Κυριακή, 28 Δεκεμβρίου 2014

Θύμισες- Τα κάλαντα του Άγιο Βασίλη

Και ένα άλλο θυμάμαι τότε να έγινε  με την ζάχαρη, με τον Άγιο Βασίλη και τα κάλαντα του!..
Δοξασμένο να είναι το όνομα Του.

Μα τούτη την φορά τα παιδιά τραβήξανε για την χάρη του, μαρτούρια.
Όπως ήσαν , είμαστε τα παιδιά στην αγορά παρέες-  παρέες, μας φώναξαν για να τους ειπούμε τα κάλαντα απέξω από του Παναγούλη τότε το καφενείο και στου  Κατσέπα το μαγαζί, τρεις τέσσερις μεγάλοι άνθρωποι.
Ο ένας ήτανε στο επάγγελμα μαραγκός,  μαζεύτηκαν μετά εκεί και άλλοι πολλοί που ήσαν και μαστόροι.
Ήταν μαζί τους και οι δύο μας δάσκαλοι.
Τα παιδιά αρχίσανε τα κάλαντα να ψέλνουν:
-Αρχή μηνιά και αρχή χρονιά…. Άγιος Βασίλης έρχεται…
Εκεί, τα ρωτάει ένας, ο μεγαλύτερος, ο γεροντότερος :
-Τι είπατε; Δεν άκουσα…

Δευτέρα, 8 Δεκεμβρίου 2014

Διαλεχτές ψυχές!!!...

Αγέρας είναι η ζωή, με την οσμή που φέρνει και αφήνει!… 
Και την οσμή αυτή την οσμίζονται και οι άλλοι, οι πολλοί, οι σημερινοί και οι επόμενοι... 
Και ακόμα, ακόμα,  πολλοί- πολλοί περισσότεροι, μέχρι και γενεές δέκα έξη… 
Δισεκατομμύρια άνθρωποι έρχονται και πάνε…  Και πάνε και έρχονται, σε αυτή την Γη… Σε αυτή την κοινωνία… Καθένας με την μοναδικότητά του. 
Καλός- κακός, έξυπνος- χαζός, κοιμισμένος,  ακέραιος, ολόκληρος-λειψός, εφευρέτες, επιστήμονες – άνθρωποι σημαντικοί-ασήμαντοι, ηθικοί-ανήθικοι… 
Άλλοι πολεμόχαροι, και άλλοι ειρηνιστές… 
Και μερικοί  από αυτούς λαίμαργοι, φαταούλες… 
Και οι σημαντικοί!…
Οι ελάχιστοι, οι ξεχωριστοί...
Αυτοί είναι, οι Ευεργέτες-  οι Αλτρουιστές!...  
Καθένας από αυτούς με την οσμή του!… 
Εδώ θα καταγράψω και θα ειπώ για την καλή οσμή, την μία, την καλύτερη οσμή, την σπάνια, την σημαντική, της κοινωνίας του χωριού μου, από όσα εγώ θυμάμαι. 
Της αγάπης!... 

Τετάρτη, 3 Δεκεμβρίου 2014

Ο Άρσιν ποταμός- [Πατσουριά]


8 ώρες · 
Αναδημοσίευση: Ποίημα

Το ποτάμι πηγάζει στις απολήξεις του Αφροδισίου όρους κοντά στο Βελημάχι Κοντοβάζαινας και μετά 25 χιλιόμετρα σχηματίζει τον ορμητικό παραπόταμο που εκβάλει στον Λάδωνα στον Οικισμό Τουμπίτσι. Μετά το 1960, έγιναν δύο γέφυρες και απαλλάχτηκαν οι κάτοικοι από τις ταλαιπωρίες. Μέχρι τότε το πέρασμα του ποταμού ήταν επικίνδυνο και εφιαλτικό.
 Εκείνους τους εφιάλτες και εκείνες τις τρομάρες που εξέλειψαν μετά την κατασκευή των γεφυριών θέλησα να αποθανατίσω με το ποίημα που ακολουθεί:.
Ο Άρσιν ποταμός, ορμητικά κατηφορίζει.
Γλιστράει σε ποταμόλιθους, σαν χέλι να ξεφύγει.
Σκορπάει άγριο βουητό κι αντάρα στην χαράδρα.
Για να τρομάζει τάχα αυτούς, που θέλουν να διαβούν;
Ή να καλεί όσους διψούν, νερό να πιούν να ξεδιψάσουν;
Τα πάντα ρει, στην κοίτη η ροή, μ’ αντάρα και βουή.
Μα έχει ένα πέρασμα ρηχό, ξεδίψασμα για όλους.
Πρώτος που φτάνει από νωρίς, είναι ο διψασμένος.
Κρύβει καλά το σώμα του, κανείς να μην τον βλέπει.
Στήνει τα μάτια δόκανο και τα κλαριά καπέλο.
Βάζει μπροστά του φυλλωσιές, με πονηρές σχισμάδες.
Για να περνάνε οι ματιές, νερό να πάν’ να φέρνουν.