Τετάρτη, 9 Οκτωβρίου 2013

Απορίας άξιον- Συνέχεια 2

Ο παππούς, σιωπηλός, σκεφτικός, προβληματισμένος, ταραγμένος, φοβισμένος από τα παλιότερα γεγονότα και τα τωρινά, έβαλε το αριστερό χέρι του στον κρόταφο επάνω στο αυτί, σίμωσε, ζύγωσε,  πιο κοντά στο τζάκι, στύλωσε το κεφάλι του στο πόδι του τζακιού και περίμενε… 
Περίμενε, αφουγκραζόταν, αφουγκραζόταν, βουβός, αμίλητος, σαν κάτι  να ήθελε να ακούσει να έρχεται από μακριά…. 
Από άλλους τόπους...  
Και να το ακούσει αυτό  από την φωνή του τελάλη να έρχεται μέσα από την καμινάδα… 
Περίμενε,  περίμενε να ακούσει από νοημένους ανθρώπους  κανένα καλό μαντάτο… 
Την συμφιλίωση, την ειρήνη!.. 
Μα τίποτα…. 
Μόνο ο στρόβιλος του καπνού σιγοψιθύριζε ανεμίζοντας από το μπουρφούνι στην καπνοδόχο.

Η φωτιά άρχισε να σιγοσβήνει… 
Τα ξύλα λιγοστά και εκείνα… 
Ζαλιά τα κουβαλούσαν και αυτά τότε από το βουνό… 
Τα μουλαράκια μας ψόφησαν στον πόλεμο λέει… 
Και η φωτιά σιγοσβήνει… 
Μακάρι έτσι να σιγοσβήνανε, να ψοφάγανε τα ανθρώπινα τα πάθη… 
Αλλά που;… 
Μόνο αυτή, η φωτιά που τώρα την θέλουμε, την έχουμε μεγάλη ανάγκη  για να μας ζεστάνει σβήνει και τα πάθη φουντώνουν, αντί να καταλαγιάσουν και να κοιτάξει ο κόσμος τις δουλειές του, για κορωνιό, για προκοπή… 
Αλλά αυτά δεν τα αφήνουν, τα συμπάνε μερικοί που έχουν μεγάλο διάφορο από δαύτα. 
Αλλά αυτό το διάφορο είναι προσωρινό,  κούφιο, και έχει λάκκο η φάβα… 
Μα όπως το πάνε αυτοί, όλους μαζί να μη το ειπώ… και ο Θεός να φυλάξει, ούλους αντάμα, ο τρισκατάρατος, ο διάβολος μικρούς, μεγάλους, πλούσιους και φτωχούς, με το μυαλό που έχουμε θα μας πάρει… 
Πήρε στο χέρι του την μασιά και σύμπησε τα δαυλιά και τσίγκλησε το κούτσουρο να ανάψει… 
Χιλιάδες, εκατομμύρια σπίθες ξεπετάχτηκαν και άλλες φωτιές, αλλού, πολλές ήσαν ικανές για να ανάψουν… 
Και φούντωσε το κούτσουρο!... 
Έτσι είπε, ξεπετάγονται οι σπίθες, όταν τα πάθη τα τσιγκλήσεις και το κακό, η συμφορά φουντώνει… 
Την στάχτη οι μυαλωμένοι ρίχνουνε στην φωτιά και όχι το λάδι, το ρετσίνι, για να καταλαγιάσει και απομακρύνουν τα δαυλιά από την φωτιά και η φωτιά από μόνη της σιγά, σιγά  θα σβήσει… 
Έτσι πρέπει να κάνουν οι τρανοί αυτοί που κυβερνάνε τον κόσμο, οι άνθρωποι οι γραμματιζούμενοι, οι πνευματικοί και οι θρησκευτικοί ηγέτες… 
Στάχτη, νερό να ρίχνουν στην φωτιά, για να καταλαγιάσει και όχι το λάδι το ρετσίνι και δεν πρέπει με τα λόγια τους, τα φλογερά να συδαυλίζουνε  τα ανθρώπινα τα πάθη… 
Και ότι αγνό, γνήσιο, καλό για την προκοπή να πηγαίνει στράφι, να καίγεται… Και μετά να σηκώνεται ο ανεμοστρόβιλος για να πλακώσει ούλη την πλάση η συμφορά, η μαυρίλα… 
Ο παππούς αφού τσίγκλησε με την μασιά το κούτσουρο στον γιο του γύρισε, τον ζύγωσε πιο σιμά και με σιγανή ήρεμη, τρεμάμενη, βραχνή  φωνή τον συμβουλεύει και αυτά τα λόγια λέει: 

Ο εγγονός του, τότε ήταν μικρός, παρακεί καθισμένος σταυροπόδι στην άκρη στο παραγώνι, αυτά τα λόγια  τα άκουγε και τώρα αυτά  τα λόγια θυμάται και αυτά τα λόγια μολογάει, και λέει:
-Άκου παιδάκι μου, άλλοι μας ανακατώσανε και δεν το πήραμε χαμπάρι…. 
Γιατί γράμματα δεν ξέρουμε και όπως αυτοί θέλουνε διαβάζουν τις γραφές, τους νόμους, το σύνταγμα, τα βαγγέλια, και εμείς από κάτω ακούμε και εφαρμόζουμε ότι μας λένε οι άλλοι, γιατί  νομίζουμε πως τα διαβάζουνε καλά και είναι για το καλό μας… 
Αλλά μας σαλαχάνε σαν τα πρόβατα,  μας πάνε, μία από εδώ, μία από εκεί, μας κουμαντάρουν με το καλάμι σαν τα γαλόπουλα και μας ρίχνουνε συχνά, πυκνά στο στόμα του λύκου, στην λούμπα. 
Και μετά μας λένε, δεν ήσουνα και δεμένος… 
Μάτια είχες  ας έβλεπες, εσύ φταις που δεν πρόσεξες, ας….  
Αλλά στραβός, μουγκός, ανίδεος, και αγράμματος το ίδιο είναι… Τους πάνε οι άλλοι στο πέρα δώθε. 
Στον ώμο μας ρίχνουν μονόπατα  τα λουριά του ζυγού και βγάλε την αυλακιά πέρα….  
Τέσσερα και βάλε χρόνια έκανα στο στρατό και στην Μ Ασία εκεί απέμεινε στην μάχη του Εσκή Σεχήρ-Αβγκίν και φυλάει το πρώτο μου, το μεγαλύτερο παιδί μου, για να θυμίζει την ιδέα την Μεγάλη… 
Όλοι σας στο Αλβανικό στην πρώτη την γραμμή πήγατε, πάλι για την ιδέα την μεγάλη και φύλαξε ο Θεός και όλοι χωρίς γρατζουνιά γυρίσατε πίσω στην φαμελιά σας…  
Τώρα αυτοί για να μας αποτελειώσουν έριξαν την γκρίνια, την μεταξύ μας φαγωμάρα και αμέσως την αρπάξαμε, σαν να ήτανε από ουρανού το μάννα… για τα συμφέροντά τους. 
Άκου τσαχπίνη, νευρικέ, οξύθυμε, αυθόρμητε λεβέντη, έξυπνε, παλικαρά μου… 
Η μπαμπεσιά, φιλότιμο, παλικαριά, δεν έχει…  
Το άντρα τον φιλότιμο, τον μερακλή, τον έξυπνο,  τον ντόμπρο, τον λεβέντη, κατάχαμα τον ξαπλώνει…  
Με ηρεμία να περπατάς, με σύνεση να συλλογιέσαι, και την πράξη του βραδινού σου  του θυμού σου να την αφήνεις  πάντοτε συνέχεια για το αύριο να εκτελέσεις. 
Να σκέφτεσαι δύο και τρεις φορές αυτό που πας να κάνεις. 
Γιατί είναι ημέρες πονηρές και οι νύχτες χωρίς φεγγάρι  μη σκουντουφλήσεις πάνω στο κακό και γύρεις και πέσεις σαν το στάχυ…  
Προφύλαξη από παντού να παίρνεις, την πλάτη σου να την φυλάς από την άτιμη την μπαμπεσιά, γιατί μη ξεχνάς είσαι λιγάκι αυθόρμητος, αλλά τώρα σκέψου το καλά, καλύτερα, είσαι και πολύ φαμελιάρης…
Και τα κουτσούβελα τίποτα αυτά δεν σου χρωστάνε… 
Από τότε που βγήκανε τα σιδερικά, χάθηκε ο ανδρισμός, η λεβεντιά η αξιοσύνη… Και ο ζαβός με το κακό σιδερικό νικάει… 

Αυτά που λένε οι πολιτικοί μη τους δίνεις και πολύ μπέσα, και από αυτούς 
προφύλαξη να παίρνεις μεγάλη, με ένα τσιγάρο και ένα λουκούμι την γνώμη σου, την ψήφο σου, γυρεύουν να σου πάρουν. 
Από αυτούς την μεγαλύτεροι προφύλαξη να παίρνεις, γιατί αυτοί κάνουν τον τρανό και έχουν ψυχή μικρή και δεν χωράει την καλοσύνη… 
Αυτοί, τα κόμματά και οι κομματάρχες τους για το συμφέρον τους, χαλάνε και μέχρι πενήντα ανθρώπους από τους δικούς τους, φαντάσου από τους ξένους… τους αντιπάλους που τους έχουν στους αλογάριαστους 
Και κάθε τόσο, από λίγο,  λίγο, ρίξε και καμιά ματιά το βράδυ πριν πλαγιάσεις συλλάβισε στον ποινικό το νόμο, στο σύνταγμα, στο Βαγγέλιο που λένε τις εντολές του Θεού και των Αγίων… 
Στην θουρίδα είναι κιτρινισμένες οι φυλλάδες και με τους νόμους, αυτούς, καλούς, κακούς, με αυτούς να βαδίζεις… 
Ένα να έχεις στο νου σου, τώρα μπόρα είναι καταχνιά, αστροπελέκι, μπουρίνι, ανεμοστρόβιλος, φυλάξου… 
Και όποιος γλιτώνει την ώρα την κακιά, την κακιά στιγμή, γλιτώνει μια για πάντα!… 
Φυλάξου, φύλαξε την ώρα την κακιά και θα βγει πάλι και θα ιδείς και το ουράνιο τόξο!... 
Θα ηρεμήσει, θα ησυχάσει η πλάση!...

Αυτά τα λόγια αυτοί τότε οι άνθρωποι, τα ακούσανε, τα εφάρμοσαν πιστά, τα είχανε σαν το βαγγέλιο στην ζωή τους και  με αλληλεγγύη, σύνεση, υπομονή και αγάπη, διαφύλαξαν  όσο μπόρεσαν την ανθρώπινη ζωή, ό ένας του άλλου και το κακό πέρασε, φάνηκε το ουράνιο τόξο, ήρθε και πάλι ηρεμία γαλήνη και άρχισε η προκοπή του κόσμου… 
Τώρα ήρθανε τα ίδια πάλι… 
Χωρίς εξωτερικό πόλεμο… Φτώχεια και γκρίνια… 

Τώρα είναι απορίας άξιον!… 
Τι θα γίνει;…  
Υπάρχει ανθρωπιά;… 
Υπάρχει συμπόνια;… 
Υπάρχει αλληλεγγύη;… 
Θα βγει το ουράνιο τόξο;... 
Θα το ιδούμε;... 
Η μήπως και αυτό μπαμπέσικα θα το κρύψουν; …  
Θα την σκοτώσουν οι  τρανοί πισώπλατα του κόσμου την ελπίδα;…

Γιάννης Στ Βέργος {Γορτύνιος}
09.10.2013

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου