρνε μόνο το μουλάρι μας για δουλειά, όταν πήγαινα και εγώ θα μπορούσε να πάρει δύο ζα.
Δεν μου κακοφάνηκε που θα πήγαινα τόσο μικρός στη μαστοριά, γιατί τότε όλοι στην οικογένεια, μικροί-μεγάλοι, δουλεύαμε.

Δευτέρα, 12 Αυγούστου 2013

Οι τυφλοί και ο ελέφαντας


Μια φορά και έναν καιρό ήταν 6 τυφλοί άντρες
που κάθονταν σε ένα παγκάκι στο πάρκο και συζητούσαν. ‘Έλεγαν πως ενώ η φύση τους είχε αδικήσει και δεν τους είχε δώσει την δυνατότητα 
να βλέπουν τον κόσμο γύρω τους, όπως οι 
άλλοι άνθρωποι, εν τούτοις, τους είχε δώσει την δυνατότητα να αναπτύξουν περισσότερο τις υπόλοιπες αισθήσεις τους, και κυρίως την αφή, 
ώστε να μπορούν να καταλαβαίνουν με τα χέρια
τους τι είναι το κάθε τι που βρίσκεται μπροστά τους. 
Όλοι συμφωνούσαν ότι μπορούσαν να ψηλαφίσουν 
κάτι με τα χέρια τους και να καταλάβουν αμέσως τι είναι αυτό που πιάνουν.
Παρακάτω, καθόταν ένας γέρος. Δεν μίλαγε, αλλά άκουγε με ενδιαφέρον και περιέργεια αυτά που έλεγαν οι 6 τυφλοί άντρες. Ήταν πολύ μεγάλος σε ηλικία 
και η μεγάλη εμπειρία του από τη ζωή τον είχε κάνει σοφό. Είχε μάθει να μην 
βιάζεται να κρίνει ή να απορρίψει κάτι και να δέχεται πως κάθε πράγμα, κάθε
 θέμα, μπορεί να έχει πολλές όψεις. «Ένα πράγμα μπορεί να είναι έτσι αλλά 
και αλλιώς», συνήθιζε να λέει.