Σάββατο, 20 Οκτωβρίου 2018

Τραπεζιτικές θύμισες.
(Ιονική τράπεζα κατ/μα Χαροκόπου.)
Στο κατάστημα της Ιονικής τράπεζας της οδού Χαροκόπου Καλλιθέας  δ/ντής ήταν  ο συνάδελφος κ Αληγιάννης Μηνάς. Με τον αείμνηστο κ Αληγιάννης είμαστε γνωστοί, είχαμε κάνει μαζί στο τμήμα καταθέσεων στο κεντρικό κατάστημα, με δ/ντή  του κεντρικού καταστήματος το εξαίρετο άνθρωπο, τον αείμνηστο κ Αντώνη Πλωμαρίτη. 
Μόλις πήγα στο κατάστημα  με καλωσόρισε,  παρήγγειλε καφέ  να με κεράσει και μέχρι να έλθει ο καφές με σύστησε  στους συναδέλφους του καταστήματος, οι οποίοι, οι περισσότεροι μου ήταν άγνωστοι και με κανένας τους δεν έτυχε να είχαμε συνεργαστεί. Οι εκεί συνάδελφοι κατάλαβα ότι με χαιρέτησαν μουδιασμένοι, δεν ήξερα όμως  το γατί;…
Το τι συμβαίνει;…
Είχαν μάθει κιόλας, ότι ήμουνα αυστηρός στην δουλειά;… Και άνθρωπος απαιτήσεων;…
Πως τι συνέβη  και έγινε αυτό;…
Να ήταν
o ένας συνάδελφος, ας ειπώ ότι ήταν κακόκεφος, να είναι όμως οι περισσότεροι, κάτι συμβαίνει…
Τι όμως;… Τι;… Έμεινα με την απορία μου. 
Τελείωσε ο δ/ντής την παρουσίαση μου, και πήγαμε στο γραφείο του, δ/ντή.
Ο δ/ντής κ Αληγιάννης αμέσως μου πρότεινε να καθίσω στην καρέκλα του δ/ντού, πράγμα που δεν το δέχτηκα…
Και του λέω:
- Είναι τιμή  δική σου, που με το λόγο σου και την πράξη σου  με τιμάς… Είναι όμως ντροπή δική μου, μεγάλη απρέπεια για μένα, όσο εσύ συνάδελφε είσαι εδώ, εγώ να καθίσω στην καρέκλα του δ/ντού…
Βουρκώσανε τα μάτια του, ξύπνησαν χρόνων αναμνήσεις…
Χαρές- πίκρες, βάσανα και αγώνες για το ψωμάκι της ζωής!…
Και τώρα το τέλος…
Η σύνταξη…
Αμίλητος, βουβός, κάθισε στην καρέκλα του, δάκρυα κύλησαν στα μάτια του… Ήθελε να βγει στην σύνταξη, ήρθανε τα χρόνια… Αλλά… Αλλά … Θύμισες της ζωής είναι αυτές και πώς να τις δαμάσεις και να μη δακρύσεις;…
Διάβηκε την πόρτα της Ιονικής τράπεζας προς τα μέσα, νέος, όμορφος, με ολόμαυρα μαλλιά, παιδαρέλι,  με όνειρα, ελπίδες, προσδοκίες και τώρα βγαίνει…  Βγαίνει προς τα έξω…
Αποχωρίζεται την Ιονική οικογένεια, γέρος πια,  αδύναμος, ρυτιδιασμένος, καραφλός, και με τα σημάδια των άσπρων μαλλιών του εκεί μόνο στους κροτάφους να υπάρχουν... Αλλού; Τίποτα…
Ρούφηξε μια γουλιά καφέ  ο δ/ντής, να του λυθεί ο κόμπος… 
-Α ρε Γιάννης… Εδώ σε στείλανε;…
Τους είπα εδώ και έξη μήνες τώρα να στείλουν αντικαταστάτη, για το καλό της τράπεζας… Δεν ακούνε…  Δεν ακούνε…
Τι να τους ειπείς;…
Όταν είναι να βγεις στην σύνταξη έχεις όρεξη για δουλειά;…
Αμ δεν έχεις… Αλλού είναι το μυαλό σου και να θέλεις να το συμμαζέψεις δεν συμμαζεύεται
Άκου Γιάννη θα σου τα ειπώ όλα, με ειλικρίνεια, εγώ τώρα φεύγω με σύνταξη…  Και θέλω οι συνάδελφοι να έχουν καλές αναμνήσεις από εμένα και εσύ περισσότερο από όλους, που σου παραδίνω το κατάστημα...
Πρέπει να ξέρεις από τώρα, τι παραλαμβάνεις και που πηγαίνεις…
Το κατάστημα αυτό, εδώ και πάρα πάνω από έξη μήνες το έχω αφήσει να πηγαίνει όπως πηγαίνει, μόνο  του, στο ρελαντί που λέμε, χωρίς ιδιαίτερη φροντίδα, για αύξηση εργασιών και τα τοιαύτα…
Προς τι άλλωστε;… Για να πάρω προαγωγή;…
Ότι πήρα προαγωγές και εύσημα  τα πήρα…
 Η Καλή συμπεριφορά προς τους συναδέλφους  και το να σε χαιρετάνε μετά, αυτό με διέφερε,  και με διαφέρει και αυτό είναι για μένα η καλύτερη και η μεγαλύτερη ανταμοιβή…
Δεν τους το έκρυψα αυτό στην διοίκηση της τράπεζας, τους το είπα από νωρίς, δεν κάνω πια εγώ για δ/ντής…
Δεν ακούνε… Τι να τους κάνω;…
-Άκουγα με μεγάλη προσοχή αυτά που μου έλεγε και έμεινα  έκθαμβος, βουβός και αμίλητος….
Ειλικρίνεια!…  Ειλικρίνεια!... Αλήθεια!...
Με πόση αλήθεια έλεγε την αλήθεια;…
Την πικρή αλήθεια!...
 -Με λίγα λόγια σου λέω αυτά, για να μην ειπείς πως δεν σου τα είπα, για να λάβεις  από τώρα τα μέτρα σου, για να καταλάβεις ότι, το κατάστημα αυτό, όπως πάει… Δεν πάει καλά… Καταρρέει…
Καταρρέει Γιάννη σε όλους τους τομείς των εργασιών…
Τόσο μυαλό έχουνε, που πριν από ένα χρόνο άνοιξαν το κατάστημα των Πετραλώνων που είναι πολύ κοντά σε αυτό…. Είναι πολύ κοντά μας…
Και καλά έκαναν που το άνοιξαν…
Αλλά έκαναν και την άλλη εξυπνάδα…
Και τι εξυπνάδα;… Μεγάλη!…
 -Τι;…-Τι;…
 -Έκαναν αποψίλωση του καταστήματος.. Επήραν  υπαλλήλους από το κατάστημα αυτό  που είναι κοντινό  κατάστημα και άνοιξαν εκείνο…. Και έκαναν και την άλλη εξυπνάδα την πιο μεγαλύτερη… Έκαναν δ/ντή του νέου, καταστήματος την προϊσταμένη των καταθέσεων του εδώ καταστήματος
-Κύριε συνάδελφε, κ δ/ντά, νομίζω ότι, καλά έκαναν την αναβάθμισαν την συνάδελφο…
-Γιάννη τι καλόγνωμος και καλόπιστος που είσαι!…
-Ναι καλά έκαναν που την αναβάθμισαν… Αλλά έπρεπε να την στείλουν σε ένα πιο μακρινό  κατάστημα, όχι στο δίπλα, για να φανεί η αξιοσύνη του καθενός, να φανούν τα πόδια της χελώνας, πόσο όμορφα είναι…
Το ρήμαξαν το κατάστημα αυτό, το ρήμαξαν…
Πήραν όλες τις καταθέσεις, τους καλούς και τους μεγάλους πελάτες…
Εγώ στεναχωρήθηκα, αλλά δεν με ένοιαζε διότι φεύγω με σύνταξη…
 Και να σου ειπώ και το άλλο  και αυτό εντελώς μεταξύ μας…
Σου το λέω διότι ξέρω τον χαρακτήρα σου και αυτό που θα σου ειπώ θα το θάψεις:  «Το κάστρο δεν πέφτει αν δεν ανοίξουν την κερκόπορτα…»
Έμεινα άφωνος…
-Σιγοντάρουν αγαπητέ συνάδελφε με τον τρόπο τους και οι εδώ συνάδελφοι...
Ας μη το κουβεντιάζουμε άλλο…
Στην περίπτωση εμπλέκονται συνδικαλιστικοί, κομματικοί παράγοντες και δεν συμμαζεύονται
Τα έχω βαρεθεί αυτά…
-Ώστε έτσι!… Γίνονται αυτά;…
 -Αμ δεν γίνονται;…
-Εσύ τώρα Γιάννη ξέρεις…
Θα σταματήσεις την πτώση των Αγγέλων…
Εδώ ο Μηνάς γέλασε…
Θα ειπείς αυτό που είπαν οι Αρχάγγελοι Γαβριήλ και Μιχαήλ… Στον Εωσφόρο…  «Το Στώμεν  καλώς, στώμεν  μετά φόβου( σεβασμού)κλπ…»  Και θα τα βάλεις όλα σε τάξη και στην σειρά τους…
Νομίσανε και νομίζουνε ότι εγώ δεν έβλεπα τι γινότανε…
Αλλά σου είπα, ότι τους είπα στην διοίκηση της τράπεζας, ότι δεν κάνω, δεν θέλω πια, να είμαι πια δ/ντής…
Είχε αγανακτήσει…
Και με μία κίνηση βγάζει μια κατάσταση με τα ονόματα  των πελατών και τα ποσά που φύγανε από το κατάστημα…
-Αυτά κάνουν μερικοί έξυπνοι συνάδελφοι…
Ξηλώνουν το καλό πουλόβερ για να φτιάξουν με τα αποξηλώματα,  το ξηλωμένο νήμα καινούργιο πουλόβερ, χειρότερο από το προηγούμενο και νομίζουν πως κάτι κάνανε…
Σου την αφήνω αυτή  για να την έχεις, υπ όψιν σου.
-Σε ευχαριστώ κ δ/ντά για την συμβουλή σου.
Πραγματικά αυτό δεν το περίμενα…
Εκνευρίστηκα –στενοχωρήθηκα, οι μύες στις σιαγόνες μου κάνανε νευρικές συσπάσεις…
Και είπα: Όλα έχουν την εξήγησή τους.
Να γιατί  οι συνάδελφοι ήσαν μουδιασμένοι όταν με παρουσίαζε…
 - Ένα όμως σου λέω, ότι όλοι οι συνάδελφοι είναι ηθικοί, άξιοι και έγινε αυτό που έγινε λόγω  συναδελφοσύνης, της κακώς εν νοούμενης συναδελφοσύνης, για να βοηθήσουν τον νέο δ/ντή που ήσαν χρόνια μαζί, δίπλα –δίπλα.
Έκαναν εκμετάλλευση όλοι τους της δικής μου καλοσύνης και ανοχής…
Της δικής μου αδράνειας…
Δεν υπήρχε δόλος…
Το θεωρώ ας πούμε και θεμιτό…
Ας το πούμε για να μη το έχω βάρος στην ψυχή μου, ως πράξη αλληλεγγύης…
 -Κύριε δ/ντά αλίμονο…Δεν πρέπει να γίνονται αυτά…
Αλλά ότι έγινε χωρίς δόλο έγινε, καλώς γινωμένο…
-Τώρα Γιάννη ας αρχίσουμε σιγά-σιγά  την παράδοση - παραλαβή.
Οι λογ/σμοί των πελατών είναι όλοι συμφωνημένοι με το αναλυτικό καθολικό και τα ισοζύγια… Έχουν υπογραφεί από τους προϊσταμένους των τμημάτων και τον προϊστάμενο του λογιστηρίου… Να γίνει καταμέτρηση αξιόγραφων, των χρηματικών διαθεσίμων και να σου παραδώσω τους κλειδαρίθμους μαζί με τα κλειδιά και τους συνδυασμούς του θησαυροφυλακίου.  Όλα αυτά είναι σε απόλυτη τάξη…
Έγινε το πρωτόκολλο παράδοσης παραλαβής και εστάλη  αρμοδίως στις αρμόδιες δ/νσεις…
 -Γιάννη θα το καταλάβεις από μόνος σου, στο επισημαίνω και εγώ, εδώ μεταξύ των άξιων συναδέλφων, υπάρχει και μία κυρία, όπως λέμε σαΐνι!.
Αξιοποίησε την… Θα σε βοηθήσει…

Μετά το τέλος αυτής της διαδικασίας ο αείμνηστος κ Αληγιάννης Μηνάς ευχαρίστησε όλους τους συναδέλφους για την καλή  συνεργασία μαζί του και εξήρε το ήθος τους, έκανε έκκληση να συμπαρασταθούν και να βοηθήσουν και μένα στα σκληρά καθήκοντά μου και τους είπε, ότι και νέος δ/ντής σας, είμαι απόλυτα πεπεισμένος  ότι σε όποιο θέμα σας, υπηρεσιακό και προσωπικό σας, θα κάνει το καλύτερο για σας, θα σας είναι βοηθός και συμπαραστάτης
Το γνωρίζω και έχω ακούσει ότι έχει φιλότιμο και ευαισθησίες σε αυτά… 
Εύχομαι Γιάννη να έχεις υγεία, καλή τύχη και όλοι σας να έχετε υγεία…
Πιστεύω και εδώ τώρα με την βοήθεια όλων συναδέλφων να επιτύχεις,  για το καλό της τράπεζας και για το καλό όλων σας.
Πρέπει να ευημερεί η τράπεζα μας για να βγάζετε τίμια το ψωμί σας και εμείς τα γερόντια να παίρνουμε την σύνταξή μας και να απολαμβάνουμε τις όσες ημέρες μας χαρίσει ο Θεός...
- Σας ευχαριστώ κ δ/ντά για τα καλά σας λόγια…
Σου εύχομαι υγεία, με το καλό να απολαύσεις την σύνταξή σου και να περνάς από εδώ να μας δίνεις τις χρήσιμες και ωφέλιμες συμβουλές σου…
Ο δ/ντής έφυγε δακρυσμένος, σιωπηλός, συνοδευόμενος από δύο υπαλλήλους του καταστήματος και από εμένα.
Η σύνθεση του καταστήματος σε υπαλληλικό δυναμικό από ότι θυμάμαι  ήταν η εξής:   Βέργος Στ Ιωάννης, Κωστάρας Δημήτριος, Δερβίση Καίτη, Μούστου Γιαννούλα, Μιχάλης Θωμάς, Παπαγιαννόπουλος Ελευθέριος, Φιλοπούλου Ματούλα, Σιλαϊδή Λέττα, Τσαυδή Μαρία.

Την άλλη μέρα επήγα στο κατάστημα πολύ ενωρίς, ήταν η υπάλληλος καθαριότητας, έκανε την δουλειά της, προσπαθούσα να μη την ενοχλήσω…
Όμως  η πολύ πρωινή παρουσία μου κατάλαβα πως την ενοχλούσε…
Έκανα επιθεώρηση του περιβάλλοντος χώρου, από το υπόγειο και το ισόγειο και κάθισα στο γραφείο μου…
Την ρώτησα που παραγγέλνουν καφέ να παραγγείλω και μου απάντησε:
 -Δεν ξέρω…
Την ρώτησα που είναι το πιο κοντινό καφενείο και πάλι μου είπε:
-Οι υπάλληλοι ξέρουν μόλις θα έρθουν ρώτησέ τους…
-Όπα… είπα:
Να η πρώτη αντίδραση και από την καθαρίστρια…. Δεν της μίλησα  καθόλου… Ήταν η περίοδος του κακώς εννοουμένου συνδικαλισμού, του κομματικού συνδικαλισμού, που ακόμα- ακόμα και οι υπάλληλοι της καθαριότητος είχαν ουσιαστική παρέμβαση στα κομματικά συνδικαλιστικά πράγματα και γεγονότα… Και μέσα στην τράπεζα…
Είχε αρχίσει η ηθική κατάπτωση…
   Μέτραγε τότε όπως αντιλαμβάνεστε μόνο πόσο ψηλά έβαζε ο καθένας την κομματική αφίσα, πόσο περισσότερο φώναζε τα κομματικά συνθήματα, και η ψήφος…
Και
 εκεί θυμήθηκα τις συμβουλές του Ισοκράτη προς Δημόνικον…
« Ευλαβού ( φοβού) τας διαβολάς καν ψευδείς ώσιν…»
 (Να φοβάσαι τις κατηγορίες ακόμα και αν είναι ψεύτικες)   -Πήγαινε οπίσω μου προς το παρών σατανά… Έχουμε καιρό… Θα μπεις και εσύ σε τάξη…   
Πρώτος από ότι θυμάμαι ήρθε ο εξαίρετος συνάδελφος προϊστάμενος των καταθέσεων ο κ Παπαγιαννόπουλος Λευτέρης, με καλημέρισε,  του ανταπέδωσα τον χαιρετισμό και του είπα να καθίσει στην πολυθρόνα για λίγο.
Δίσταζε να καθίσει.
-Κύριε Παπαγιαννόπουλε κάθισε, δεν είμαστε φαντάροι να καθόμαστε όρθιοι, κάθισε κάτι θέλω να σε ρωτήσω.
Κάθισε.
-Ορίστε κ δ/ντα ότι ξέρω θα σας απαντήσω. 
–Δεν μου λες σε παρακαλώ που  παραγγέλνετε καφέ;…
 Ήρθα λίγο ενωρίς, ρώτησα την συνάδελφο την κυρία καθαρίστρια που παραγγέλνουν για καφέ και μου είπε δεν ξέρει… Να ρωτήσω τους υπαλλήλους  όταν θα έρθουν… Από ότι κατάλαβα ενοχλήθηκε που ήρθα ενωρίς…
Μήπως κάνω λάθος;…
-Κύριε δ/ντά τι να σας πω εγώ τώρα;…
-Κύριε συνάδελφε δεν θέλω να μου πείτε τίποτα και δεν πρέπει…
-Λυπάμαι κύριε δ/ντά, λυπάμαι, πως καταντήσαμε… Κύριε δ/ντα, τι καφέ πίνεται να παραγγείλω, θα μου επιτρέψετε να σας κεράσω;… 
-Ευχαριστώ… Όχι δεν επιτρέπεται αυτό…
Ο δ/ντής πρέπει να πληρώνει τους καφέδες των υπαλλήλων και όχι το ανάποδο. Παράγγειλα 
Ήρθε ο καφές μετά από περίπου μισή ώρα… Το καφενείο ήταν λίγο μακριά από το κατάστημα και με το δίκιο του, ίσως δεν τον συνέφερε  να φέρνει τον καφέ…  Μετά από λίγο, φωνάζω τον κ Παπαγιαννόπουλο και του λέγω:
-Από ότι είδα δεν υπάρχει τρόπος, αν θέλει κάποιος επειγόντως ένα καφέ, ή, ένα ποτήρι νερό να το έχει… Ή μήπως κάνω λάθος;…
-Όχι δεν υπάρχει τρόπος… Δεν κάνετε λάθος…
-Πολύ ωραία… Τότε θα σου δώσω λεφτά και εσύ ξέρεις,
  να στείλεις μία συνάδελφο, όποια νομίζεις ότι δεν έχει και πολύ δουλειά να πάει  να ψωνίσει  ένα γκαζάκι, τρία μπρίκια,  ένα μικρό και μεγαλύτερα για καφέ και τσάϊ, είκοσι φλιτζάνια χοντρά, δέκα κούπες, έξη κουταλάκια, να πάρει τρία κιλά ζάχαρη και ένα κιλό καφέ φρεσκοκομμένο Δεν θέλω να ειπώ εγώ στην κυρία καθαρίστρια και ειπεί καμιά κουβέντα που δεν πρέπει και αρχίσουν τα όργανα και τα βιολιά από την πρώτη ημέρα…
-Θα πάω εγώ κύριε δ/ντα…
-Δεν πρέπει να πας εσύ, αυτές είναι γυναικείες δουλειές… Κάνε όμως
 ότι καταλαβαίνεις, μέχρι το μεσημέρι εγώ τα θέλω να υπάρχουν στο κατάστημα… Αν δεν μπορείτε να μου το πείτε…
Ο δ/ντής είναι για όλα…
Κοκκίνισε το πρόσωπό του…
-Συντόμως θα τακτοποιηθεί κύριε δ/ντά…
Μέχρι το μεσημέρι ήσαν όλα εντάξει…
Οι συνάδελφοι υπάλληλοι, απορούσαν με όλα αυτά που έβλεπαν και μερικοί χαμογελώντας έλεγαν:
-Τι θα κάνεις αυτός;…
Καφενείο πρόκειται να ανοίξει;…
Η πρώτη η μέρα πέρασε έτσι, ήταν ημέρα μεγάλης υπομονής και προσαρμογής…
Το μεσημέρι μετά την παραλαβή του ταμείου και το κλείσιμο του θησαυροφυλακίου,
  είπα σε  όλους τους υπαλλήλους:  Το πρωί όταν έρχονται μπορούνε όποιος θέλει, να φτιάχνει μόνος του καφέ, ή  ότι ρόφημα θέλει και όλα αυτά τα έξοδα θα είναι δικά μου… Δεν μπορώ να το ανεχθώ, να θέλουμε ένα καφέ και μη τον έχουμε, να έρχεται μετά από μισή ώρα…
Σε όλα τα καταστήματα που υπηρέτησα, είχαμε καλή σειρά… Νοικοκυρεμένα πράγματα και στα
  κάτω Πατήσια  είχαμε και τα άλλα,  τα καλύτερα… Τους είπα ότι επάνω στα γραφεία τους δεν θέλω να βλέπω στοιβαγμένα  χαρτιά καρτέλες κλπ…
‘Οτι, είναι εκτεθειμένα στο γκισέ και στα γραφεία
 τα θεωρώ πως δεν είναι χρήσιμα και εντός της εβδομάδος  εάν δεν έχουν τακτοποιηθεί θα τα πετάξω ως άχρηστα…
Εάν δεν υπάρχουν ερμάρια, οι προϊστάμενοι ότι χρειάζονται να μου το ειπούν να παραγγείλουμε, να μας φέρουν…
Και τις επόμενες ημέρες πήγαινα στο κατάστημα πολύ ενωρίς… Έφτιαχνα τον καφέ μου και πήγαινα να καθίσω στο γραφείο μου.
Η κυρία καθαρίστρια λές και ήταν βαλτή
  να με εκνευρίσει, τότε ερχότανε να καθαρίσει το γραφείο μου… Δεν μπόρεσα να κρατηθώ και της λέω:
-Σε παρακαλώ μη καθαρίζεις τώρα το γραφείο μου, τώρα άφησέ το όπως είναι… Αλλά από αύριο το πρωί που θα έρχεσαι για καθαριότητα, σε παρακαλώ
  να αρχίζεις πρώτα - πρώτα από το γραφείο το δικό μου, γιατί εγώ έχω συνηθίσει και έρχομαι νωρίς στην τράπεζα…
Ότι είναι επάνω στο γραφείο μου, ή όπου αλλού, θα το αφήνεις στην θέση που είναι, δεν θα του αλλάζεις θέση, θέλω να το βρίσκω στην θέση ακριβώς εκεί που το αφήνω… Οι πρώτες ημέρες πέρασαν έτσι υποτονικά ασχολούμενος μόνο με την τρέχουσα δουλειά της ημέρας.
Την επόμενη Δευτέρα πρωί –πρωί
  ζήτησα  από τον υπάλληλο του λογιστηρίου να μου φέρουν αναλυτικά ανά μήνα και ανά κατηγορία το ύψος των καταθέσεων  της περιόδου ενός έτους… Και από τον προϊστάμενο των χορηγήσεων την  τελευταία κατάσταση των πελατών των χορηγήσεων και τον ρώτησα εάν έχουν μεταφερθεί όλες οι καθυστερημένες  δόσεις εγκαίρως στις ενδείξεις κατηγορία 2 και 3 των καθυστερήσεων Αν νομίζεις πως δεν τις έχετε μεταφέρει, δεν πειράζει τώρα… Να τις μεταφέρετε άμεσα για να έχω σαφή εικόνα. Θα μου βγάλεις το ύψος των Χορηγήσεων, το ύψος των ενήμερων και των καθυστερήσεων και τα ποσοστά τους.
Στις αναλυτικές καταστάσεις των πελατών, στους πελάτες που έχουν καθυστερημένη δόση, επάνω στην κατάσταση κάτω από το όνομα τους, θα μου γράψετε το τηλέφωνο επικοινωνίας και θα μου την δώσετε. Την θέλω άμεσα…
  -Κύριε δ/ντα αυτό έχει πολύ δουλειά…
-Γιατί;… Γιατί;…
Είναι τόσοι πολλοί οι πελάτες σε καθυστέρηση;…
Δεν φροντίσατε να υπενθυμίζετε στους πελάτες την δόση τους για να την εξοφλούν;… Τέλος πάντων, νομίζω ότι ήσαστε στις χορηγήσεις δύο έμπειροι υπάλληλοι… Τακτοποιήσετε τα αυτά
  στο συντομότερο δυνατό χρόνο. Ο ένας σας είναι και ο λογιστής του καταστήματος, να φροντίσει όλοι οι λογ/μοι των τμημάτων να είναι συμφωνημένοι με το αναλυτικό και γενικό καθολικό και υπογεγραμμένοι από τον υπάλληλο, ή, τον προϊστάμενο του αρμοδίου τμήματος…
-Κύριε δ/ντα μέχρι τώρα αυτά δεν γίνονταν και δεν προβλέπονται... Και οι υπάλληλοι δεν έχουν δικαίωμα υπογραφής…
 -Τι είπες;… Τι είπες;…
Οι υπάλληλοι τι είναι;…
Είναι ανεύθυνοι για ότι κάνουν και δεν κάνουν;…
Δεν έχουν δικαίωμα να εκπροσωπούν την τράπεζα προς τα έξω… Όμως είναι υπεύθυνοι του εαυτού τους…
  Όποιος δεν θέλει να υπογράφει ή να μονογράφει την συμφωνία των λ/σμών που κινεί, να μου το πει…
Δεν ξέρω τι γινόταν μέχρι τώρα, ούτε ρωτάω, ούτε θέλω να μάθω, ούτε κρίνω… Από τώρα και πέρα έτσι θα γίνεται… Και οι λογιστικές μηνιαίες καταστάσεις συμφωνίας, το πολύ σε
  τρεις ημέρες  από όταν έρχονται από το ηλεκτρονικό κέντρο, πρέπει να είναι συμφωνημένες   Τις επόμενες μέρες ο μόνος συνάδελφος δ/ντης που με πήρε τηλέφωνο να μου ευχηθεί και να με ρωτήσει μήπως θέλω βοήθεια σε κάτι ήταν ο  πάντα πρόθυμος να συμβουλεύει δ/ντής του καταστήματος της οδού Ρούσβελτ Θεσσαλονίκης ο κ Νίκος Σχίζας…
Του είπα για την επικρατούσα κατάσταση και περισσότερο με το πρόβλημα της διαρροής των καταθέσεων…
Τον ρώτησα,
  τι πρέπει, τι με συμβουλεύει να κάνω;…
Σε απάντησή του μου είπε:
-Απολύτως τίποτα…
Θα αφήσεις να φύγουνε όσες καταθέσεις είναι να φύγουνε… Να ειπείς στους εκεί υπαλλήλους, να ειπούν στους άλλους συναδέλφους, των άλλων καταστημάτων πόσους πελάτες και καταθέσεις θέλουν να πάρουν, να τις πάρουν τώρα…
 Για να καταλάβουν ότι ξέρεις το τι  σου γίνεται…
Μέσα σε ένα μήνα θα έχει ξεκαθαρίσει το πράγμα…
Εκεί
  στον μήνα θα κάνεις επιστολή στις αρμόδιες δ/νσεις και θα αναφέρεις τα υπόλοιπα όλων των λ/σμών καταθέσεων ανά κατηγορία και τα υπόλοιπα των  χορηγήσεων και το ύψος των καθ/σεων…
Από εκεί και μετά μετράει η αξιοσύνη η δική σου και η αποτελεσματικότητά σου…
Σε γνωρίζω Γιάννη θα το φέρεις σε σειρά, θα επιτύχεις…
Εδώ να δεις στην αρχή τι τράβηξα εγώ, μέχρι που αντιδρούσαν όλοι τους, διότι είμαι ο μοναδικός δ/ντής μέχρι τώρα που είμαι
 από την Πελοπόννησο.  Ότι θέλεις να με ρωτήσεις, να μη διστάζεις, ρώτησέ με…
Γεια σου Γιάννη…. _Γεια σας, ευχαριστώ πολύ κ δ/ντά…

Αυτό που τους είπα ,ότι δεν θέλω να υπάρχουν, μετά το τέλος της καθημερινής δουλειάς, έγγραφα φάκελοι πελατών και καταστάσεις επάνω στα γραφεία και στα γκισέ, δεν εισακούστηκα… Ήταν Δευτέρα πρωί, μόλις
  η κυρία υπάλληλος καθαριότητας τελείωσε την δουλειά της, σηκώθηκα από το γραφείο μου και άρχισα να τα ρίχνω στο δάπεδο, επίτηδες κτυπώντας τα γραφεία, για να γίνεται φασαρία,  όμως με  μεγάλη προσοχή τίποτα να μη καταστραφεί, ότι υπήρχε επάνω στα γραφεία… Είπα στην κυρία καθαρίστρια μέσα από τον γκισέ να μη πλησιάσει και αν θέλει να σκολάσει, να φύγει και πριν την καθορισμένη ώρα της, να φύγει…
Αλλά που να φύγει…
Περίμενε να ιδεί τις εξελίξεις…
Είχε μεγάλη περιέργεια…
Πρώτος ήρθε
  ως συνήθως ο προϊστάμενος των καταθέσεων…
Ήρθε και μου είπε:
-Κύριε δ/ντά να τα μαζέψω και να τα τακτοποιήσω αυτά;…
-Όχι… Δεν θα κάνεις τίποτα…
-Ο κάθε ένας θα μαζέψει και θα τακτοποιήσει τα δικά του… Ότι είναι χρήσιμα. Εσύ στο τμήμα σου τα έχεις τακτοποιήσεις από την πρώτη κιόλας ημέρα… Έτσι πρέπει να τα τακτοποιήσουν και οι άλλοι…
Όποιος έχει στοιβαγμένα πολλά χαρτιά μπροστά του, νομίζει πως δουλεύει και περισσότερο;… Όχι δεν δουλεύει… Κοροϊδεύει… Κοροϊδεύει…
Τον εαυτό του μπορεί να τον κοροϊδέψει, εμένα όχι…
Εγώ ξεκίνησα από νυχτοφύλακας και περπάτησα αγάλια- αγάλια όλα τα σκαλοπάτια και ξέρω τι είναι σε κάθε σκαλοπάτι…
Ξέρω την τραπεζική δουλειά από κάτω προς τα επάνω…
Και ξέρω και την νοοτροπία των υπαλλήλων σε κάθε βαθμό και θέση…
   Ωστόσο ήρθαν και οι άλλοι υπάλληλοι .
Η καθαρίστρια τους έκανε νοήματα, ότι εγώ τρελάθηκα και τα πέταγα…
Εκεί, αυτή την στιγμή άρχισα να μιλάω με έντονη φωνή και είπα:
-Γνωρίζω το τι γίνεται εδώ μέσα, προσπαθείτε οι έξω και μερικοί από μέσα να αποψιλωθεί από καταθέσεις και δουλειές
  το κατάστημα και μερικοί  ίσως να είχατε άλλες προσδοκίες, που εν πολλοίς να είναι θεμιτές, και να μην εκπληρώθηκαν, όμως εμένα με έστειλαν εδώ να δουλέψω…
Ούτε εζήτησα να έλθω εδώ, μα ούτε και μόλις ήρθα χάρηκα…
Όπου αλλού, θα ήταν καλύτερα…
Αν μπορεί κάποιος να παρέμβει, δεν ξέρω που, στους κομματικούς συνδικαλιστές και όπου αλλού για να με μεταθέσουν από εδώ, ας το κάνει τώρα και γρήγορα…
Θα το δεχτώ με μεγάλη μου χαρά…
Το κατάστημα αυτό έχει μόνο ένα, αυτό που λέει το τραγούδι…
«Στου Χαροκόπου και στην Καλλιθέα…»
  Εφόσον όμως παραμείνω, είμαι αποφασισμένος να επιτύχω, και θα επιτύχω, όσο και να πολεμιέται το κατάστημα…  Και όσοι  από εσάς  θέλουν να είναι εδώ μαζί μου, μαζί θα πετύχουμε…
Λέγετε τους,
 σε αυτούς που κρυφίως παίρνουν τις καταθέσεις και τους πελάτες, να έρθουν να πάρουν να τους δώσω φανερά όσους πελάτες θέλουν τώρα…
Μετά αλλάζουν τα πράματα…
Λέμε: « Το στώμεν καλώς… που είπε ο Αρχάγγελος Μιχαήλ στο Εωσφόρο…»
   Ωστόσο έβγαλα και την κατάσταση της ανά μήνα πτώση του ποσού των καταθέσεων και την ετήσια πτώση σε ποσόν και ποσοστά και τους το ανακοίνωσα σε όλους τους υπαλλήλους.
Εκεί έμειναν βουβοί και ροδοκοκκινισμένοι…
Τους είπα ότι ξέρω τον τρόπο πως μεταφέρονται οι καταθέσεις από εδώ, στο κοντινό κατάστημα… Τους είπα ότι για να διαπιστώσω αυτό και με μαρτυρία των πελατών, πήρα μερικούς πελάτες στο τηλέφωνο και τους ευχήθηκα καλό ρίζικες οι αγορές που έκαναν από την ανάληψη των καταθέσεων τους, καλές δουλειές, καλό διάφορο και αν θέλουν κάτι από την τράπεζα, είμαστε πάντοτε πρόθυμοι κοντά τους, να τους βοηθήσουμε σε ότι θέλουν…
Και επήρα την απάντηση:
-Στην ίδια τράπεζα τα πήγαμε τα λεφτά κ δ/ντα,
 δεν κάναμε αγορές…  -Συνάδελφοι, δεν με πειράζει αυτό, το μόνο που με πειράζει είναι, να μη νομίζουν οι άλλοι, ότι δεν καταλαβαίνω, δεν ξέρω το τι μου γίνεται…
Αυτό δεν το ανέχομαι…
  Από πελάτες και δουλειές θα μπάσουμε στο κατάστημα τόσες που δεν θα μπορούμε να τους εξυπηρετήσουμε και το κατάστημα σε ένα χρόνο θα ανεβεί  στην  κατάταξη τουλάχιστον δύο κατηγορίες…
Εκεί σταμάτησα και πήγα και κάθισα στο γραφείο μου σκεφτικός…
Όλες τις επόμενες περίπου δεκαπέντε ημέρες επέβλεπα την διεκπεραίωση, την
  κίνηση της ημέρας χωρίς ιδιαίτερες δικές μου ενέργειες…
Μετά βγήκα πεζός στην αγορά του κεντρικού δρόμου περπάτησα την οδός Θησέως, συνομίλησα σε
  μερικά καταστήματα, επήρα κάρτες και ρώτησα αν από αυτές τις επιχ/σεις ήσαν πελάτες μας και επήρα σχετικές πληροφορίες. Βρήκα και πήρα ένα κατάλογο, βιβλίο με μαγαζιά και επιχειρήσεις στην Καλλιθέα. Παρατήρησα ότι επί της οδού Θησέως περίπου στα εκατό πενήντα μέτρα ήταν το πολυκατάστημα Αφοι Διαμαντή.
Ρώτησα τους συναδέλφους αν
 είναι πελάτης μας… Μου είπαν πως δεν είναι… Τους είπα πως θα προσπαθήσω να τον φέρω πελάτη… Έμειναν έκθαμβοι και έλεγαν μεταξύ τους, αν φέρει τον Διαμαντή, δεν θέλουμε άλλον… Με τις προμήθειες και μόνο από τις εισαγωγές, θα βγαίνει η μισθοδοσία όλων μας…
Ρώτησα και έμαθα από πού είναι η καταγωγή τους
  και την όλη ιστορία της επιχείρησης… Τα αδέλφια είχαν καταγωγή από την Γορτυνία της Αρκαδίας το χωριό τους είναι η Κοντοβάζενα…
Ξεκίνησα φτωχοί μικροπωλητές στην οδός Αθηνάς και το βράδυ πήγαιναν στο σχολείο στην νυχτερινή εμπορική σχολή.
Αποφάσισα και πήρα τηλέφωνο και ζήτησα τα αφεντικά, αφού πρώτα αναφέρθηκα και είπα πως είμαι από την Ιονική τράπεζα ο νέος δ/ντής στο κατάστημα Χαροκόπου. Αμέσως με συνέδεσαν
  να συνομιλήσω με τον μεγαλύτερο από τους αδελφούς τον κύριο Μέγα Διαμαντή…
Και αφού συστήθηκα αυτά τα λόγια είπα:
- Κύριε Διαμαντή, είμαι ο καινούριος δ/ντής του καταστήματος της Ιονικής τράπεζας που είναι πολύ κοντά σας… Ρώτησα αν σας έχουμε εδώ πελάτη και μου είπανε πως δεν σας έχουμε…
Εγώ είμαι από την Γορτυνία και η απόσταση μεταξύ μας είναι σε βολής ( λιθαριού) πέτρας…
Αν πετάξεις μία πέτρα με φτάνεις…
 Θα μου ανοίξεις το κεφάλι…
Εκεί ο κ Μέγας γέλασε…
-Το θεωρώ κ Διαμαντή, μεγάλο βάρος, αβάσταχτο, ντροπή, ανικανότητα, να είμαι εγώ τόσο κοντά
 με εσάς και εσάς να μη σας έχω πελάτη, έστω σε λίγες δουλειές, έστω ίσα- ίσα να πω, πως έχω τους αδ/φους Διαμαντή πελάτες…
Αν δεν σας έχω
  εσάς πελάτη, που είσαστε τόσο κοντά, πάει να πει… Και αυτό μόνο του, το φωνάζει, πως είμαι ανίκανος, άχρηστος, δεν κάνω όχι για δ/ντής της ιστορικής Ιονικής τράπεζας, μα δεν πρέπει να είμαι, ούτε της τελευταίας, της μικρότερης βαθμίδας τραπεζοϋπάλληλος και πρέπει να κρεμαστώ στην είσοδο του καταστήματος Θα ήθελα να σας παρακαλέσω να μου αφιερώσετε λίγη ώρα να σας επισκεφτώ…
-Άκουσε πατριώτη κύριε δ/ντά μου…
Εκτιμώ αφάνταστα το τηλεφώνημα σου, τα λόγια σου και την προθυμία σου, να έρθεις εσύ στην επιχείρηση των Αδ/φων Διαμαντή…
Εγώ πρέπει και επιβάλλεται να έρθω να σας επισκεφτώ…
-Όχι κύριε Διαμαντή, μη σας κουράζω, θα έρθω εγώ όποτε μου πείτε και το απόγευμα, αν δεν μπορείτε το πρωί…
-Άκουσε με σε παρακαλώ, είσαι πολύ μικρότερος στην ηλικία από εμένα και καλά έκανες που είπες και πρότεινες να έρθεις εσύ πρώτος εδώ… Αλλά δεν πρέπει…
Έμεινα άφωνος, σύξυλος που λένε… Πάει είπα, χάλασε η δουλειά…
- Άκουσε κύριε δ/ντά, η επιχείρηση των Αδ/φων Διαμαντή όπως ξέρεις είναι μεγάλη, όμως δεν είναι τόσο μεγάλη, δεν έχει την ιστορία, δεν έχει την φήμη και την αίγλη στην αγορά της Ιονικής τράπεζας…
Εμείς δεν είμαστε τράπεζα… Και δεν πρέπει να παίρνουν τα μυαλά μας αέρα…
Εσύ είσαι δ[ντής αυτής της τράπεζας και εγώ πρέπει, επιβάλλεται να έρθω πρώτα σε σένα… Και θα σου πω
  τι έλεγε ο παππούς μου στο χωριό…
«Ποτέ να μη σηκωθούνε τα πόδια να βαρέσουν το κεφάλι…»
Κύριε δ/ντά τι ώρες το πρωί, ανοίγει η τράπεζα και πότε θέλεις να έρθω;..
  Να έρθω αύριο;…  -Κύριε Διαμαντή  η τράπεζα ανοίγει στις οκτώ, εσείς  ελάτε όποτε σας βολεύει, θα σας περιμένω…
-Στις οκτώ και τέταρτο είναι καλά;… Εγώ κοιμάμαι με τις κότες και ξυπνάω με τον κόκορα…
  -Πολύ καλά είναι θα σας περιμένω…
- Καλημέρα, ευχαριστώ για το τηλεφώνημά σου.
-Καλή σας μέρα…
Τους αδελφούς Διαμαντή δεν τους ήξερα ούτε κατ όψιν.
 Την άλλη μέρα πρωί – πρωί  όταν άνοιξε η πόρτα κοιτούσα ποίοι πελάτες μπαίνανε στην τράπεζα.  Ανυπόμονα κοιτούσα να μαντέψω ποιος είναι κ Μέγας Διαμαντής… Στις οκτώ και τέταρτο βλέπω να μπαίνει μέσα ένας πολύ ηλικιωμένος  κύριος, ήταν σκυφτός , καραφλός, με αυτιά πεταχτά, με μάτια αετίσια, σπινθηροβόλα...
Μόλις μπήκε μέσα σήκωσε το κεφάλι του, έριξε μια γρήγορη ματιά γύρο –γύρο, τον αντιλήφθηκα και αμέσως σηκώνουμε και τον πλησιάζω και του λέω
  σαν να τον γνώριζα χρόνια…
- Καλημέρα κύριε Διαμαντή, καλώς ήρθατε… Μου ανταπόδωσε τον χαιρετισμό χαμογελώντας… Τον οδήγησα στο γραφείο μου και κάθισε στην πολυθρόνα…
Αμέσως τον ρώτησα:
-Τι
  θα πιείτε;… Τι θέλετε  να σας φιλέψω;…
-Ααα!… άαα!... Αυτή η λέξη μου άρεσε, είχα χρόνια πολλά να την ακούσω… Θυμήθηκα πολλά… Αν
  είναι εύκολο για την παρέα ένα καφέ  βαρύ μέτριο….
–Είναι πολύ εύκολο…
Φωνάζω την υπάλληλο της καθαριότητας να έρθει στο γραφείο μου.
Ήρθε…
-Κυρία ….. Σε παρακαλώ μας φτιάχνεις δύο καφέδες μέτριους βαρύς με δύο ποτήρια νερό. Ο μέτριος βαρύς είναι πολύ λίγη ζάχαρη και περισσότερο καφές, ο καφές να κολλάει στο φλιτζάνι…
Η κυρία καθαρίστρια αμέσως ετοιμόλογη μου απαντάει.
–Κύριε δ/ντά δεν είναι στα καθήκοντά μου να φτιάχνω και καφέδες….
Και έκανε μεταβολή και έφυγε…
Έμεινα άφωνος, συγκρατήθηκα, η ώρα ήταν κρίσιμη.
Η δουλεία το να προσελκύσω τους Αδ/φούς Διαμαντή αφού ήρθε στην τράπεζα ήταν σχεδόν τελειωμένη…
Αλλά ο διάβολος κρύβεται στην λεπτομέρεια…
Και εδώ η λεπτομέρεια, είναι ο καφές…
Και είπε ο Γιάννης στον Γιάννη, τώρα θα φανεί η εξυπνάδα σου…
  Δεν περίμενα τέτοια συμπεριφορά…
Ο κ Διαμαντής στεναχωρήθηκε, ίδρωσε, εκνευρίστηκε, τα αυτιά του καθώς ήταν και λίγο μεγάλα κουνιόταν, επάνω, κάτω.
-Μη στενοχωριέσαι παιδί
 μου... Είναι σαν να με φίλεψες καφέ…  Τι να κάνεις;… Αυτούς τους ανθρώπους σου δώσανε να κάνεις δουλειά με αυτούς πρέπει να την κάνεις, δεν μπορείς να κάνεις αλλιώς…
Να ήταν αλλού…
Τώρα να φύγω…
Δεν είναι καλό το κλίμα να κουβεντιάσουμε για δουλειές…
Ας φύγω και έρχομαι άλλη μέρα…
Εκεί σκέφτηκα:
Η άλλη μέρα, ίσως είναι ποτέ…
-Κύριε Διαμαντή λυπάμαι και σας ζητά συγνώμη που σας στεναχώρησα με
 την απρεπή συμπεριφορά της υπαλλήλου μου.
Το κλίμα όπως έγινε
  και το διαπιστώσατε δεν είναι κατάλληλο να κουβεντιάσουμε για δουλειές… Όμως  το να μη σας φιλέψω ένα καφέ και ένα νερό είναι ντροπή  προσωπική δική μου…
Θα σας παρακαλέσω να μου κάνετε μία και μόνο χάρη… Δεν θέλω να μου την αρνηθείτε…
-Λέγε μου… Τι θέλεις;…
-Να πιούμε μαζί τον καφέ…
- Να σας αφήσω
  μόνο για  πέντε λεπτά μόνον σας εδώ…
Θα πιούμε διευθυντικό καφέ… Εκεί γέλασε…
-Έχω κάνει νύχτες ολάκερες όταν ήμουνα παιδί με τα γιδοπρόβατα επάνω στο βουνό να αστραφτομπουμπουνίζει και να βρέχει και εδώ που κάθομαι στην πολυθρόνα μέσα σε κόσμο;…
-Συγνώμη που θα σας αφήσω μόνον…
Σηκώθηκα αμίλητος, πέρασα μέσα από τα γραφεία των υπαλλήλων
   φανερά εκνευρισμένος. Κατέβηκα γρήγορα τις σκάλες προς το υπόγειο , έφτιαξα δύο καφέδες και νερό  και με το δίσκο γρήγορα ανέβαινα τις σκάλες.
Όμως είχα ξεχάσει και έφερνα μαζί και το μπρίκι.
Όταν ανέβηκα και το τελευταίο σκαλοπάτι κατάλαβα ότι στο δίσκο έχω μαζί και το μπρίκι με το υπόλοιπο καφέ, το παίρνω και το πετάω στο δάπεδο, ντράκαρα, ντάγκαρα έκανε.
Όλοι ξαφνιάστηκαν,
  σηκώθηκαν όλοι όρθιοι, νόμισαν ότι δεν κρατούσα ισορροπία  και έπεσαν…
-Λέγετε στην κυρία να έρθει να τα καθαρίσει…
Επήγα τους καφέδες με το νερό στο γραφείο μου και τον σερβίρισα στον κ Διαμαντή… Αυτός φανερά ευχαριστημένος με την όλη συμπεριφορά μου, μου είπε:
-Αφού δεν ήθελε να φτιάξει τον καφέ, φαίνεται θα της κοβότανε η φούντα, ας κάνει τα καθήκοντά της τώρα με το σφουγγαρόπανο
Μου θύμισε το παραμύθι του Αισώπου…
«Το γαϊδούρι με το άλογο»
 Όμως  δεν φταίει αυτή, άλλοι φταίνε…
Φταίει το σύστημα….
Γίνεται προκοπή έτσι;…
Αμ δεν γίνεται…
Έρχεται η καταστροφή…
Είσαι νέος, να το θυμάσαι, όπως πάμε,
  πάμε ολοταχώς για την καταστροφή γενικώς…
- Ο Θεός να βάλει το
  χέρι του, κύριε Διαμαντή...  -Ο Θεός  δεν έχει άλλη δουλειά, θα ασχοληθεί με την βλακεία του κάθε ενός μας.
Ο Θεός δοξασμένος να είναι, μας έδωσε μυαλό….
Δώσε μου σε παρακαλώ το τηλέφωνο τώρα να κάνουμε και μια στάλα δουλειά…
Του το έδωσα…
Σχημάτισε το νούμερο και αμέσως απάντησε.
-Έλα Ηλία, είμαι εδώ στην Ιονική τράπεζα που είναι δίπλα μας.
Πάρε το φάκελο με τα νομιμοποιητικά έγγραφα της εταιρίας,
  ότι ανοίγματα πιστώσεων έχουμε, το προσωπικό μου καρνέ επιταγών και μου τα φέρνεις εδώ…
-Κύριε δ/ντα:
Ας αρχίσουμε με τους προσωπικούς λογ/μούς να καταθέσω μερικά χρήματα, να κάνουμε και ότι εισαγωγές υπάρχουν τώρα και σιγά,
  σιγά θα σου δώσω τις περισσότερες δουλειές, όχι όμως όλες…
Και είπε:
 «Καινούριο φίλο έπιασες τον παλιό ποτέ μην απαρνιέσαι»
-Σε ευχαριστώ κύριε Διαμαντή και εγώ δεν θα ήθελα την αποκλειστικότητα, διότι μπορεί να έρθει περίοδο, στιγμή που και να θέλω να σας εξυπηρετήσω και να μη μπορώ και το πρόβλημα να μην είναι σε μένα, να είναι στην ίδια την τράπεζα. πχ να υπάρχουν περιορισμοί στις χρηματοδοτήσεις
Τότε ποτέ, δεν λέμε ότι η τράπεζα έχει το πρόβλημα εμείς οι δ/ντές φέρνουμε δυσκολίες ώσπου να ξεπεραστεί το πρόβλημα της τράπεζας, αλλά μέχρι τότε εσείς πρέπει να έχετε τις πόρτες ανοιχτές να κάνετε τις δουλειές σας…
  Αμέσως ήρθε ο υπάλληλος του ο κ Αξαρλής, που όπως μου είπε ήταν ανιψιός του από την αδελφή του, σπουδαγμένο παιδί με καλές σπουδές στο εξωτερικό…
Είναι ο οικονομικός δ/ντής της εταιρίας…
Είναι και τα παιδιά μας αλλά σαν και αυτόν δεν είναι…
Τα βάλαμε μαθητευόμενους δίπλα και υπό τον ξάδελφο μήπως ξυπνήσουν και πάρουν μπροστά…. Αλλά μη το περιμένεις….
Είναι χορτάτα, δεν τους λείπει τίποτα, τι να επιδιώξουν και για ποιο σκοπό να αγωνιστούν, μόνο η πείνα ξυπνάει τον άνθρωπο, δεν τον αφήνει να κοιμηθεί….
Από την φτώχεια βγαίνουν έξυπνοι άνθρωποι…
 Αλλά  όμως η πολύ μεγάλη φτώχεια τους εξαθλιώνει τους νέους και πεδουκλώνει τα έξυπνα μυαλά….
Και ανάθεμα την φτώχεια και τρις ανάθεμα την αναποδιά και την ανέχεια….
 Ανοίξαμε τους προσωπικούς αποταμιευτικούς  λογ/σμούς και λογ/σμό όψεως στην εταιρία και ο κ Αξαρλής μαζί με το καταστατικό της εταιρίας μας έδωσε και επικυρωμένο αντίγραφο γνωμοδότηση του δικαστικού της Εθνικής τράπεζας εκπροσώπησης και δέσμευσης της εταιρίας.
Η εταιρία δεσμεύεται
  με την υπογραφή των δύο αδερφών από κοινού ή κεχωρισμένως και για μερικές δουλειές από το ανιψιό τους τον οικονομικό  δ/ντή κ Αξαρλή.  Οι δουλειές μαζί μας ήταν καταθέσεις, προεξόφληση συναλλαγματικών, και είσπραξη συναλλαγματικών, άνοιγμα πιστώσεων εισαγωγές τις μετρητοίς… Δεν είχε τότε ανάγκη μεγάλου δανεισμού… Τα έσοδα από τις δουλειές ήταν σημαντικά…
Την
  απρέπεια όμως της κυρίας καθαρίστριας δεν μπορούσα να την καταπιώ…
Να μου το έλεγε σε εμένα, δεν σου φτιάνω καφέ,
  ίσως πολύ καλά θα έκανε…
Αλλά να αρνηθεί να φτιάξει ένα καφέ φιλοξενίας στον πελάτη και μπροστά στον πελάτη να αρνηθεί, αυτό πια ήταν για να ήταν…
Δεν ήταν, ούτε να ακουστεί,
 μα ούτε και να μολογιέται…
Είναι πια αυτό στην καρμανιόλα
 για να πηγαίνει…
Τις επόμενες ημέρες προσκαλούσα φίλους να έρθουν στο κατάστημα και για δουλειές και μερικοί έτσι για καφέ… Τον καφέ φυσικά το έφτιαχνα εγώ.
Κάθε φορά φυσικά, θα έπεφτε και κάτι από το σερβίρισμα του καφέ για να τα κάνει όλα μαντάρα και η κυρία υπάλληλος καθαριότητας συνεχώς να καθαρίζει…
Οι κυρίες συνάδελφοι ήρθαν και με παρακάλεσαν και μου είπαν να φτιάχνουν αυτές καφέ και να τον σερβίρουν στον πελάτη για να μη γίνεται και η ακαταστασία. Η απάντησή μου ήταν:
 -Ο δ/ντής θα φτιάχνει και θα σερβίρει όπως μπορεί τους καφέδες
  και τα κεράσματα στους πελάτες, και ο κάθε υπάλληλος μέχρι να σκολάσει θα κάνει την δουλειά που πρέπει και  η συνάδελφος της καθαριότητας από την ώρα που θα μπει στο κατάστημα μέχρι την ώρα της που θα φύγει θα καθαρίζει ότι λερώνει ο δ/ντής....
Αυτά είναι τα καθήκοντά της και τίποτε άλλο…
Εγώ δεν θα της ζητήσω ποτέ καμία εξυπηρέτηση και να μη καθίσει πάρα πάνω από την ώρα της ούτε δευτερόλεπτο.

Ήταν η περίοδος της πλήρης κυριαρχίας των κομμάτων και του κομματικού συνδικαλισμού στην δημόσια διοίκηση και στους οργανισμούς κοινής ωφελείας…. Γι αυτό και η κυρία καθαρίστρια ήθελε να παίξει τον ρόλο του υπερ διευθυντή και ίσως να νόμισε πως εγώ ήμουνα υποχείριο των τότε συνδικαλιστικών και των κομματικών παρατάξεων…
Αυτό κράτησε περισσότερο από δεκαπέντε η μέρες…
Οι
  κυρίες συναδέρφισες  υπάλληλοι, αμέσως μόλις έβλεπαν πως στο γραφείο μου ήταν και καθόταν στην πολυθρόνα πελάτης, όποια είχε ευχέρεια ερχότανε και με ευγενικό τρόπο έλεγε στον πελάτη αν θέλει κάτι, ποτό, καφέ, να τον κεράσουμε… Και αναλόγως έφτιαχνε και τον σερβίριζε το κέρασμα… Και κατά αυτόν τον τρόπο, δεν μπορούσα και μπροστά στον πελάτη να ειπώ κάτι και να αρνηθώ την προσφορά… Μετά από λίγο ενώ την παραγγελία του κεράσματος την έπαιρνε συνάδελφος υπάλληλος, το σερβίρισμα το έκανε ή κυρία της καθαριότητος. Έτσι σιγά, σιγά ομαλοποιήθηκε η αταξία και η κυρία έγινε πρόθυμη από μόνη της, όχι στο να φτιάχνει μόνο καφέ στους πελάτες αλλά και στους συναδέλφους κάθε πρωί…
Βέβαια από την καλή συμπεριφορά της δεν της κόπηκε δα και η φούντα της…. Σταμάτησε να έχει
  ολημερίς το σφουγγαρόπανο στα χέρια…
Και εμείς οι συνάδελφοι τότε δεν ήσαν αχάριστοι μαζί της,
  της συμπαραστεκόταν  σε κάθε πρόβλημά της… 

Το πρώτο που ασχολήθηκα, μέχρι να σταματήσει η διαρροή των καταθέσεων ήταν το συμμάζεμα των χορηγήσεων, των δανείων  και των καθυστερημένων δόσεων. Μεταξύ των άλλων πελατών  που τους πήρα τηλέφωνο και τους υπενθύμισα ότι πρέπει να εξοφλήσουν τις καθυστερημένες δόσεις τους  από τα δάνεια τους, μεταξύ αυτών ήταν και ένας βιοτέχνης,(ο Μητσάκος ο μικρομεσαίος, για τον οποίο έχω υπό έκδοση βιβλίο) που είχε βιοτεχνία πλεκτών και  έφτιαχνε  πολύ καλά πλεκτά… Από τότε που πήρε το δάνειο για να αγοράσει μηχανήματα, πλεκτομηχανές είχε πληρώσει μόνο μία δόση. Σε καθυστέρηση ήσαν πολλές δόσεις και ο τόκος σε καθυστέρηση κοντά δύο χρόνια.
Τον πήρα τηλέφωνο, ήταν πρώτη του μήνα και Δευτέρα, ντριν, ντρίν το τηλέφωνο χτυπά… Σε λίγο μία φωνή ακούγεται να έρχεται μέσα από το σύρμα…
-Εμπρός, εμπρός να λέει… Ήταν φωνή βραχνή φωνή κουρασμένη…
-Καλημέρα κύριε Μήτσο  είμαι ο νέος δ/ντής της Ιονικής τράπεζας της Χαροκόπου….
-Έλα και τι θέλεις και εσύ τώρα πρωϊνιάτικα, ακόμα δεν κάναμε σεφτέ….
-Κύριε Μήτσο επήρα να σας υπενθυμίσω ότι έχετε πάρει ένα δάνειο από την τράπεζα και έχετε να πληρώσετε τις δόσεις και τους τόκους κοντά δύο χρόνια…
Σας πήρα να σας το υπενθυμίσω μήπως το ξεχάσατε…
-Καλά και που σε βρήκαν εσένα ρε και σε στείλανε δ/ντή και με παίρνεις πρωί-  πρωί  πρωτομηνιάτικα και Δευτεριάτικα να μου ειπείς να πληρώσω τα χρέη μου;
Η συνέχεια  είναι απόσπασμα από την υπό έκδοση βιβλίο μου (ο Μητσάκος ο μικρομεσαίος)  …
-Κύριε Μήτσο, καταλάβατε;… Είμαι ο καινούργιος Διευθυντής της τράπεζας, τον Διευθυντή τον κ. Μηνά έχω αλλάξει, και να σου θυμίσω ότι είμαι στην τράπεζα που σε εξυπηρέτησε και σου έδωσε το δάνειο, για να αγοράσεις μηχανές, να κάνεις τη δουλειά σου.  Σας πήρα στο τηλέφωνο για να σας υπενθυμίσω την οφειλή, μήπως την ξέχασες, να φέρεις κανένα φράγκο.
Και μόλις άκουσε, ο κύριος Μήτσος για λεφτά, σωστό θεριό έγινε!...  Κι άρχισε από το τηλέφωνο τον Διευθυντή να βλαστημάει…. Θεό, Χριστό και Παναγιά….  Αράδα να τους πάει!... 
Αραιά και πού έλεγε για τα λιβάνια, τα καντηλέρια, τα εξαπτέρυγα και τους σαράντα Αγίους...
  Μετά σειρά έπιασαν οι υπουργοί, οι βουλευτές και όλοι οι καλαμαράδες.
Ο Διευθυντής έμεινε άφωνος!..  Δεν ήξερε με ποιον είχε να κάνει;..Περίμενε, περίμενε, αμίλητος,  περνώντας η ώρα από μακριά, να τον ψυχολογήσει!..  Και σαν βράχνιασε η φωνή του απέναντι, από το υβρεολόγιο, με ήρεμη και σταθερή φωνή άρχισε να του λέει....
-  Κι εγώ στην θέση σου σαν θα ήμουνα, κύριε Μήτσο, ίσως περισσότερα και πιο άσχημα θα ξεστομούσα. 
Όσο για τον Χριστό, την Παναγιά, δικιά σου και δικιά μου και όλου του κόσμου είναι!.. Εγώ δεν σε παρεξηγώ, κακία δεν σου βαστάω!.. Από μισή, μισή, τους έχουμε και λίγο πάρα κάτω, μισιακή είναι και Αυτή!..
Όλα τα συγχωράει, είναι καλή, φιλεύσπλαχνη, κακία δεν σου κρατάει!..  
Τώρα όμως που ξεθύμανες, σύνελθε, έλα στα λογικά σου.
- Με λες τρελός, πως είμαι, Διευθυντή;   Που ούτε με ξέρεις, ούτε σε ξέρω!..
 Εσύ νομίζεις πως είσαι άνθρωπος σωστός, καλός;...
Ας κάνεις και τον μορφωμένο!..
Όχι!.. 
Σωστός κανίβαλος είσαι…
Σκληρός, άκαρδος, απάνθρωπος, ανθρωποφάγος, για να μη σου ειπώ και τίποτα άλλο, πάρα πάνω!..  
Δευτέρα πρωί,  πρωί,  που με πήρες... 
Δευτέρα είναι και πρωτομηνιά, αρχή εβδομάδας και αρχή του μήνα.   Και χάρηκα ο δόλιος, ο δύσμοιρος, στο άκουσμα του τηλεφώνου και είπα: Δοξασμένος ο Θεός, πελάτης θα είναι, ας τρέξω γρήγορα να μην τον χάσω, και άφησα  μόνες τους τις μηχανές μου. 
Δεν ήξερα πως ήταν ο αρχάγγελος, ο δήμιος, την κεφαλή σαν του Άγιου Γιάννη του  Προδρόμου να μου την αρπάξει... 
Ούτε σεφτέ δεν άφησες, αθεόφοβε, πρωί,  πρωί, να κάνω!... 
Ούτε ψυχή έχεις μέσα σου ούτε φιλότιμο λιγάκι. 
Την μπάκα σου μόνο κοιτάς, τί θα της ρίξεις μέσα…
Το άσπρο πουκαμισάκι για να φοράς, την πλουμιστή γραβάτα, με το κολλαριστό κολάρο!.. 
Δεν ρώτησες ποτέ για μας, παλιάνθρωπε… 
Παριστάνεις το πρόβατο και έχεις καρδιά, ψυχή και την γνώμη του λύκου...
-Κύριε Μήτσο, να σε κλείσω τώρα,  γιατί έχω δουλειά.- Όχι ρε!... Αυτό είναι παλιανθρωπιά και αυτά εγώ δεν τα σηκώνω…
Αυτό πώς τόλμησες να μου το ειπείς;… Τέτοια προσβόλα κατάμουτρα να μου τη ρίξεις;..
Για ποιον με νόμισες;..
Δεν, δεν είμαι και ρετάλι!...
  Κάτσε τώρα, να στα ψάλλω…
Να αρχίσω από τους υπουργούς και γραμματείς και όλους τους Φαρισαίους, να φτάσω και σε σένα.
  Και αφού ο Μήτσος τα είπε και λιγόστεψε, και κόντυνε η φωνή του να καταπιεί, να   πάρει βαθιά την ανάσα.  Την ευκαιρία βρήκε ο Διευθυντής για να ακουστεί η φωνή του.
- Δίκιο έχεις κύριε Μήτσο μου, σε όλα αυτά που λέγεις και στα άλλα που δεν είπες.  Έλα από εδώ, να μου τα ειπείς από κοντά και για το καλό το δικό σου, εγώ κακία, γι’ αυτά που εσύ μου έψαλες, καθόλου δεν σου κρατάω. 
Εμένα, σαν άνθρωπο όσο θέλεις βρίσε με, όσο είσαι μοναχός σου και μοναχός μου.  Και σαν θα είμαστε οι δυο μας μονάχοι, καθόλου δεν θα μου κακοφανεί, εγώ σε συμπονάω και χρήσιμος θέλω να σου φανώ... 
Έλα, έλα, έλα, για το καλό σου.  Έλα εδώ στην τράπεζα!... 
Μαζί την λύση θα την βρούμε!..  
Έλα να δοκιμάσεις, περισσότερο ζημιά δεν θα σου γεννηθεί. Από ό,τι έχεις πάθει... Και αν δεν έρθεις, πολλά θα χάσεις.. 
Σύντομα έλα... 
Και ένα ακόμη να ξέρεις και να έχεις στο νου σου και πάντα να θυμάσαι, ότι η τράπεζα είναι απρόσωπη και συμπόνια δεν έχει και δεν δείχνει……
 " Σου δίνει ομπρέλα στην αναβροχιά, στην παίρνει όταν βρέχει…"
Πολλά σου είπα, κύριε Μήτσο, τηλεφωνικά που δεν έπρεπε εγώ από εδώ να ξεστομίσω. 
Αν θέλεις, άκουσε τα αυτά... 
Τι άλλο πια να σου ειπώ; 
Πολλά πρέπει να καταλάβεις. 
Εγώ είμαι υπάλληλος εδώ και εδώ το ψωμί μου βγάζω. 
Εσύ είσαι το αφεντικό και εγώ άλλους έχω αφεντικά και αυτοί  ό,τι μου λένε κάνω …   Και σαν τα λόγια τους παραβώ, δεν κάνω την εντολή τους... Αλίμονο μου, ούτε την μια φορά δεν μου την χαρίζουνε…
Μου κόβουν το κεφάλι... 
Μήτσο, πολλά είπαμε, έλα από εδώ να ει πούμε και τ’ άλλα …
Ο Μήτσος προς στιγμή στόμωσε, χάθηκε η φωνή …

- Τι λες Μήτσο, θα έρθεις;
Και μια φωνή ακούστηκε από την γραμμή, από πέρα να λέει:           
-Κλείσε τώρα, Διευθυντή, μη με κάνεις από καημό να κλάψω!...          
"Είπα να ειπώ και εγώ τον πόνο μου, να βγάλω την οργή μου και βρήκα και άλλοι αλλού να κλαίνε, πιότερο, χειρότερα, από εμένα…
Θα έλθω αύριο, Διευθυντά, τώρα, δεν σε προφταίνω.

Βουβή έμεινε η γραμμή και οι δυο τους συλλογιούνται…
Ποιός έχει το δίκιο;… Το άδικο;..  Και πού να το βρούνε;….

Σαν ξημέρωσε η αυριανή και πήγε ο κόσμος στην δουλειά τους, στην τράπεζα από έξω, στα σκαλιά καθισμένος κάτω, περίμενε ο Μήτσος τον Διευθυντή, κρατώντας κάτι στα χέρια.

Ο Διευθυντής σαν έφτασε στην εμπατή καλημερίζοντας, μη ξέροντας, το Μήτσο προσπερνάει… Και μέσα μπαίνει.
Ο Μήτσος, τον έκοψε από μπροστά που ερχότανε, τον κόβει και από πίσω. 
Καλός μου φαίνεται σαν άνθρωπος, νομίζω πως την άκρια θα την βρούμε…  Και πριν προφτάσει ο άνθρωπος. ο δ/ντής στην θέση του να κάτσει, ξωπίσω του, ο Μήτσος τον καλημερίζει.
- Καλή σου μέρα Διευθυντή.  Να, είμαι εδώ που σου ήρθα, για να τα ειπούμε από κοντά, μαζί να γνωριστούμε, να βάλουμε τον κούτραφο για να σκεφτεί, την άκρη για να την βρούμε …
- Κάθισε, του είπε ο Διευθυντής.
Του δείχνει την καρέκλα που ήταν μπροστά στο γραφείο του με τα μεγάλα μπράτσα.
Εντιρρήθηκε ο Μήτσος στην αρχή να κάτσει, μη τη λερώσει… Είχε έρθει με τα ρούχα της δουλειάς, με χνούδια σκονισμένος. Τα χέρια του κατάμαυρα, από των μηχανών τα λάδια …
-         Κάθισε, κύριε  Μήτσο, δεν λερώνονται.  Και να λερωθούνε από σένα!.. Αυτή η λέρα βγαίνει!...  Από αλλουνώνε  την λέρα που δεν φαίνεται και που κάνουν τον παστρικό...τί κάνουμε;.. Αυτουνώνε η βρώμα, δεν βγαίνει, δεν φεύγει … Με τίποτα!…   Κάθισε Μήτσο, κάθισε και μην ντιρριέσαι καθόλου.  Τί καφεδάκι θες να πιεις, για να τον πιούμε αντάμα...-Καφέ θα με κεράσεις, κύριε Διευθυντή;  Κάλλιο δώσε μου φαρμάκι να φαρμακωθώ, με το κατάντημά μου….  Πώς ήμουνα, πώς έγινα και πώς θα τα συνεφέρω;…  Ολημερίς, και ολονυχτίς, στις μηχανές παλεύω!...  Ολόρθος τρώω το ψωμί, ακουμπιστός κοιμάμαι κι από  το  ξενύχτι στη δουλειά, ήρθα εδώ!...
Τί άλλο που πρέπει, Θεέ μου, να σου κάνω;…
  Τις μηχανές μου καλά τις έφτιαχνα, και φτιάχνω, αγγέλους για να βγάλουν και να, αγγέλους βγάζουν, τα πλεκτά μου αμέσως ξεπουλιούνται !..
Μα, τί να τα κάνω όλα αυτά;...
  Μα διάφορο δεν έχω ….  Και να, ποια είναι τα κατάντια μου και ποια η προκοπή μου….
Να με τραβάνε όλοι, σαν τα σκυλιά….
Λες και πήγα στου τσέλιγκα το μαντρί, για να τους κλέψω...

Ο Διευθυντής από την πολυθρόνα του σηκώθηκε, σίμωσε κοντά στον Μήτσο, στον ώμο του ακούμπησε, και στο αυτί του σιγοψιθυρίζει:
- Σώπασε Μήτσο και μη λες τέτοιες πικρές κουβέντες... 
Ο τόπος δεν είναι κατάλληλος να κλάψουμε και οι δυο μας…. 
Πιες, να πιούμε Μήτσο τον καφέ, όλα θα ξεπεραστούνε …
Και η αυριανή, ίσως θα είναι καλύτερη η ημέρα …

Ερούφηξαν και οι δύο, από μία ρουφηξιά  από τον καφέ, στυλώθηκε η καρδιά τους.  Εμείνανε και οι δύο σιωπηλοί και ο Μήτσος πάλι αρχίζει.
-Όπως σου είπα, κύριε διευθυντή, 
Αγγέλους, εγώ και οι μηχανές μου, φτιάχνω, μα προκοπή δεν βλέπω.
Η δουλειά μου, οι κόποι μου, ο ιδρώτας μου, πουθενά δεν φαίνονται, γίνονται μπούρμπερη, μπαρούτη.. 
Πες μου τώρα εσύ, λες να με μουντζώσανε και κάθε πρωί να με μουντζώνουνε, να μου ρίχνουνε την αμωρίλα;...
Εγώ για κανένανε κακό λόγο δεν έχω ειπεί, δεν λέω, κακό κανείς δεν θέλω να πάθει, το άδικο δεν το θέλω, σελέμικο ψωμί δεν τρώγω, καλύτερα το έχω να πεθάνω, άπλερο κρασί δεν πίνω και επειδή είμαι αψύς και οξύθυμος, μπροστά, αμέσως λύνω τις διαφορές μου, λέω και καμιά βλαστήμια....
Αυτό είναι το αμάρτημά μου..
Καβούρια δεν έχω μέσα μου, από την κακία τους να τρώνε τα   σωθικά μου. 
Όλα τα διώχνω, εξώς μου....
Και όταν είμαι μοναχός, με πιάνει μουγκαμάρα μεγάλη και κάθομαι και κλαίω. 
Μα τι να σου πω κ. Διευθυντά… 
Από τότε που πήρα το δάνειο από εδώ, άσπρη μέρα δεν είδα … 
Και τί μου φταίει ο άλλος ο Διευθυντής και όλοι οι υπάλληλοι;...
Με την χαρά με δέχτηκαν, με γέλιο μου το έδωσαν...
Δεν ξέρω τί να κάνω; …
Τί να ειπώ;...
Το ένα που πήρα, έγινε διπλό.  Και το διπλό τώρα πάει για τρία. 
Αυτά είναι τα χρωστούμενα και τελειωμό δεν έχουν!…
Βουβός έμεινε ο Διευθυντής, στα μάτια τον κοιτάει … 
Ο Μήτσος λύνει το δεματάκι του και τα πλεκτά του βγάζει.  -Αυτά είναι τα πλεκτά μου, Διευθυντά, να ιδείς, να τα εκτιμήσεις …

 Εγώ λαδώνω τις μηχανές και τις επιδιορθώνω, εγώ μπουρλιάζω το μαλλί και τις βελόνες αλλάζω. 
Εγώ σχεδιάζω τα πλεκτά και αυτά τα σχέδια βγάζω. 
Να, αυτά είναι τα σχέδιά τους και αυτό το πλέξιμό τους. 
Χέρια, μυαλό δουλέψανε, τούτα εδώ να βγούνε!... 
Την άνοιξη φτηνά αγοράζω το μαλλί, αμέσως το ξεμπλέκω, το θεριστή βγάζω τα δείγματα μαζί το κοστολόγιο, τον Αύγουστο δειγματίζω.
Και στο σπαρτό τελειώνω τις παραγγελίες, στα μαγαζιά τα έχω παραδώσει. 
Καλά αγοράζω, καλά πουλώ, με τα συμφωνημένα και από τους πελάτες μου δεν έχω παράπονο κανένα... 
Όλοι τους με εκτιμάνε και τα λεφτά στην ώρα τους μου τα ξεπληρώνουνε. 
Δύο – τρεις μόνο από αυτούς μου είναι σκάρτοι και αυτούς τους βρήκε συμφορά και με καθυστερούνε. 
Κι άλλα εμπορεύματα μου παίρνουνε, σιγά – σιγά και λίγα – λίγα μου τα δίνουν,  δεν έχω και από αυτούς ζημιά. 
Αλλά για πες μου τώρα εσύ που ξέρεις από εμένα πιο πολλά, πού είναι η προκοπή μου;... 
Εγώ δεν είμαι σπάταλος, ταβέρνες και μπουζούκια δεν ξέρω!... 
Μια μπουκιά στα όρθια τρώγω ψωμί και αν θεωρείς πως το τσιγάρο είναι το έξοδο, και αυτό το κόβω στη μέση. 
Γυναίκα δεν έχω πολυέξοδη, τη δεκάρα από τσιγγουνιά κοσάρα την εκάνει!..  
Αυτή πολλές φορές με βγάζει από την δύσκολη από το κομπόδεμά της. 
Δεν βρίσκω αλλού να ρίξω τα φταιξίματα….
Μην είμαι εγώ ο φταίχτης;..
Ο γκαντέμης; 
Ο γκαντέμης, ο κακορίζικος;…  
Ο διαβολοπαρμένος;... 
Που όλο του κάκου πολεμά και άδικα πασχίζει;…. 
Από ό,τι ακούς και βλέπεις, Διευθυντά, καλά αγοράζω – καλά πουλώ – καλό το εμπόρευμά μου, στα ράφια και στα μαγαζιά ούτε κομμάτι μένει!...

Ο Διευθυντής κοιτά τον Μήτσο με μάτια ορθάνοιχτα και αποσβολωμένος μένει! …
Δεν βρίσκει λόγια να του ειπεί, λόγια να τον παρηγορήσει...
Λόγια λογικά, να του απαντήσει... 
Μόνο κουνάει το κεφάλι του σιωπηλός, μη ξέροντας τί να κάνει;
- Εσύ δεν φταις, Διευθυντή, ούτε από εδώ μέσα άλλος κανένας. 
Δεν ήρθανε, δεν με έπιασαν, με ζόρι το δάνειο να μου το δώσουν...
 Εγώ μονάχος ήρθα μέχρι εδώ, ήρθα παρακαλώντας...
Τα λεφτά τα επήρα ακέραια και έκανα τη δουλειά μου. 
Πληρώνω την μια δόση στην ώρα της, κανονικά, δύο φαίνονται πως χρωστάω. 
Τόκους φαίνεται ότι δεν ξεπληρώνω ποτέ...
Κι εγώ πληρώνω και πληρώνω...  Και ξεπληρωμή δεν γίνεται, δεν βλέπω…
Ο τόκος γίνεται, απ’ ό,τι μου λένε,  κεφάλαιο και από το επιτόκιο τόκος και κάθε μήνα τοκίζονται και τοκίζονται και αυξάνονται, ούλα τους, σαν την Λερναία Ύδρα… 
Της κόβανε την μία κεφαλή, στην θέση της δύο –τρείς, ξεπηδούσαν!... 
Μήπως πρέπει να φωνάξω τον Ηρακλή, αυτός τις δόσεις να ξεκάνει;.. 
Αλλά πού είναι  και αυτός που ήταν δυνατός και αυτός μας εσιχάθηκε με τα καμώματά μας!...
Τι να πρωτοκάνει;….  Και πάλι άλλος μετά, σαν αυτόν, δεν φάνει… 
Εγώ, όταν πήρα τα δανεικά, τα πήρα με επιτόκιο, δέκα 10%, πήγανε δέκα πέντε, είκοσι,  τώρα έχει φτάσει είκοσι έξη 26%. και βάλε... 
Το πήγανε τόσο ψηλά, χωρίς να μου το ειπούνε, χωρίς να με ρωτήσουν... 
Να ειπώ το ναι ή το όχι και στην καρτέλα με χρεώνετε!.. 
Εγώ πού να τα χρεώσω;…  
Εγώ, όπως είπαμε, την Άνοιξη αγοράζω το μαλλί, το πλέκω, το δειγματίζω και συμφωνάω την τιμή που θα τους το πουλήσω. 
Και ώσπου να γυρίσει ο κύκλος μια φορά, τρεις φορές τα επιτόκια και οι τιμές στο μαλλί έχουν αλλάξει. 
Τί να τους ειπώ;... 
Θέλω περισσότερα λεφτά από ότι έχω συμφωνήσει; 
Τα εμπορεύματα τα περισσότερα έχουν συμφωνηθεί στην τιμή, στην ποσότητα και στην ποιότητα και τα άλλα είναι στο ράφι των μαγαζιώνε!...  
Την άλλη γύρα, αγοράζω το μαλλί τόσο όσο πουλάω πουλόβερ… 
Στις δύο φορές, στις τρεις τις γύρες, τρώμε  όλο το καπιτάλι. 
Από το κράτος ζητάμε στήριξη και εκείνο μας γκρεμίζει!...
Δεν βάζει τάξη, να ξέρει ο καθένας τι κάνει...
Δεν του ζητάμε δανεικά και αγύριστα... 
Ούτε χαράμι να τρώγω το ψωμί, ούτε σελέμικο το πιόμα!. 
Θέλω σε αυτά που συμφώνησα η συμφωνία να τηρηθεί, τον λόγο μου να τιμήσω!...  Εγώ κάνω το λογιστή, καλά και τίμια, τα μετράω, τον λόγο μου πάντα σέβομαι και το άδικο δεν θέλω!... 
Εγώ κάνω τον μηχανικό, τον πλέκτη, τον σχεδιαστή, τον πωλητή, σ’ αυτά καλά τα καταφέρνω. 
Τι κάνω όμως με τις τρικλοποδιές οι άλλοι που μου βάζουν; …
Και να ήσαν οι οχτροί; 
Φυλάγομαι!... Τους αποφεύγω!... 
Τους ανταγωνιστές;..
Με την ποιότητα και την τιμή, με όλους αυτούς αντιπαλεύω!... 
Μα τί να κάνω με τους μπαμπέσηδες, τους πονηρούς αυτούς, τους καλαμαράδες;…
Που άλλα σου λένε και σου υπόσχονται το πρωί και άλλα μέχρι το βράδυ κάνουν;..
Και άλλα γράφουνε στα δεφτέρια τους, χωρίς να σε ρωτάνε;… 
Όλους αυτούς να μη τους ειπώ … και να μη τους χαρακτηρίσω, αυτοί πέτσα δεν έχουν στα μούτρα τους, επάνω τους, τσίπα στα λογικά τους κι εγώ μπροστά σε αυτούς είμαι αδύναμος, αγράμματος και πώς να τους αντιμετωπίσω;
Και ενώ έπρεπε αυτοί να με βλέπουν και να τους βλέπω για συμβουλάτορές μου, φίλους πιστικούς, πιότερο οχτρούς κρυφούς τους νιώθω!.... 
"Όρνεα και αρπακτικά μεγάλα, που από ψηλά βουλεύονται για να με κατασπαράξουν...."
Μίλα μου, πες μου Διευθυντά. Έχω δίκιο για άδικο ή μήπως παραλογιέμαι;... 
Εάν έχω πάθει και είναι αυτό το τελευταίο, πες το μου, για να το καταλάβω,  να πάρω τρέχοντας τα βουνά ή να πάω μέσα στο Δαφνί, για να ησυχάσει ο κόσμος...      Ο κόσμος να γίνεται καλύτερος, αφού εγώ τονε χαλάω... Που παραλογάω...
Εγώ τους φόρους μου, για να φάνε αυτοί ψωμί, συχνά, πυκνά πληρώνω.
Τίποτα σε αυτούς δεν χρωστάω. 
Στους εργάτες μου δίνω ψωμί καλό, πιο πάνω από ό,τι λέει ο νόμος, γιατί τους συμπονάω...
Να ζήσουν και αυτοί τις φαμελιές τους, να μάθουν γράμματα τα παιδιά τους, μήπως αλλάξει η μαύρη τους  η μοίρα και ιδούνε, αυτά τουλάχιστο, άσπρη μέρα... 
Και την Πατρίδα μας την εφύλαξα πολύ πιστά και εμπιστευμένα: Στρυμωνικό, Σουφλί, Δράμα, Κύπρο, στο τέλος Γουδί και στο Χαϊδάρι. 
Είκοσι οκτώ μήνες κανονικά και καμιά εικοσάρα φυλακή γίνονται κοντά είκοσι εννέα, εάν βάλω και δύο φορές επιστράτευση και για τα νέα όπλα, γίνονται τριάντα τρία. 
Εγώ αυτουνώνε το βιός φύλαγα και αυτούς υπερασπιζόμουνα . 
Εγώ τί είχα, τί θα έχανα, εκτός από του λούστρου που είχα το κασελάκι;... 
Εμένα τί  θα μου έπαιρναν; ...
Το κουτσό γαϊδούρι που είχα στο χωριό...
Και αυτό ήταν του παππού!..
Αλλά είπαμε για το γαμώτο, για να μη μας κοροϊδεύει ο ντουνιάς!..
Και τα ξένα βιλαέτια!…
Ένα να ξέρεις, Διευθυντή, ότι αυτοί οι χαραμοφάηδες, εμένα μου χρωστάνε, δεν τους χρωστάω. 
Να, βλέπεις τα χέρια μου; …, Τίμια προσπαθώ να βγάλω το ψωμί μου. 
Πολλά είπα, κ. Διευθυντή, και ίσως ανώφελα να είναι τούτα:
Μα τα είχα βάρος μέσα μου και τα είπα να ξεφουσκώσω… 
Εδώ ήρθα για άλλη δουλειά, ήρθα πρώτα να γνωριστούμε. 
Εσύ με ξέρεις πως με λένε, κοίταξες τα κιτάπια!.. 
Εσένα πώς σε λένε του λόγου σου;...  Και ποιο είναι το χωριό σου; 
Μήπως ήπιαμε από τον ίδιο τον τόπο νερό, ανασάναμε από τον ίδιο αέρα;.. Και καλύτερα καταλαβαίνει ο ένας τον άλλον και συνεννοηθούμε;
-  Γιάννη με λένε στο μικρό, το άλλο … το μεγαλύτερο … κοίτα εδώ, το  γράφει.
- Εσύ, όπως γράφει εδώ, είσαι Διευθυντής και έπρεπε να το προσέξω.  Αλλά από άνθρωπο που λίγα γράμματα ξέρει τέτοια και χειρότερα να περιμένεις… 
Γι’ αυτό λέγανε οι παππούδες στο χωριό:
«άνθρωπος αγράμματος ξύλο απελέκητο». 
Μάθε την άλφα – βήτα συμβούλευαν . 
Δύο αραδούλες γράμματα, δύο αραδούλες γραμμένες και αξίζουνε πολλά. 
Επώνυμο, όνομα και από κάτω Διευθυντής. 
Εδώ είναι δύο λεξούλες … 
Καλά αυτό τώρα το είδα και το κατάλαβα, αυτό το όνομα κάτι μου  λέει.  Κάπου αλλού το έχω ακούσει. 
Τώρα για πες μου ποιός είναι ο τόπος σου, για πες μου, αν επιτρέπεται, και με συμπαθάς, ποιό είναι το χωριό σου;
- Η Γορτυνία, κύριε  Μήτσο, είναι ο τόπος μου και άλλη φορά λέμε και για το χωριό μου.
Και ο Μήτσος επάνω πετάχτηκε , ψήλωσε πέντε πόντους και είπε:
-Και μένα εκεί είναι ο τόπος μου και από εκεί είναι το ριζικό μου!..  Περνάγοντας από τα Λαγκάδια, τον κατήφορο, ροβολώντας μετά από Ρεκούνι, πιάνοντας το ισιωματερό κοντά στο σταυροδρόμι – Αλβάνιτσα.  Ο Αρτοζήνος το βουνό είναι αντίκρυ μας ψηλά και τον αγναντεύω …Και ο Διευθυντής επάνω σηκώθηκε και εγκάρδια χαιρετήθηκαν.-Καλά κατάλαβα εγώ, κύριε Διευθυντή, πως είμαστε από την ίδια  φτώχεια.  Ταιριάξανε τα χνώτα μας και θα συνεννοηθούμε!..

" Όμοιος με τον όμοιό του και η κοπριά στα λάχανα, κ. Γιάννη."
-         Τώρα, Μητσάκο, όλα τα είπαμε και τα άσχημα και τα καλά και τα πατριωτικά μας, ό,τι μου ειπείς εσύ, εγώ θα κάνω.  Τώρα θέλεις να έρθουμε και στα δικά μας ή να τα αφήσουμε για άλλη ημέρα, μήπως έχεις κάτι καλύτερο να μου ειπείς την αυριανή;
-         Όχι, όχι, τώρα, κύριε Διευθυντά, μια ψυχή που θα βγει, να βγει: «Τι Σάββατο βράδυ, τι Κυριακή πρωί», δεν έχει μεγάλη αξία.
-         Εγώ, Μήτσο, να πάρω, το σφουγγάρι να τα σβήσω τα παλιά, τα χρωστούμενα, όπως σβήναμε την κιμωλία στο χωριό από τον πίνακα που ήσαντε τα γράμματα γραμμένα, και από την πλάκα, εκείνα που έγραφε  το κοντύλι, που πηγαίναμε στο σχολείο, δεν μπορώ, δεν γίνεται, και μη το περιμένεις, όπως καλά καταλαβαίνεις.
-         Για να μη σου ειπώ τίποτα και να σου ειπώ φύγε και όλα είναι καλά, για να μη σε στεναχωρήσω!... Δεν γίνεται!.. Δεν είναι και το πρέπον!...  Θα μιλήσουμε χωριάτικα, για να τα καταλάβουμε και οι δύο καλύτερα, αλλιώς είναι σαν να τα κατσουλοχώνουμε …  Ε!,… Ε!,… Λοιπόν, Μήτσο!...Τώρα εσύ, Μήτσο, καταλαβαίνεις! Εάν,  εγώ κάνω κάτι τέτοιο, εμένα θα με διώξουνε, σαν άχρηστο θα με πετάξουν, όπως πέταγαν την μύγα από το γάλα και όπως ακριβώς πέταγαν οι γιαγιές μας την τρίχα  από το προζύμι!..   Αυτοί θα βρούνε τον κατάλληλο άνθρωπο , θα κάνουν την δουλειά τους!.. Θα έρθει ο άλλος να τα ξεχώσει και τότε, όπως καταλαβαίνεις, πιότερο θα μυρίζουνε, θα βρωμάνε, θα ζεύουν από τη μπόχα… Σου είπα και κατάλαβες  τι θα συμβεί..  Έλα εσύ τώρα στη θέση μου, να έρθω εγώ στην δική σου και τότε θα βρεθεί το πρέπον.-Δεν είναι εύκολο να έρθω στην θέση σου και εσύ στη δική μου. .. Αυτό δεν είναι ούτε σωστό, ούτε δίκαιο, μήτε ο Θεός το θέλει.  Τις αμαρτίες τις δικές μου, άλλος να τις πλερώσει!...
- Ρε Μήτσο, Μητσάκο.  Σε τούτη τη περίσταση, σε τούτη εδώ την ώρα, μη νομίζεις και μιλείς πως η δική μου θέση είναι  καλύτερη από την δική σου.  Γιατί εγώ πρέπει να πάρω απόφαση σωστή και  να μη σε αδικήσω, και σε καταστρέψω άδικα και πας αδικοχαμένος!..
"Σαν το σκυλί στο αμπέλι!..."
Γι αυτό, θες δεν θες, στην θέση μου εσύ θα έρθεις και εσύ θα αποφασίσεις και τότε θα βρεις εσύ το δίκαιο, το σωστό και για τους δυο μας. 
Το να μην πληρώσεις ξέχασέ το και ορθά, κοφτά, στο λέω:  Θα χάσεις το σπιτάκι σου, θα αφήσεις στους ρέχτες τα παιδάκια σου… Την φαμελιά σου στους πέντε δρόμους.  Και δεν θα ήθελα να είμαι εγώ που κάτι τέτοιο να σε αφήσω να κάνεις και εάν εσύ δεν το θέλεις.
Και ο Μήτσος εκεί που συλλογιζότανε, αρχίζει να μιλάει.
-         Για να σου πω, κύριε  Γιάννη, κύριε Διευθυντή, αυτό που τώρα νιώθω, έ, τώρα δα μου ήρθε στο νου, στον κούτραφο, να το ξεμπουκάρω;..
Να το ξεστομίσω;…
-Λέγε το Μήτσο, λέγε το.-Εγώ στην εφορία δεν χρωστώ, το ΙΚΑ το έχω πληρωμένο, από αυτά τα δύο είμαι ενήμερος, τζίρο έχω μεγάλο. Στους πιστωτές μου είμαι καθαρός και πίστωση έχω μεγάλη, όλοι με παρακαλούνε, νήματα – μαλλιά για να μας δώσουν.... Γιατί ξέρουν στην αγορά, αμέσως θα τα πάρουν...
Είμαι λίρα καθαρή και όχι μολεμένη, κάλπικη, μπασταρδεμένη.  Έχω ανοικτούς λογαριασμούς στο πάρε και στο δώσε…  Στον Τειρεσία είμαι καθαρός, σαν άσπρο περιστέρι!..  Εδώ είμαι στην Τράπεζα μαύρος, κατάμαυρος, σαν τον κόρακα, μαύρος, σαν καλιακούδα..                                    
Να συνεχίσω κύριε Γιάννη, Διευθυντή;  Να ειπώ κι εγώ ελεύθερα τη γνώμη μου, να ειπώ μια κουταμάρα; 
Πιότερο δεν θα με αποπάρεις...
-Για λέγε το, Μήτσο, λέγε το:  Μπορεί να είναι και σοφία. 
Κάτι κι εγώ από εσέ μπορεί να πάρω, να σκεφτώ. 
Λέγε πρώτα εσύ τη δική σου γνώμη, Μήτσο, Μητσάκο, λέγε το. 
Πιότερο κακό, από ό,τι έχεις πάθει δεν θα πάθεις. 
Σε καλό μπορεί να σου βγει.
-Εγώ τώρα, κύριε διευθυντή,  σκέφτηκα αν γίνεται με αυτόν τον τζίρο που έχω, αν γίνεται να πάρω άλλο δάνειο, καινούργιο, ίσια, ίσια να είναι τα λεφτά με εκείνα που χρωστάω για να ξεπληρώσω τα παλιά χρωστούμενα, στα ίσια μου να έρθω...
Να μη μετρώνται και υπολογίζονται οι τόκοι επάνω στον τόκο και αυτοί στα επιτόκια και όλα αυτά προστίθενται πάνω στο κεφάλαιο και εκεί μπαίνουν όλα τα πανωτόκια... 
Μα τί στα λέω όλα αυτά σε σένα που τα ξέρεις; 
Τον έξυπνο στο δάσκαλο τώρα εγώ πάω να κάνω;...
Για συνέχισε, Μήτσο, συνέχισε, όπως το πας, νομίζω, πως καλά τον περπατάς τον δρόμο. 
Και πες, Μητσάκο ,πως εγώ στα έδωσα, τα καινούργια τα λεφτά και όπως τα θέλεις και όπου θέλεις εσύ πηγαίνουν, στα παλαιά χρωστούμενα, να ξεπληρώσεις και ήρθαν όλα στα ίσια τους κι εσύ στα συγκαλά σου!.. Ξεθολωμένος εσύ, για σκέψου και απεφάσισε τα νέα δανεικά λεφτά, πού, πότε, το  πώς θες να τα ξεχρεώσεις;… Πώς θα τα πληρώσεις;…

Ο Μήτσος έπιασε το κεφάλι του, έτριψε το μέτωπό του.
- Εάν δεν με αποπάρεις, Διευθυντή, θες;  Να σου ειπώ εγώ το κόλπο, τον εύκολο τον τρόπο που τώρα μόλις σκέφτηκα και πέρασε από το νου μου, το μυαλό μου;
-Έλα, Μήτσο, Μητσάκο, ξεστόμα το.  Καθόλου μη ντιρριέσαι.  Εδώ συμφωνήσαμε, όλα σαν φίλοι να κουβεντιάσουμε, όλα για να τα ειπούμε, να σπάσουμε τον κούτραφο, την λύση  για να βρούμε.
-Δεν θα με αποπάρεις, κ. Διευθυντά, με αυτά που εγώ θα ειπώ, και εσύ θα ακούσεις. Απότομα μη με σταματήσεις, γιατί τότε θα σταματήσουνε τα λόγια μου, θα μπερδευτεί ο νους μου, θα χάσω τη σειρά μου.
- Όχι, όχι, τώρα συνέχισε, τώρα που τα έχεις φρέσκα στο μυαλό σου.
Ο Μήτσος συνέχισε και ο Διευθυντής με απορία άκουγε! … κοιτούσε! …
- Όσο για το ξεπλήρωμα, εγώ λέω να δίνω όσα μπορώ, λίγα – λίγα να ξεχρεώνω και εάν δεν μπορώ, άλλα λεφτά για τα παλιά να παίρνω … Και να το κάνουμε και εμείς, όπως το κάνουνε άλλοι καμπόσοι, όπως το κάνουνε οι τρανοί, που αν πας για δανεικά, σου λένε πως χρωστάνε – χρωστάνε τα παλιά, χρωστάνε και τα καινούργια...
Και τώρα μου ήρθε η λέξη η κατάλληλη και λέξη που ταιριάζει, που τα φέρνει όλα κύκλο – κύκλο, κυκλικά και στρογγυλά, κανένας δεν ενοχλείται και όλοι λένε πως είναι κερδισμένοι.  Και να πώς την λένε τη λέξη την κανονική, την πράξη τη μαγεμένη, να τα ανακυκλώσουμε σου λένε. 
Ανακύκλωση την λένε, του χρήματος!!... 
Ανακύκλωση δεν κάνουν και δεν συμβουλεύουνε οι σοφοί σε αυτούς κάθε φορ, που μας κυβερνάνε και αυτοί τα ανακυκλώνουνε και όλο τα ανακατεύουν γύρω – γύρω με την κουτάλα την τρανή; 
Και τρώνε όλοι μαζί από τα ανακυκλωμένα και ευφραίνεται η καρδιά τους, από τα στρογγυλεμένα τους και σε κανένα δεν δίνουν λογαριασμό, ούτε ζαλίζουνε το νου τους και όλοι τους καλά περνάνε!... 
Δανεικά πήρε από ό,τι ξέρω το κράτος μας με τον Κολοκοτρώνη και ο Αρχιστράτηγος πέθανε!.... Και άλλοι, οι κυβερνήτες, ηγέτες, στρατηγοί και βασιλιάδες, κοντά του πάνε!.. Όμως αυτό το χρέος όλοι μας από τότε πληρώνουμε και ακόμα τα χρωστάμε!... 
Ανακύκλωση, στην ανακύκλωση, όλοι τους το πηγαίνουν. 
Έτσι το βλέπω πιο εύκολο να το κάνω και εγώ το πράγμα, να το ανακυκλώσω!.. Εάν και εσύ θελήσεις να κουνήσεις το δάκτυλό σου λιγάκι!..
Να σε πιάσει το πατριωτικό μεράκι! …  
Κύκλο τον κύκλο ο χρόνος θα περνά και ο καιρός θα διαβαίνει και τα χρωστούμενα θα κυλιστούν μπροστά …στην πόρτα… μέχρι στον Άγιο. Πέτρο!..
-Τί λες εσύ, κύριε Διευθυντά; 
Λες και εκεί ο Άγιος με υποψία να με κοιτάει;..
Να έχει κι εκεί κιτάπια; 
Έχει κιτάπια να κοιτά και αμέσως να με πιάσει; 
Με ύφος βλοσυρό και με κλωτσιές να με διώξει;..
Και πίσω να με ξαποστείλει;..
Και να μου ειπεί:  
«Πήγαινε πίσω να ξεχρεώσεις, μπαταξή, κακέ χρεοφειλέτη;..».
- Και εφ’ όσον τώρα εσύ με ρωτάς, κι εγώ ορθά, κοφτά, σου λέω: 
Αυτά που συλλογίστηκες δεν είναι σωστά, Μητσάκο, δεν γίνονται και βγάλε τα από το νου σου, το μυαλό σου....
Μέχρι τη μέση κάπως καλά τα πήγαινες, στο τέλος μου τα έκανες σαλάτα, αλάρμ – ταλάρμ. 
Όσο για την ανακύκλωση του κράτους που την κάνει .. εγώ δεν είναι πρέπον να σου ειπώ εάν είναι καλό ή κακό, ή συμφορά μεγάλη! …
Γιατί; … Αλλιώς η κεφαλή μου στον ντορβά κρέμεται, στο πουρνάρι...
Δεν το πήρες πια χαμπάρι;…. 
Όμως κι εσένα φουκαρά καίγεται το καύκαλό σου,  αυτό καλά βάλτο στο μυαλό σου... Κακό μεγάλο για όλο το σπιτικό σου και εσύ τραγουδάς, δεν το πήρες είδηση;..
 Έλα στα λογικά σου...
Για να φροντίσεις τα παιδιά σου...
- Τότε δεν μου μένει άλλο, για να σκεφτώ και άλλο κάτι, για να κάνω… Παρά….  Να ξεκρεμάσω από εκεί ψηλά, το όμορφο, το κασελάκι μου, που το έχω κρεμάσει εκεί ψηλά, τόσα χρόνια τώρα στην αστράχα… Να κάνω  τον σταυρό μου, το σάιμακ πάλι να αρχίσω... Σαν τότε που ήμουνα παιδί! …
- Με το συμπάθιο, Μήτσο, τώρα πήγαινε, Μητσάκο, και εγώ κι εσύ ζαλίστηκες, μόνο κάτσε λίγο, πιες ένα τσίπουρο, φίλος μου το έχει φιλεμένο και μέχρι αύριο, μεθαύριο σκέψου το…
Τί διάβολο θα κάνουμε με εσένα;..
Την λύση πρέπει και θα την βρούμε...
- Είσαι λεβέντης, Διευθυντή, τη λύση ας μη τη βρούμε, μου αρκεί τόση ώρα, που με συμπόνια, με άκουσες και ό,τι θέλει ο Μεγαλοδύναμος ας κάνει… ας γίνει…  Μόνο να, κράτα αυτά, τα δύο τα πλεκτά και να με θυμάσαι, θέλω τη χάρη αυτή μόνο, δεν θα μου την αρνηθείς και θέλω να μου την κάνεις... 
Δεν ξέρω εγώ αύριο τί γίνεται;…
Μπορεί και να μην υπάρχω …
Να με καταπιεί η γη...
-  Μήτσο, εγώ πλεκτά τώρα, σε αυτή σου την περίσταση,  εγώ δεν τα κρατάω και προσβολή μη νιώθεις.. 
Καθόλου μην το επιμένεις…
Όταν τα πράγματα τα βάλουμε σε μια σειρά, ένα πλεκτό για το καλό, μου φτάνει και μου περισσεύει. Τότε θα μου το δώσεις, να σε θυμάμαι... 
Πήγαινε τώρα στο καλό και σκέψου το λιγάκι, τί θα κάνεις;

Άναψε στον Άγιο κερί, πρόσφερε, κάψε λίγο θυμίαμα, λιβάνι…

Ο Διευθυντής, όταν,  ο Μήτσος σαν έφυγε και χάθηκε η σκιά του, εκάθησε στην πολυθρόνα του, έπεσε σε συλλογισμό και σε μεγάλη σκέψη. 
Τί διάβολο να κάνει;... 
Να καταστρέψει τον άνθρωπο, τα κόπια του, το βιός του, τον ιδρώτα του, την σειρά του και όλη την φαμελιά του;… 
Αυτό εδώ είναι το εύκολο και γρήγορα, το κάνει...
Να πάρει η τράπεζα τα δανεικά και ο Διευθυντής καλός, αποδοτικός, από τους τρανούς, να πάρει το μπράβο του και όλα τα σχετικά του. 
Αυτό όμως δεν του πήγαινε, πνιγότανε στο στήθος, του σφιγγόταν η καρδιά του, τα μάτια του βουρκώνανε... 
Πώς θέλει να κάνει τέτοιο  μεγάλο κακό, να καταστρέψει την επιχείρηση, τις μηχανές να βγάλει στο δρόμο, στην διακήρυξη, το σπίτι του αλλουνού να κλείσει και από  το τελάλη στο σφυρί η τράπεζα να το πάρει;..
Είναι εύκολο να καταστρέψεις επιχείρηση,- τον άνθρωπο. 
Μα για  να την στήσεις,  τον άνθρωπο να φτιάξεις;
Τί;… Πόσα;… Πρέπει να περάσεις;…
Αρρώστησε ο άνθρωπος, και η επιχείρηση, σαν του ανθρώπου σώμα...
 Και στο γιατρό ήρθανε  και οι δυο μαζί, αντάμα....
Δεν είναι πρέπον, δεν είναι σωστό, δεν είναι ηθικό και ωραίο, έτσι αβοήθητο ο γιατρός, χωρίς κινίνο,  ασπιρίνη, γιατρικό, αντιπυρίνη να τον αφήνει. 
Να τον παραμελήσει ο γιατρός, τον άρρωστο, για να πεθάνει…                                 Μονάχος,    αβοήθητος, χωρίς το γιατρικό που έχει να του δώσει!...                                                     
Ας προσπαθήσω, είπε ο Διευθυντής, έστω με το φιλί της ζωής και με δανεική  αντιπυρίνη, να δώσω ημέρες, στην επιχείρηση ζωή.
Δεν ξέρω, το αύριο σαν ξημερώσει, τί μπορεί να γίνει;...
 Και ενώ αυτά συλλογιζότανε,  κάτι σαν αστραπή μπροστά πέρασε από το νου του.  Τη λέξη που είπε ο Μήτσος τη μαγική, ο Μήτσος, ο Μητσάκος ,τη λέξη, ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ !....  (Η Συνέχεια στο βιβλίο ο Μητσάκος ο μικρομεσαίος)

 Έτσι με νέο δάνειο εξόφλησε το παλαιό και μπήκε σε σειρά καλή σώθηκε η επιχείρηση δούλεψε σκληρά ο Μητσάκος και ανάθρεψε την φαμελιά του…. Το να  καταστρέψουν μία επιχείρηση οι ανίδεοι οι καρεκλοκένταυροι την καταστρέφουν εν ριπή οφθαλμού (Μέχρι να ανοιγοκλείσεις τα μάτια σου)…
Το να φτιάξεις μία επιχείρηση θέλεις μία γενιά ανθρώπου και αυτός ο άνθρωπος ο επιχειρηματίας να είναι άξιος, τολμηρός!...
Για να γίνει επιχειρηματίας  πρέπει και να έχει αναλόγως και λίγα  καπιτάλια…

Το κατάστημα μπήκε σε τάξη, όλοι οι συνάδελφοι δραστηριοποιήθηκαν και σε ένα χρόνο ανέβηκε στην αξιολόγηση δύο κατηγορίες… Οι συνάδελφοι οι οποίοι δικαιούταν κατά εκλογή προαγωγή την πήραν…
Αλλά όσο και να λέμε  ότι τους κόπους του αλλουνού δεν πρέπει δεν είναι δίκαιο δεν είναι ηθικό δικές μας να τις κάνουμε αυτό στην πράξη δεν γίνεται…
Η αδικία βασιλεύει…
Οι κηφήνες ξεκούραστα ρουφούν το νέκταρ!...
Και ας ιδρώνουν ολημερίς οι μελισσούλες το μέλι, την γύρη, το κερί, στην κυψέλη για προκοπή να φέρουν…
Έτσι και στην κοινωνία των ανθρώπων, άλλοι δουλεύουν και άλλοι απολαμβάνουν τους κόπους των άλλων…
Και στην οικογένεια της Ιονικής δεν έλειψαν και τα τέτοια….
Κακό μεγάλο έγινε από την κομματικοποίηση του συδικαλισμού…
Ο δικός μας και ο δικός σας εμείς και οι απέναντι…
Οι ενταγμένοι και οι ανένταχτοι...
Τους ανένταχτους τους κλοτσάγανε όλοι και οι από εδώ και οι από εκεί….

Μόλις οι τρανοί είδαν ότι το κατάστημα μπήκε σε κανονική ροή σε καλή σειρά, ήταν αποδοτικό, και ανέβηκε  στην κατάταξη και δύο κατηγορίες θέλησαν  τα εύσημα, τα οφέλη σε άλλον να τα δώσουν, στον δικό τους…
Ήρθε μια ημέρα στο κατάστημα ο υπδ/ντής της δ/νσεως προσωπικού ο κ Ν.Α προσποιούμενος ότι τυχαίως βρέθηκε στην Καλλιθέα και σκέφτηκε να περάσει από το κατάστημα για μια καλημέρα…
Κάθισε και του παρασχέθηκε η αρμόζουσα φιλοξενία.
Ήταν γνώστης των αποτελεσμάτων και  της ανόδου στην σειρά κατάταξης του καταστήματος, φάνηκε ότι χάρηκε και με συνεχάρη,  ενώ άλλα είχε κατά νου του, τους κόπους, δολίως να αρπάξει και στον δικό τους να τους δώσει…
Με ρώτησε πως πάνε οι δουλειές του καταστήματος, πως βλέπω την περαιτέρω εξέλιξη, ποίες είναι οι προοπτικές του και αν θέλω κάτι να με βοηθήσουν στο έργο μου…
Εγώ μέχρι τότε ήμουνα υπάλληλος  (στέλεχος) της πρώτης γραμμής,  της γραμμής παραγωγής, δεν είχα αναμειχτεί με τους κομματικούς διοικούντες την τράπεζα, και νόμισα πως όλοι μας δουλεύουμε για τον ίδιο σκοπό…
Αλλά φευ, εξαπατήθηκα… 
Άλλοι δουλεύουν για την τράπεζα που αγάπησαν και άλλοι δουλεύουν για αλλού…

Του είπα ότι οι δουλειές έχουν καλές προοπτικές, ότι επιβάλλεται το κατάστημα να μετεγκατασταθεί και να βγει στην γωνία Θησέως και Χαροκόπου για μεγαλύτερη  προβολή και διαφήμιση της τράπεζας.
Του είπα πως πουλιέται το απέναντι παραδοσιακό διατηρητέο κτήριο, το γωνία Θησέως και Χαροκόπου που τώρα(τότε) ήταν ζαχαροπλαστείο και από ότι έμαθα σε συμφέρουσα τιμή διότι είναι διατηρητέο.
Με στόμφο και υπερηφάνεια του είπα ότι η πρόοδος του καταστήματος είναι αποτέλεσμα της ομαδικής δουλειάς όλων μας, όλων την υπαλλήλων, και ότι τώρα και με την δύναμη της αδράνειας ακόμα εχει την δυνατότητα να πηγαίνει την μία κατηγορία στην νέα κατάταξη των καταστημάτων που θα γίνει οπωσδήποτε θα την ανεβεί.
Αυτό όμως τι το ήθελα και το είπα….
-Πολύ ωραία –πολύ ωραία…
Να, ήταν ευκαιρία που πέρασα από εδώ, θα τα μεταφέρω αυτά στην διοίκηση… Φάνηκε πως χάρηκε, αλλά, άλλα είχε στον νου του…

Δεν πέρασε ένας μήνας από τότε, ήταν τέλος Ιουνίου μεσημέρι…  Ντρίν, ντρίν, το τηλέφωνό μου, το σηκώνω...
- Ιονική Χαροκόπου, ο Δ/ντης Βέργος λέγετε παρακαλώ.
- Η ιδιαιτέρα του Δ/ντου Καταστημάτων και Εργασιών είμαι κύριε Δ/ντά σας θέλει ο κύριος Δ/ντής πάρετε την γραμμή παρακαλώ…
-Ορίστε, καλημέρα κύριε Δ/ντά μου.
-Καλημέρα κύριε Βέργο…
 Έμαθα και είδα τα πολύ καλά αποτελέσματα του καταστήματός σου, πολύ καλά τα πήγες  μπράβο και ανέβηκες και δυο κατηγορίες.
-Ευχαριστώ κύριε Δ/ντά…
Ο τόνος της φωνής του άλλαξε, έγινε πιο φιλικός…
-Άκουσε Γιάννη γιατί σε πήρα:
Πολύ καλά τα επήγες εκεί, σκέφτηκα να σου προτείνω επειδή τόσα χρόνια τώρα έχεις μεγάλη εμπειρία στο δίκτυο των καταστημάτων ξέρεις πολύ καλά την δουλειά, είσαι οργανωτικός, μήπως θέλεις να έρθεις εδώ επάνω μαζί μου με όλους τους τίτλους, το δικαίωμα της πρώτης υπογραφής, η οποία θα είναι γενική, και με όλα τα ωφελήματα του δ/ντού, να μας βοηθήσεις, να πηγαίνεις στα διάφορα καταστήματα κατά περιόδους, να τα επιβλέπεις, να μεταβιβάζεις τις γνώσεις σου στους εκεί δ/ντάς, ώστε να πάνε καλύτερα, για το καλό της τράπεζας μας. όλα τα έξοδα εκτός έδρας θα είναι της τράπεζας, δεν θα λείπεις και πολύ από το σπίτι σου,  το πολύ μια βδομάδα τον μήνα,  νομίζω πως θα είναι και για καλό δικό σου…
Σκέψου το και εντός της σήμερον να μου ειπείς…
-Κύριε Δ/ντά μου εφόσον με κρίνεται, νομίζεται πως θα είναι για καλό της τράπεζάς μας, δεν χρειάζεται να το σκεφτώ, να έλθω μαζί σας…
-Πολύ καλά Γιάννη, σε ευχαριστώ για την προθυμία σου, εντός των ημερών θα βγει η εγκύκλιος…
Γεια σου Γιάννη και σε περιμένω…
Και κλείνει το τηλέφωνο…
Εγώ χάρηκα πολύ από την συνομιλία, και την προτίμηση του Δ/ντή σε μένα, θα ήμουνα και εγώ κοντά στην Διοίκηση της τράπεζας,  έτσι νόμιζα κοντά στον Θεό και τους Αγίους, θα είχα και εγώ προστάτη…
Μετά από λίγες ημέρες το μεσημέρι της Παρασκευής ντριν –ντρίν το τηλέφωνο, ήταν  η ιδιαιτέρα του Δ/ντη Καταστημάτων και Εργασιών του κυρίου Δ.Ν.
 -Κύριε δ/ντά όπως συνεννοηθήκατε με τον κ Δ/ντή , από την Δευτέρα παραδίνεις το κατάστημα στον κ Π.Η. Και μετατίθεσαι εδώ κοντά μας, σήμερα θα σας έρθει και η εγκύκλιος, γεια σας… 
Παράδωσα το κατάστημα όπως ο κανονισμός προβλέπει στον νέον συνάδελφο  κ Η.Π. και την Τετάρτη παρουσιάστηκα  στην δ/νση Καταστημάτων και Εργασιών για να αναλάβω, υπηρεσία και να μου καθοριστούν οι αρμοδιότητες μου από τον Δ/ντή.
Με υποδέχτηκε με χαρά και φιλικότατα.
Συζητήσαμε διάφορα ,  όμως για τις αρμοδιότητες μου στην υπηρεσία ούτε κουβέντα.  Ήταν καλοκαίρι είχα να  πάρω άδεια οχτώ χρόνια.
Τότε εκεί σκέφτηκα να ζητήσω ενός μήνα άδεια, την ζήτησα, ο κ Δ/ντής με μεγάλη χαρά δέχτηκε το αίτημά μου και μου λέει:
-Μπράβο Γιάννη, καλά το σκέφτηκες, να πάρεις από αύριο κιόλας την άδειά σου, ή, από όποια μέρα θέλεις πριν αναλάβεις καθήκοντα, να πας με το καλό τις διακοπές σου και όταν με το καλό γυρίσεις κουβεντιάζουμε για τα υπόλοιπα, πως είναι καλύτερα να οργανώσουμε την υπηρεσία που θα αναλάβεις…
Τώρα υπηρεσία δεν έχεις αναλάβει, όποτε θέλεις φεύγεις με την άδεια σου και όποτε θέλεις έρχεσαι και για την τράπεζα μη σε νοιάζει, όπως δούλευε μέχρι τώρα θα δουλεύει, εσύ να περάσεις καλά…
Με μειδίαμα, και όρθιος με κατεβόδωσε…

Έφυγα ξέγνοιαστος και πήρα την άδειά μου χωρίς τις σκοτούρες της δουλειάς…
Εγώ μέχρι τότε νόμιζα πως όλοι οι άνθρωποι και περισσότερο από όλους τους άλλους, οι τραπεζικοί είναι μπεσαλίδες….
Και ό λόγος τους είναι σταθερός, ειλικρινής…
Λόγος που να βασίζεσαι, λόγος όπως λέγανε, οι μεσαλίδες άνδρες και οι λεβεντογυναίκες στο χωριό και όχι οι μπασταρδεμένοι...
Η υπόσχεση, η κουβέντα, ο λόγος που να αλατίζει, δεν μολύνεται, δεν πιάνει μούχλα και βρωμάει...
Αλλά, αλλά…
Αλλά μερικοί, άλλα σκέπτονται, άλλα σου λένε, άλλα σου υπόσχονται, και άλλα κάνουν…  Και σε παραθαρράνε….
Να κάνουν την μπαγαποντιά τους…

Γιάννης Στ. Βέργος (gortynios isv)
Δ/ντής Ιονικής Τράπεζας
20/10/2018