Δευτέρα 9 Μαΐου 2011

Το κατάντημα


Κ. Παλαμάς, «Η πολιτεία και η μοναξιά», 1912)
Απόσπασμα:  …………………….
Δεν έχεις, Όλυμπε, θεούς, μηδέ λεβέντες η Όσσα
ραγιάδες έχεις, μάνα γη, σκυφτούς για το χαράτσι
κούφιοι και οκνοί καταφρονούν τη θεία τραχιά σου γλώσσα
των Ευρωπαίων περίγελα και των αρχαίων παλιάτσοι
Από θαμπούς δερβίσηδες και στέρφους μανταρίνους,
κι από τους χαλκοπράσινους η Πολιτεία πατιέται....

Προφητικό-Διαχρονικό και επίκαιρο μετά από 100 χρόνια...
 

Πως καταντήσαμε….; Πως καταντήσαμε…;
Γιατί…;  -  Γιατί…; ….
Να το πως και το γιατί…!.....
Δύο μαγαζάκια ήτανε στο χωριό, που είχανε λίγα και  από όλα, από τα πραγματάκια τα χρειαζούμενα στο χωριό, κουβαρίστρες βελόνες, αλατζάδες, αλάτι,  ρέγγες, και σαρδέλες, πέταλα, καρφιά,  αναχρικά και άλλα πολλά, χρήσιμα για τις νοικοκυράδες.
Είχανε τετράδια τεσσαροχάρακα για τα παιδιά που πάνε στην πρώτη, την φυλλάδα που είχε την άλφα-βήτα, πλάκα με κοντύλι και σφουγγάρι, είχανε και την καλαμαριά γεμάτη με μελάνη, είχανε και τον κοντυλοφόρος που έπαιρνε μελάνη και έγραφε και με τις δύο τις πένες…! Την πάπια και την χήνα!


Καλλιγραφία μαθαίνανε τα παιδιά  από τον δάσκαλο καλή, με την πένα την χήνα, στο σχολειό σαν πηγαίνανε και την καλαμαριά πολύ προσέχανε  να μη τους χυθεί η μελάνη και τους τα κάνει όλα μαντάρα.   Και για τους πολύ άτακτους και ζωηρούς ο δάσκαλος τους έλεγε να γράφουνε με το μελανί μολύβι. Και μαθαίνανε τα παιδιά γράμματα καλά.  Μα περισσότερο από όλα τα άλλα, μαθαίνανε στο σχολειό τα παιδιά, πράγματα χρήσιμα για την ζωή, την τιμιότητα, την εργατικότητα, την αρετή, το ήθος..!

Οι λίγοι άνθρωποι  του χωριού στα χωραφάκια τους δουλεύανε, έβοσκαν την στάνη. Τα γιδοπρόβατα τους,  πολύ τα φροντίζανε για να τους δίνουνε, κατσίκια-αρνιά και γάλα.
Τους κήπους τους φυτεύανε, για τα κηπευτικά τους, τα αμπελάκια τους κορφολογούσανε πολύ καλό κρασί να πιούνε.  

Από όλα η φύσης τα αγαθά της, τα απαραίτητα με τον ιδρώτα τους, από λίγα –πολλά, τους έδινε, την φαμελιά  τους για να θρέψουν. Αλλά , όταν την φύση την πρόσεχαν και την καλλιεργούσαν,  την πότιζαν  τίμια με τον ιδρώτα τους, ποτέ δεν τους άφηνε απλήρωτους, δεν τους άφηνε στο  έτσι…   Όμως, μπορεί να μη τους έδινε πάντοτε τα πολλά, ποτέ της  όμως δεν τους ξέχναγε, ποτέ της δεν τους εγκατέλειψε, ποτέ τους δεν τους άφηνε, στην ανέχεια, δεν ήσαν στην μιζέρια.  [Όπως το κάνουν οι πολιτικοί- οι σοφοί οικονομολόγοι με τις ορμήνειες-εντολές που στους λαούς τους δένουν και πάντα έχουν τον λαό στην τσίτα]

Και οι δύο τους οι μαγαζάτορες, εκτός από τα λίγα τα εμπορεύματα που πούλαγαν και την τέχνη εξασκούσαν. Ο ένας έκανε τον ράφτη, έφτιανε  γιούρτες γελέκια,φουστανέλες,γιορντάνια,  τις κάπες τις καλές, για τους ξωμάχους. Κάπου-κάπου έφτιανε και κανένα γαμπριάτικο κουστούμι, σακάκι  φράγκικο,  με  πανταλόνι.
Ο άλλος έκανε τον τσαγκάρη, άλλαζε τις σόλες ,εμπάλωνε  τις  φόλες! Και  καμιά φορά στο τόσο έφτιανε  καινούργια παπούτσια από βακέτα,  σκαρπίνια-άρβυλα με προκαδούρα.  Έφτιανε στους νεαρούς και κανένα γιορτινό,  αδιάβροχο, γαμπριάτικο σκαρπίνι, και στις αρραβωνιασμένες τσιούπες- κοπέλες έφτιανε τα νυφικά τα βραχιολέ παπούτσια .

 Όλοι τους, οι περισσότεροι, λίγο πολύ ήξεραν της μαστοριάς την τέχνη!...
Οι παππούδες τότε λέγανε μάθε τέχνη και άστηνε και όταν πεινάσεις πιάστηνε!....
Και οι γιαγιάδες  με το φαρδύ χαμόγελο, τις τσούπρες ορμηνεύανε, μαστόρους για άντρες τους να πάρουνε…! Και όλο  με λόγια, και φοβέρες τις συγουντάρανε καλές νοικοκυρές να γινούνε, το σπιτικό τους να κουμαντάρουνε, το νοικοκυριό για να βοηθάνε, να είναι οικονόμες. Με αυστηρό ύφος τους λέγανε καλά να το καταλάβουνε να το βάλουνε καλά μέσα  στο μυαλό τους , να το έχουνε στο νου τους, ότι:

Ο άντρας να τα κουβαλάει στο σπίτι με το τσουβάλι και η νοικοκυρά να τα σκορπάει, να τα σπαταλάει, να τα διώχνει με την βελόνα! Πάλι δεν την προκάνει, η γυναίκα θα νικήσει…! Οικονομία  τότε, πολύ συμβούλευαν, οι νοικοκυρές για όλα και στο ψωμί ακόμα, για να περάσουνε και αύριο…! 

Και αυτές στο σπίτι με τα χεράκια τους τις ορμήνευαν, κάτι να φτιάνουνε, να γνέθουν το μαλλί, να υφαίνουνε στο λάκκο-στο αργαλειό κεντίδια και με το βελονάκι τους να πλέκουνε τις δαντέλες, η ομορφιά για να είναι στο σπιτικό τους...!
Και παντού και πάντοτε επί λέξη τους έλεγαν:
Η γυναίκα του μάστορα, μέχρι το μεσημέρι θα πεινάσει,{ θα μείνει νηστική}….!
Μέχρι το απόγευμα το πολύ, θα έχει φάει..!
Και αν το καλοσκεφτεί κανείς, το άδικο βρίσκει, πως δεν είχανε…!

Και δύο τους οι μαγαζάτορες είχανε στο μαγαζί τους κάτω στο θόλο, από τέσσερα-πέντε βαγένια  με κρασί γεμάτα και δύο-τρία τραπέζια με ξύλινη ή μαρμαρένια πλάκα και στις γωνιές του μαγαζιού  τους ξύλινους τους πάγκους.
Το κρασί με το λιτό μεζέ, της ελιάς,  της σαρδέλας, το σκόρδο, το κρεμμύδι, τρατάρανε, το βράδυ στους ξωμάχους, να λένε τα δικά τους!

Η κοινωνία πρόκοβε στο χωριό και όλοι από το καλό ήθελαν το καλλίτερο και με μυαλό και με πολύ δουλειά την προκοπή τους κάνανε, ανάθρευαν- μεγάλωναν τα παιδιά τους.
Υπήρχε επάρκεια, αυτάρκεια  των αναγκαίων αγαθών, υπήρχε ευχαρίστηση, υπήρχε χαρά, υπήρχε ευτυχία..!
Υπήρχε ηθική ανάταση, η ψυχική ηρεμία- ευημερία!

Τα παιδιά μεγάλωσαν και φύγανε από το χωριό, για πιότερα γράμματα, σε ξένους τόπους επήγαν και εκεί έμαθαν γράμματα πολλά, τέχνες και επιστήμες, και την ζωή του χωριού την πατρογονική σιγά-σιγά την ξέχασαν, και τους άλλους, τους τρόπους και  τις άλλες  συνήθειες πήραν. Τις έφεραν και στο χωριό και μπασταρδεύτηκε η πλάση και οι συνήθειες…!
Για καλό…;   Ή για κακό…;
Όπως το θέλει ο καθένας το παίρνει…!

Με την προσφορά υπηρεσιών, της επιστήμης, της γνώσης ασχολήθηκαν και με το εμπόριο που είχε το εύκολο και το πολύ το διάφορο- το κέρδος-
Φάνηκε πως καλυτέρευσε η ζωή..!
Νόμισαν  έτσι, κάπως πως  έτσι, βρήκανε και βρήκαμε την ευτυχία..!

Αλλάξανε τις συνήθειες στο χωριό και στην αυλή δεν υπήρχανε οι κότες, τον κήπο της αυλής με τα νύχια τους να σγαλάνε….!
Ούτε η γίδα- η κατσίκα να βελάζει, που από αυτή, το γάλα άφθονο στάζει…! 

Πάει και ο περήφανος ο κόκορας, που όλες τις κότες  τις διαφεντεύει,   τις περιποιείται και όλες οι κότες ευχαριστημένες να είναι  και από την πολύ την ευχαρίστηση,  και την ορμή τους.... πολλά αυγά στην νοικοκυρά να γεννάνε…!

Ο κόκορας ο πετρωτός που είχε το λιρί του κόκκινο  και ήτανε σαν της φωτιάς το χρώμα, που λάλαγε στις  δώδεκα ολονυχτίς, που αλλάζει η ημέρα και πάλι το πρωί δύο ώρες  πριν ξημερώσει, προτού να βγει ο ήλιος,  την κυρά του ξύπναγε, τις δουλειές του νοικοκυριού να αρχίσει, για να έχουνε όλοι τους στο νοικοκυριό την προκοπή τους . 

Λαλούσε, κελαηδούσε και έλεγε:
Ξύπνα  κυρά μου, ξύπνα, νωρίς το πρωί, για να έχει στις δουλειές σου βοήθεια και από αδελφό και από αδελφή…!

Όποιος το λάλημα του κόκορα σαν άκουγε και σηκωνότανε το πρωί,  έκανε μεγάλη προκοπή….!

Η νοικοκυρά που έγινε και ήτανε της άλλης, της νέας, νοοτροπίας, παραγωγή της εξέλιξης, της νέας γενιάς, της νέας κοινωνίας, της άρεσε πολύ ο πρωινός ο ύπνος…!
Την μία φορά τον άντεξε, την δεύτερη εκνευρίστηκε, την τρίτη την φορά που  λάλησε και κάτι παραπάνω,  την εκνεύρισε πολύ.

Ευθύς σηκώνεται, τον πιάνει  και για να ησυχάσει  να μουγκαθεί ο κόκορας και  αυτή  να ηρεμήσει,.... το ύπνο  της τον γλυκό της να συνεχίσει, του στρίβει το λαιμό, με νεύρα τον ξεπουπουλιάζει, τον βάζει γρήγορα για να τον εκδικηθεί, με πείσμα στο τσουκάλι!
Για να  ευχαριστηθεί ο  λάρυγγας της-η κοιλιά  της, αυτηνής, μαζί και  της άλλης….! Της γειτόνισσα  της ....
Της οκνηρής συνήθειας!

Σταμάτησε ο κόκορας να περπατάει καμαρωτός στην αυλή,  στην  μάντρα της αυλής, ψηλά να ανεβαίνει, τις κότες να επιβλέπει, να λαλάει, να διαφεντεύει   και να τις ενθουσιάζει, την προκοπή τους να κάνουν  και να γεννούν όλες τους, από ένα αυγό την ημέρα.
Έπεσε  μουγγαμάρα στην αυλή, καταθλίψει βρήκε τις κότες, και μία –μία τους, σταμάτησε να γεννάει.

Πάει και η νοικοκυρά το μεσημέρι όταν ξύπνησε στην φωλιά να βρει τα αυγά, να φτιάξει,  να φάει το καγεννά της να ευφρανθεί η κοιλιά της, αυτής και στα παιδιά της και κάθε ημέρα, από αυγά, βρίσκει  λιγοτερούλια.

Πήγε και μια ημέρα και βρίσκει, αλίμονο, μόνο τον φώλο…!
Πολύ θύμωσε…!
Οργισμένη τον παίρνει και αυτόν να φάει…!
Τον έφαγε…!

Κάθε μέρα πηγαίνει στην φωλιά τα αυγά να πάρει και κάθε μέρα βρίσκει τον ανάμπακο….
Οργή πολύ την πιάνει, μονολογεί και με θυμό μόνη της λέει:

Εγώ   μόλις καλά ζεστάνει ο ήλιος, κοντά το μεσημέρι, τους ανοίγω σε αυτές το κοτέτσι τους, να μη μου κρυώσουνε το πρωί από την υγρασία και από καλαμπόκι λίγο-πολύ τους ρίχνω και το απόγευμα  από νωρίς τις κλείνω στο κοτέτσι, ασφαλισμένες να είναι…
Να μη μου τις φάει η πονηρή ή Μαριώ η αλεπού…! Και αυτές… ούτε που μου το έχουνε για χάρη. Το ρίξανε στην απεργία… Σαν τις γραμματείς,  τις γυναίκες του δημόσιους, που ολημερίς κάθονται  τα νύχια τους καθαρίζουν…!
Και αυτές με τα νύχια τους το χώμα μόνο σγαρλίζουν, δεν έχουνε απόδοση καθόλου, αυγά καμία τους δεν κάνει..!

Νομίζουν πως εδώ το έχουμε δημόσιο..!
Αμ δεν…!
Να τρώνε, να πίνουνε ανέμελα, από την θυρίδα του δημόσιου ταμείου…!
Την τεμπελιά τους  να τρέφουμε;...

Εδώ το λένε ιδιωτική πρωτοβουλία, που πρέπει να τρεφόμαστε εμείς και μόνο εμείς, εμείς  οι αφεντάδες.
Καλά να τρώμε, να πίνουμε και να καλοπερνάμε και όλοι  οι άλλοι να δουλεύουνε για εμάς και αυτές μου το ρίξανε την απεργία, την απεργία την λευκή, που στο δημόσιο την λένε, λευκή- διαρκείας…;
Η υπομονή έχει και τα όριά της και αφού δεν παίρνουν αυτές από  διαβούλευση, να δείτε τι θα γίνει…!

Με το μυαλό που έχουνε αυτές και με την γνώση  που έχω εγώ, γρήγορα όπως αυτές το  πάνε το πράμα, όλες τους θα πάνε για το τσουκάλι  να το βρούνε.
Κουνώντας απελπιστικά, νευρικά τα χέρια της και με βλοσυρή ματιά κοιτάζοντας στις κότες, τους λέει :

Εδώ δεν είναι δημόσιο για  να σας παρακαλάνε, αυγά για να γεννήσετε!...
Αμέσως απλώνει την χερούκλα της και την μία, την κότα από το φτερό με ορμή την αρπάζει.

Η κότα νομίζοντας πως την άρπαξε η αλεπού, τις άλλες κότες να προστατεύσει θέλει. Για να γλιτώσουν…!
Αρχίζει τα κακαρίσματα και σπαραχτικά κουνούσε τα πόδια της και τα φτερά της, το μήπως και γλιτώσει από της κυρά τα χέρια, αλλά…

Στις κότες έπεσε πανικός!
Δαιμονισμένες κακαρίζουν και φτερουγίζουν μέσα στο κοτέτσι και από τα φτερουγίσματα, ή μία επάνω στην άλλη, σκουντουφλάνε….           Αυτές που ήσανε ετοιμόγεννες και αριά και που έκανε κανένα αυγό, από το φόβο τους  και αυτές, πρόωρα το αυγό το αμολήσανε, το γεννάνε.

Η νοικοκυρά, πολύ θυμώνει, και επί τόπου της κότας  της κόβει το κεφάλι για να το δούνε και οι άλλες,  να τους έρθει η γνώση- το μυαλό, για να συμμορφωθούνε..!
Να  λύσουνε την απεργία τους αυγά να αρχίσουνε να γεννάνε, γιατί  αλλιώς είδανε με τα μάτια τους  το τι θα τραβάνε… το τι, τις περιμένει…!

Οι κότες, σαν κότες που είναι και αυτές, τα τέτοια της κυράς τα καμώματα  δεν τα καταλαβαίνουν και από το φόβο τους, αυγό καμιά τους  δεν κάνει…!
Η κυρά τους κάθε πρωί να φάει...

Την μία την κότα την έσφαξε, την άλλη, με αυγά από την γειτόνισσα την ανταλλάσει.
Για να γελάσει η πλάση…!
Και έτσι από την νοικοκυροσύνη, την γνώση της νοικοκυράς, κότα στην αυλή δεν έμεινε  ούτε για δείγμα,  μια…!
Έτσι περνούσαν  όλοι τους στο νοικοκυριό  αυτή και τα παιδιά της, στην καλοπέραση, στην τεμπελιά,  στην ραθυμία και έγνοια για προκοπή, καμία.

Όποιος τις έδινε δανεικά – βερεσέ,  ψώνια και αυγά ψωνίζανε… λουκούμια- καραμέλες και άλλα…

Έγινε της καλοπέρασης το παράδειγμα στο χωριό, την ζήλεψαν σιγά-σιγά και οι άλλες, και αυτές οι νοικοκυράδες τον κόκορα χαλάσανε για να μη τις ενοχλάει, όταν λαλεί την κονταυγή, που είναι δύο ωρούλες νύχτα, ξελαχιουρίσανε και τις κότες που σγαρλίζουνε με τα νύχια τους το χώμα στον κήπο της αυλής, που κάθε ημέρα αυγά γεννάνε!...

Οι παππούδες αυτά τα καμώματα από τις νέο νοικοκυράδες, ανήσυχοι πολύ τα  κοιτάνε…
Με μάτια βουρκωμένα, ο ένας, στο άλλον λένε:
Να ιδούμε τώρα με τι ,  και που θα βρούμε ένα αυγό να φάμε…

Έπεσε από την τεμπελιά και την καλοπέραση στο χωριό κράνη, - μεγάλη δυστυχία. Χαθήκανε από το χωριό,  στην τεμπελιά, τα στιβαρά τα εργατικά, τα μαστορικά τα χέρια, τα αμπέλια από την αναδουλειά, γινήκανε ακλαδούρες, ούτε ρώγα σταφύλια  δεν κάνουνε, στερέψανε από κρασί τα βαγένια!...

Και το άδειο το βαγένι, φίλο ποτέ δεν πιάνει!...
Κανένας δε το αγαπά,  επίσκεψη ανθρώπου  δεν έχει, μόνο ο μπαζός του, είναι γεμάτος αράχνες..! 

Οι παππούδες μόνο δουλεύουνε την Γη, τα αμπέλια, τα χωράφια και ανάλογα με τον ιδρώτα που την ποτίζουν, αυτή με το πάρα πάνω, τους δίνει τα προφαντά της.

Όμως το φιλότιμο της γης  από τον ιδρώτα της δουλειάς των γερόντων δεν μπορούσε, δεν μπορεί  δεν ήτανε τόσο πολύ, τόσο πολύ μεγάλο για να χορτάσει και να σκεπάσει την τόση μεγάλη γολοζιά, την τόση αχαριστία…! Τα  τόσα πολλά κακά, την τεμπελιά, την ψευτιά,  την λαμογιά, την κλεψιά,  την καλοπέραση,  την ραθυμία….

Ο κόκορας πια στο χωριό δεν λαλεί , χαθήκανε και από την αυλή και οι κότες και τα παιδάκια τώρα τις βλέπουν μόνο στις φωτογραφίες…!
Φωλιά δεν υπάρχει πια  στο σπιτικό, αυγό ούτε για δείγμα..!

Έπεσε από την σοδειά,  φτώχεια πολύ στο χωριό  και από ζωντανό χωριό έγινε χωριό… νεκροταφείο!... και για να ζήσουμε χρεωθήκανε, πούλησαν τα αναρχικά, βάλανε προσημείωση  τα ακίνητα, αμπέλια και μπαξέδες....  Για να τους φάνε και αυτούς….  σε καφετέριες, μπουζούκια και μεζέδες…!

Έδωσαν σε ξένους  ενέχυρο ,τα κειμήλια, τα χρυσαφικά, τα ασήμια!  Χαθήκανε, γίνανε αυτοί και αυτά ,της λαμογιάς  τακίμια…!

Τα λίγα εμπορεύματα που είχανε τα δύο μαγαζάκια στο βερεσέ πουληθήκανε φάγανε όλα τα καπιτάλια. Από όλα τα βαρελάκια που είχανε τα μαγαζιά κρασί, μόνο δύο είναι στο καθένα τους γεμάτα…

Κοιτάει ο  Αντώνης τον μπεζαχτά για λεφτά βρίσκει μόνο δυο δεκάρες, κοιτάει και ο Θανάσης στον δικό του και βρίσκει ένα πενηνταράκι…

Ολημερίς  κάθονται και δυό τους όρθιοι στην πόρτα του μαγαζιού, τζαμώσανε τα μάτια τους  να ιδούνε μήπως και μπει μέσα πελάτης..!

Κανένας άνθρωπος στο μαγαζί δεν μπαίνει,  φίλος, γνωστός, άγνωστος, περαστικό, διαβάτης, για να πιεί ένα ποτήρι κρασί, να κάτσει  να ξαποστάσει…!
Μα κανένας…!
Σιωπή…!  

Δεν τραγουδάει στο μαγαζί η ραφτομηχανή, μουγγάθηκε… δεν βαρεί, δεν ακούγεται το σφυρί, στου τσαγγαριού στο αμόνι!

Απελπισία, τους βάρεσε και τους δύο, δεν ξέρανε τι να κάνουν… την κίνηση στα μαγαζιά τους, στην αγορά να δώσουν θέλανε. Καταστραμμένοι και καταστραμμένοι…

Ο κάβουρας ψενότανε και εκείνος τραγούδαγε..!!
Θυμήθηκε  ο ένας.
Φωνάζει από την απέναντι πόρτα του μαγαζιού ο Θανάσης στον Αντώνη, που στάλιζε όρθιος στην πόρτα…
Και εκείνος του απάντησε:
Θάρρος- Θάρρος… Θανάση…!

Παίρνει, ο Θανάσης το μοναδικό πενταράκι που είχε απομείνει στο μπεζακτά και πηγαίνει απέναντι  στο μαγαζί του Αντώνη.

Καλημέρα, Αντώνη του λέει.
Ο Αντώνης με φαρδύ χαμόγελο   στο Θανάση ανταπαντάει, τον καλημερίζει και τον καλωσορίζει… καλός τονε, καλημέρα του λέει…!

Ο Θανάση κάθεται στο ξύλινο τον πάγκο κοντά στο μαρμάρινο τραπεζάκι που ήτανε κοντά  στου μαγαζιού την πόρτα και παραγγέλνει ένα κατρούτσο  της μισηοκάς με δύο ποτήρια και τρεις ελιές…. 
Βγάζει το πενηνταράκι και τον λογαριασμό πληρώνει.

Πιάνει στο χέρι του την μισή οκά και ρίχνει κρασί στα δύο ποτήρια. Κάτσε Αντώνη του λέει, πιάνει το ποτήρι του το τσουγκράει με το ποτήρι του Αντώνη και εύχεται στην υγειά του, καλές δουλειές του λέει.   Πίνουν από μια γουλιά ο καθένας τους, παίρνουν και την ελιά την γλύφουνε, δεν την τρώνε, να πάρουνε την νοστιμάδα της, το κρασί να συνοδεύσουν και αρχίζει ο  Θανάσης του τραπεζιού τραγούδι…

Λάμπει ο ήλιος στα βουνά, λάμπει και στα Λαγκάδια….
Και την δεύτερη φωνή την κάνει ο Αντώνης.

Έτσι θα λάμψει και για μας, λέει ο Θανάσης, δεν θα είναι πάντα έτσι…
Αμήν, Παναγιά μου λέει ο Αντώνης,  και συνεχίζει να λέει το τραγούδι. 
Πριν τελειώσει τον ηχώ του τραγουδιού, ακούει αντάρα να έρχεται από το ποδοβολητό από του αλόγου πέταλα.

Έφτασε το άλογο στο μαγαζί και καβαλάρης ξεπεζεύει.
Τους καλημέρισε, τον καλημέρισαν του γέμισαν ένα ποτήρι κρασί και την άλλη, την τρίτη ελιά του δίνουν,  τον κερνάνε.
Με ωραίο τρόπο, έξυπνο τον ρωτάνε, από πού έρχεται, για το που το έβαλε και που πάει και τι καλές δουλειές πάει να κάνει.

Και αυτός τους απαντάει: Από τους βλάχους, έρχομαι στην χώρα πηγαίνω, να πουλήσω αυγά και δύο ζευγάρια κότες, που θέλουνε αυτοί για το τσουκάλι.
Οι κότες είναι καλές, αυγά γεννάνε κάθε ημέρα, δεν είναι για το τσουκάλι, μα εγώ έχω μεγάλη ανάγκη, να πάρω λεφτά να πάρω λίγο αλάτι, για το τυρί, λίγο κρασί, που έχω γέρο πατέρα, να πίνει καμιά γουλιά, να στυλωθεί η καρδιά του.

Εμείς λεφτά δεν έχουμε και από τις κότες και αυγά έχουμε ανάγκη, του λέει ο Θανάσης. Αν σου αρέσει το κρασί, το ανταλλάσουμε, με λίγα αυγά και ένα ζευγάρι κότες, αφού μας λες πως είναι καλές και αυγά γεννάνε και δεν είναι για το τσουκάλι….

Καλές είναι οι κότες μου και τα αυγά μου, όλα  από κόκορα  πετρωτό είναι βατεμένα, κάνουνε και για πουλιά να βγούνε, δεν λαθεύουνε κανένα!...

Τότε μας δίνεις τριάντα τρία αυγά, όσα είναι του Χριστού τα χρόνια, ευλογημένα να είναι και ένα ζευγάρι κότες, διάλεξετες εσύ, τις καλύτερες να είναι, για προκοπή τις θέλουμε, εσύ τις ξέρεις και πόσο κρασί κάνουνε εμείς να σου το δώσουμε. Αν το κρασί αυτό που πίνεις σου αρέσει.
Από λεφτά μη γυρεύεις, δεκάρα τσακιστή δεν υπάρχει…!
Άμα θέλεις...
Αφήνεις το ένα ζευγάρι τις κότες, τα αυγά, την άλλη πραμάτεια στην χώρα πηγαίνεις και όταν γυρίσεις το απόγευμα, από εδώ με το καλό παίρνεις  το κρασί, στο γέροντα πατέρα σου πηγαίνεις, να πίνει λίγο-λίγο και όλους  να μας εύχεται.

Επήγε στην χώρα και γύρισε, ο πραματευτής, ο ξένος, ο διαβάτης, πήρε το κρασί το πάει στο σπιτικό του, και την φιλοξενία, το κέρασμα το κρασί με την ελιά, το είπε και στους δικούς ανθρώπους και όλοι τους εκεί ξεπέζευαν, όταν πηγαίνανε στην χώρα, έπαιρναν και δίνανε  στα  μαγαζάκια αυτά από κάτι και την καλή την κουβέντα πάντα λέγανε…

Ο Θανάσης και Αντώνης,ανταμικά την ποιο γερή την ποιο καλή την κότα βάλανε τα τριάντα τρία αυγά να κλωσάει, την άλλη την τάιζαν, αυγά  για να γεννάει.
Και σε λίγο από τα αυγά εβγήκανε πουλιά  ούλα…!!                   
Δεν λάθεψε κανένα..!
Και ήσαν από όλα τα πουλάκια  τα περισσότερα κοτούλες, μόνο δύο είναι  τα κοκόρια.

Κράτησαν όλες τις πουλακίδες κότες, μαζί και τα δύο κοκοράκια και άρχισε πάλι να ακούγονται στην αυλή τα  κακαρίσματα της κότας που γεννάει και του κόκορα το λάλημα που το πρωί ,τους εργατικούς, τους προκομμένους να ξυπνάει...!
Άρχισε να ακούγεται πάλι η ζωή στο χωριό σιγά-σιγά φεύγει η μουγγαμάρα….

Μαζί οι δυό τους ψάξανε και διαλέξανε από το χωριό τις δύο, τις πιο καλές νοικοκυράδες  και τους χαρίσανε στην κάθε μία από ένα αυγό για φώλο και μια πουλακίδα κότα και άρχισε πάλι στο κήπο της αυλής το χώμα να σγαλάει η κότα και στην φωλιά με το φώλο να πάει, κάθε ημέρα από ένα αυγό να γεννάει…

Θάρρος, Θανάση, Θάρρος..!
Και έτσι συνεχίζεται η ζωή δεν χάθηκε η πλάση και έβρισκες και θα βρίσκει στο χωριό ψωμί, φαΐ, κρασί,αλάτι και φίλεμα, ο ξένος, ο γνωστός, ο περαστικό, ο ταλαίπωρος, ο νηστικός, ο διαβάτης…!

Δώσε Θεέ μου στους ανθρώπους , στα πλάσματα των χεριών σου, γνώση, σύνεση ,μυαλό να μη χαθεί η πλάση!
Και άνθρωπος από ψωμί, ποτέ να μη πεινάσει…

Γιάννης Στ Βέργος{Γορτύνιος}

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου