Κυριακή, 16 Φεβρουαρίου 2014

Καταραμένοι χρόνοι...

 Στην Χώρα αυτή την όμορφη, την Χώρα μας την ξακουσμένη, κατά περιόδους έρχονται χρόνοι δύσκολοι,  δίσεκτοι, μαύροι και αραχνιασμένοι. 
Και για τον κόσμο, τον λαό δύστυχοι, πικροί, λαχταρισμένοι…  
Με ιδρώτα, κλάμα και με αίμα πληρωμένοι… 
Ηγέτες πάνε και έρχονται, κυβερνήτες μικροί μεγάλοι, σωτήρες του Έθνους, της τιμής, της αρετής  και της ανδρείας… 
Τους τιμητές του λαού και της Πατρίδας  όλοι τους, κάνουν!... 
Όλοι τους, ορκίζονται, στο Βαγγέλιο, στον λαό,  στο Σύνταγμα και στην δημοκρατία, στην ελευθερία, στου Έθνους την αξία, την δόξα, την τιμή, την προκοπή και του λαού την ευτυχία. 
Tο Σύνταγμα, τους νόμους του Κράτους, με σέβας, θα τηρούνε! 
Νόμους για ωφέλεια του λαού θα νομοθετούνε και αυτούς θα υπερασπίζονται, και αυτούς μόνο θα υπηρετούνε!  
Και αν χρειαστεί έως της τελευταίας ρανίδας του αίματός τους για αυτούς θα  το χύσουν… ώσπου να ξεψυχήσουν!….  
Αλλά από αυτούς, ελάχιστοι φρόντισαν τον όρκο τους αυτόν, πιστά να τον τηρήσουν και τον λαό στο τίμιο δρόμο της προκοπής να οδηγήσουν…. Να γίνουν  και αυτοί  το καλό παράδειγμα  και για τους άλλους…  μικρούς, μεγάλους. 
Στα χνάρια τους να περπατήσουν!….
Και όλοι μαζί στην προκοπή να τους ακολουθήσουν.

 Αλλά τις υποσχέσεις τους, γρήγορα ξέχασαν,  ξεχνούν, τους  όρκους τους μεγάλους τους πατάνε, όταν το  βαρβάτο το άλογο, της εξουσίας καβαλάνε!… 
Και το καλπάζουνε την κονταυγή, το χάραμα,  με ήλιο, με φεγγάρι,   με την αστροφεγγιά, στης λαμογιάς τα μονοπάτια….  Και την χάρη...  
Αυτό να σηκώνει με τα πόδια του και με τα πέταλα  του, σύννεφο τον κουρνιαχτό, την σκόνη, το ντουμάνι, ως τα άστρα!…. 
Τα έργα τους και τα καμώματα τους, επιμελώς να  τα κρύβει… 
Ο κόσμος να μη τους βλέπει… 
Ελάχιστοι την τιμή αυτή, που τους έδωσε ο λαός την τίμησαν, όμως αυτοί που την τίμησαν δεν ήταν από μεγάλο τζάκι… 
Και αυτών  των λίγων τα κόπια τους, την δόξα τους, την εκμεταλλεύτηκαν οι πονηροί… και μετά αυτούς τους έριξαν στην αφάνεια… Στην λάσπη στην καταφρόνια.... 
Και του αλλουνού, του λαού, τον ιδρώτα, την προκοπή,  την πήραν οι άλλοι, τα λαμόγια, για δική τους… 
Αυτή λένε τους ανήκει, είναι ολάκερη η αμοιβή τους!.. 
Άκουσον, άκουσον… Τι λένε: 
Είναι… Το μπόνους της ανικανότητος, της τεμπελιάς τους και του λαού η χασούρα!.. 

Ήρθαν και οι ημέρες και οι καιροί, που οι εκλεγμένοι ηγέτες, κατηγορούσε, ο ένας, τον άλλον, για ανίκανο  τον έλεγαν, για λαϊκό προδότη… 
Κατηγόραγε ο ένας, τον άλλον και όλοι τους μαζί, για την ανταμική, του Κράτους την κουτάλα μόνο, μόνο νοιάζονταν.
Την σούπα ποιος θα την ανακατέψει και σε ποίον, που, το πόσο θα ξε μαγειρέψει… 
Σε συγγενείς, σε φίλους, σε κουμπάρους, στους διαπλεκόμενους , στην γκόμενα στο κόμμα… Και σε άλλους....
Και έκαναν την ζημιά  τόσο μεγάλη, που δεν παίρνει άλλη…  
Τα πάθη τότε οξύνθηκαν και αυτοί που ήταν επιφορτισμένοι να τηρήσουν το Σύνταγμα και τους νόμους το είχανε ρίξει σε άλλα...
Στης λαμογιάς  το μέλι και το γάλα!... 
Και επικράτησε της μέθης,  η πολιτική κραιπάλη, μέχρι που ήρθαν οι άλλοι, οι λεγόμενοι, του Έθνους οι σωτήρες…. 

Αυτοί κατέλυσαν το πολίτευμα, το Σύνταγμα και τους νόμους και ευτυχώς ο Θεός φύλαξε, δεν ήταν πολύ σκληροί και δεν αιματοκυλίστηκε, πάλι, πολύ ο  κόσμος. Να καταλήξει σε εμφύλιο σπαραγμό…. 
Τώρα στην Χώρα γίνανε, γίνονται, περίπου, μία από τα ίδια. 
Όλοι τους τον σωτήρα κάνουνε…. 
Μα είναι οι περισσότεροι λειψοί…   
Την κοινωνία, το Έθνος  τον λαό, ο σωτήρας θέλει για να σώσει, να  κάνει και αυτό το Κράτος τελείως σωσμένο...
Να γίνει απολειφάδι…  Να το λυπούνται οι άλλοι...

Τότε εκτός των άλλων, κατάργησαν όλους τους εκλεγμένους τους αιρετούς, τους τοπικούς ηγέτες, άρχοντες, δημάρχους, κοινοτάρχες. 
Και με εντολή του ανωτάτου Άρχοντα διόριζαν δικούς  τους, της αρεσκείας τους, να κάνουν την δουλειά τους. 
Φρόντιζαν όμως το λιγότερο μέχρι τότε, να είναι τίμιοι, ηθικοί, εργατικοί και την πατρίδα, στο στρατό, τουλάχιστον με το βαθμό του λοχίας, να έχουν υπηρετήσει…  
Να έχουν  την νομιμοφροσύνη στο πιστοποιητικό κοινωνικών φρονημάτων και λευκό το ποινικό μητρώο, καθόλου να μη κοκκινίζει… 

Τότε από ότι θυμάμαι, στο δήμο Περιστέρι, δήμαρχος ήταν  ο μπάρμπα Μήτσος… Τσαγκάρης λέγανε πως ήταν το επάγγελμά του, ήταν όπως λέγανε, αυτό το και το μεγάλο καύχημα του, πολύ καλός και στην δουλειά του.  
Έραβε πολύ καλά τα βάρδουλα στα παπούτσια, να είναι σάϊκα, να μη ξεκολλάνε οι σόλες, τα αχνάρια τους να είναι σταθερά, να περπατάει ο κόσμος… 
Καλός στο τσαγκάρικο, ο μπάρμπα Μήτσος,  καλύτερος στο δημαρχιλίκι και ο κόσμος δεν ξεκόλλαγε από κοντά του…  και όλες τις εκλογές τις κέρδιζε, μονομιάς και μονοκούκι!... 
Κοκκινίζανε και λίγο περισσότερο, από ότι ο καιρός το επέτρεπε, τα αυτιά του… Όμως το κόκκινο, το είχε σιμά, σημάδι στην καρδιά του… 

Τότε ένα πρωί, πρωί - πρωί μπονώρα  πήγανε  και του παρουσιάστηκαν, απρόσκλητοι, στο δημαρχείο τρεις νταβραντισμένοι, με τα άρματα ζωσμένοι… 
Και του είπανε με στόμφο, το δημαρχείο να παρατήσει, χωρίς κανέναν να ρωτήσει, χωρίς το ζοριλίκι… 
Στο σουβλί, στον αμόνι  σου, μπάρμπα Μήτσο να γυρίσεις, αν δεν επιθυμείς, φρέσκο αέρα,  θυμαρίσιο να μυρίσεις… 

Άλλοι δύο συγχρόνως πήγαν στον Β Π που ήταν διευθυντής του οικονομικού, είχε υπηρετήσει ως έφεδρος αξιωματικός στον πόλεμο στην Αλβανία. 
Τίμιος, καλός και προκομμένος , από την φτωχότερη επαρχία και αυτός φερμένος. 
Του πήγανε το φάκελο και του το παραδίνουν. 
Τον ανοίγει και την να ιδεί;… 
Την εντολή, διαταγή, με την τρανή του Κράτους την στρογγυλή σφραγίδα!... 
Και η διαταγή, έγραφε, έλεγε: 
Διορίζεσαι από την σήμερον…. τάδε του μηνός, Δήμαρχος Περιστερίου!… Τρέμουλο τον έπιασε,  αυτόν, που αυτός στην Αλβανία ήταν έφεδρος αξιωματικός, γενναίος σε μάχη στον πόλεμο τραυματισμένος  
Κρύος ιδρώτας το έλουσε, έμεινε άφωνος, μαρμαρωμένος… Δεν ήξερε, τι να κάνει;… 
Οι νταβραντισμένοι, αρματωμένοι, περίμεναν, στην άρνησή του, την άλλη εντολή,  την εναλλακτική να εκτελέσουν… 
Ο ένας ο ανώτερος του λέει: 
-Τι το σκέφτεσαι;… 
Τι στέκεις έτσι;.. 
Η ώρα περνάει… Δέχεσαι την εντολή, την διαταγή, να εκτελέσεις;… 
Ή, πάμε για το φρέσκο;… 
-Την εντολή, την διαταγή την σέβομαι, όμως τώρα αμέσως, προθύμως θα την εκτελούσα…. 
Αλλά τώρα δεν την εκτελώ… 
Δεν πρέπει… 
Υπάρχει λόγος σοβαρός… 
Υπάρχει κώλυμα μεγάλο…  
Θέλω τον ανώτερο σας πρώτα- πρώτα να δω, αυτόν που μου έκανε την τιμή για δήμαρχο να με ορίσει…  
Να τον ευχαριστήσω… 
Αλλά νομίζω, πως εγώ για την τέτοια τιμή, δεν το αξίζω, δεν κάνω… 
-Την δέχεσαι, η δεν την δέχεσαι;… 
Λέγε… Λέγε…  
Αλλιώς πάμε και για φρέσκο… 
Ή μήπως έχουνε και σένα λίγο κοκκινίσει και τα αυτιά σου;…. 
Είσαι με τα καλά σου, με αυτά που λες;... 
Ή μήπως και έχει αλλάξει, ο νους και η καρδιά σου;…  
-Όχι… όχι…  
Αλλά… Αν επιμένετε και αυτή την διαταγή έχετε…. Πάμε ρε  παιδιά και για τον φρέσκο… 
Αφού γλίτωσα από τις σφαίρες, τα βόλια της Αλβανίας… 
Αυτό μου απομένει…   
Αλλά, αν με πίεση δεχτώ, ενώ είμαι λειψός,  λέγετε σε αυτόν που σας έστειλε, πως δεν το αξίζω. 
Πολύ κακό, άθελά μου θα κάνω… 
Περισσότερα σας παρακαλώ, κατ ιδίαν να πάμε,  να του τα εξηγήσω… 
Το άθελά μου, τον έσωσε!… 
Και στον τρανό, τον Αρχηγό, ντουγρού τον πάνε… 

Εκεί απολογήθηκε και να τι του είπε: 
-Ευχαριστώ πολύ για την τιμή που μου κάνετε… 
Αλλά εγώ αυτής της τιμής,  της τρανής, της μεγάλης δεν αξίζω, να είμαι δήμαρχος στο Περιστέρι… 
-Γιατί;… Γιατί;…  
-Είμαι λειψός… 
-Λειψός;… 
-Και τι σου λείπει;…
-Εγώ δεν μπόρεσα, δεν μπορώ να διοικήσω καλά, καλά το σπίτι μου, την οικογένειά μου, που ο γιος μου δηλώνει ανυπακοή…. 
Δεν συμμαζεύεται καθόλου…. 
Όπως το λέμε, δεν πέφτει σε αυλακιά, δεν πάει τον ίσιο δρόμο, τον καλόν .. 
Δεν μπόρεσα να κουμαντάρω, να επιβληθώ, να εισακουστώ,  στο οικείο περιβάλλον…  
Πως θα διοικήσω  ολόκληρο τον λαό του δήμου Περιστέρι, που αυτά τα γνωρίζει;..
 Αυτά τα ξέρει;.. 
Τι θα ειπεί ο κόσμος;… Και με το δίκιο του…
Αυτός που δεν μπορεί να νοικοκυρέψει το σπίτι του, είναι δυνατόν να νοικοκυρέψει ολάκερο τον Δήμο;… 
Νομίζω πως πιότερη ζημιά, παρά ωφέλεια θα κάνω… 
Τι θα λέει ο κόσμος κρυφά και απόκρυφα;… 
Αμ αυτός είναι λειψός… 
Δεν μπορεί να κουμαντάρει το σπίτι του… 
Που τον βρήκανε και τον κάρφωσαν στην καρέκλα του δημάρχου, να κουμαντάρει ολόκληρο τον Δήμο;… 
Εμείς δήμαρχο είχαμε τον Μήτσο χρόνια και χρόνια τώρα, καλόν και άξιον… 
Που το βρήκαν αυτόν, τον λειψό, τον ανίκανο, το ρέχτελο, που η οικογένειά του δεν τον υπολογίζει, όχι μόνο για νοικοκύρη, αλλά ούτε σαν  το παλιό ρετάλι… 
Μα ούτε σαν του πουλιού, συγνώμη, πού…λί. 
Ο κόσμος ξέρει, ότι βλέπει και μαθαίνει, από ότι του λέει ο γείτονας, και αυτά λέει... Δεν εξετάζει τα παρέκει…. 
Ούτε τα αξιώματα, ούτε τις γνώσεις….  

Ο Τρανός σηκώθηκε όρθιος, με βλοσυρό το βλέμμα, του έριξε διαπεραστική ματιά  και του είπε: 
-Αν είναι έτσι, όπως τα λες, έχεις δίκιο, πήγαινε στην δουλειά σου…. 
Μακάρι το λειψός, να το λέγανε και πολλοί  άλλοι, που πραγματικά είναι λειψοί σε ούλα… Την αδυναμία τους και την ανικανότητά τους να την καταλάβαιναν να την φανέρωναν, να αρνιόταν  τις θέσεις και τα αξιώματα και άλλοι… 
Έτσι ίσως θα σιάξει ο τόπος…. 

Αλλά τα αξιώματα, η εξουσία είναι ζηλευτή, δύσκολα ο καθένας την αρνιέται… Και να καταλαβαίνει ακόμα, ακόμα, πως είναι ανίκανος, λειψός, την εξουσία, δεν την αρνιέται και προπαντός, αν αυτή είναι δοτή, χωρίς μεγάλο κόπο. 
Και όταν δεν την αξίζουν, τότε περισσότερο σε αυτή γαντζώνονται και κολλάνε σφιχτά σαν το μύδι… Σαν τα τσιμπούρια… 
Χωρίς να κάνουν έργο και αποτέλεσμα κανέναν… 
Γιατί έτσι μάθανε, φοβούνται… 
Το πώς;… Με τι προσόντα θα ζήσουν παρέκει;…  

Αυτά συμβαίνουν και τώρα, δολίως με ψεύτικες υποσχέσεις κομπασμούς, πως έχουνε μεγάλη αξία και γνώση μερικοί,  ενώ είναι λειψοί και δεν είναι λίγοι, που εξαπάτησαν τον λαό και άρπαξαν στην εκλογή, την ψήφο του λαού και λάθρα κατέλαβαν την εξουσία και οδήγησαν το Κράτος σε απραξία και απαξία…. 
Και τον λαό σε ανυποληψία... 
Και αυτοί, όπως ο λαός λέει: 
«Εδώ τρώνε και πίνουνε και αλλού πάνε και το δίνουνε…»  
Έτσι και αυτοί ενώ είναι, Υπουργοί, Βουλευτές, Κρατικοί λειτουργοί θεματοφύλακες αξιών, αρχών και θησαυρών, ηθικών και υλικών, μερικοί έχουν γίνει καταχραστές και του Κρατικού πλούτου και των ηθικών λαϊκών αξιών. 
Η μακρόθυμη Δικαιοσύνη τους πάει με το μαλακό, με το λάου- λάου, δεν τους καταδιώκει άμεσα, μα δεν τους καταδιώκουν και οι Ερινύες Θεές που αυτές κανέναν δεν αφήνουν… 
Πως;…  Αυτές, αυτούς ήσυχους τους αφήνουν;… 
Είναι απορίας άξιον!… 

Και μέχρι οι υπουργοί,  οι βουλευτές τα καπιτάλια τους τα βγάζουν έξω σε άλλες χώρες αντί να προσελκύουν από το εξωτερικό επενδύσεις… 
Δεν εμπιστεύονται το Κράτος που κυβερνούν  και τον λαό που με την ψήφο τους, τους τίμησε και τους θρέφει... 
Πως θα εμπιστευτούν το Κράτος μας, τον λαό μας οι άλλοι; 
Πως ο γείτονας θα βοηθήσει, θα στηρίξει να μη γκρεμιστεί το σπίτι του γείτονα;… Πως θα τρέξει να σβήσει την φωτιά;… 
Αφού οι συγγενείς και η ίδια η οικογένεια δεν το υποστηρίζει;... 
Ο ίδιος ο νοικοκύρης το γκρεμίζει;… 
Αφού ο ίδιος ο νοικοκύρης του βάζει φωτιά, μπουρλότο, με Δημητσανήτικη μπαρούτι από τις τέσσερις πάντες, στα τέσσερα αγκωνάρια;…   
Και  τα μικρά τα παιδιά του, ανήμπορα, στην καταστροφή τους κλαίνε… 
Πρέπει  όλοι μαζί, να διώξουν τον κακό νοικοκύρη και η οικογένεια να τεθεί σε δικαστική κοινωνική αντίληψη… Μέχρι…

Ο  λαός, ο κόσμος βρίσκεται σε παράκρουση απελπισίας…. 
Αφού οι επίγειες  ηγετικές δυνάμεις αδιαφορούν…. 
Συμπόνια, συμπαράσταση, καθοδήγηση από αυτούς δεν έχει..  
Τις Ουράνιες ψυχές των προγόνων,  τις Θείες δυνάμεις ας επικαλεστούμε … 
Και … Οι Θείες δυνάμεις  ας διαφυλάξουν τον κόσμο τον κοσμάκη από τα χειρότερα… Της πείνας την απόγνωση…   
Και ας μάθουν,  ας το καταλάβουν οι τρανοί, που  θέλουν και λένε  πως  του λαού είναι ηγέτες , πως… « Η πείνα μάτια, νου, δεν έχει… Και αν έχει δεν βλέπει.» 
Και  αυτοί οι ίδιοι  σπρώξουν το πεινασμένο  κόσμο στα χειρότερα… 
Τον λιμό, λοιμό,  την συμφορά του εμφυλίου σπαραγμού,  της πυρός, μαχαίρας.  
Αν το  φτάσουν και μέχρι εκεί….  
Τότε, το πράγμα δεν συμμαζεύεται, στην θέση του δεν μπαίνει… 
Και ο Χριστός μας, ώσπου να ειπεί την συμβουλή,  την εντολή να δώσει… 
«Πέτρο,  Πέτρο, βάλε την μάχαιρα στην θήκη της..»  
Δεν τον πρόκανε τον Πέτρο,  δεν τον πρόφτασε….  
Ο Πέτρος έκανε το κακό, του έκοψε το αυτί του ανθρώπου… 
Και ας είχε και από τον Χριστό παιδεία… 
Ας φανταστούμε τώρα, το τι θα κάνουν οι άλλοι… 
Που δεν έχουν καθόλου παιδεία… 
Που δεν πιστεύουν στο Χριστό, μα ούτε σε Θρησκεία…  
Εκτός αν οι ηγέτες  άλλα έχουνε στο νου τους και από την συμφορά του κόσμου, περιμένουν οι άλλοι, ακόμα περισσότερα  να κερδίζουν… 
Θα εφαρμόζουν  αυτά;… 
Τότε…  Αλίμονο, νομίζουν, ότι αυτούς δεν θα τους αγγίξει;… 
Το απάνθρωπο, το αισχρό, ο νόμος του κανίβαλου, των θεριών της ζούγκλας; … 
«Ο θάνατός σου,  η ζωή μου και η καλοπέραση μου;..» 

Σ ε όλους τους καιρούς   τους άσχημους, τους καταραμένους  χρόνους… 
Και … Σε τούτο τον καιρό τον δύσκολο που ο ίδιος ο άνθρωπος  έχει φτιάξει, η Θεία πρόνοια, ο Θεός ας στέλνει μερικούς ενάρετους, φωτισμένους ανθρώπους, στον απελπισμένο άνθρωπο να συμπαρασταθεί και να του δώσει πνευματική ελπίδα, με λόγο και με πράξεις. 
Να του συμμαζέψει το μυαλό, που στο κακό είναι απλωμένο, στην θέση του να  το βάλει… 
Την προκοπή για να σκεφτεί να αρχίσει… Πάλι, με τίμια πάλη…  
Αλλά… Και δια να σώσει την ανθρωπότητα όπως λένε, οι Άγιες Γραφές, έστειλε και  ο Θεός και Αυτόν  ακόμα, τον Υιό του τον μονάκριβο,  να θυσιαστεί για χάρισμα μας, να ξεπλύνει με το αίμα του το ανόμημα μας!... 
Αλλά εμείς σαν λαμόγια,  της λουμπίνας , τώρα,  μια από τα ίδια και χειρότερα… 
Και ο  Θεός ακόμα ίσως τώρα μας φοβάται…   
Κάποιον άλλον  για να ξανά στείλει… την μαγάρα να ξεπλύνει… 

Εάν και εφόσον ο κόσμος έχει μυαλό, και από αυτά γνωρίζει, είναι καιρός  ας θυμηθεί, πως από το κεφάλι βρομάει το ψάρι... 
Και εφόσον ο κόσμος λέει πως έχει γνώσει και του κόβει!...  
Κόβει…. Από το ψάρι… πρώτα το κεφάλι και το πετάει και μετά μυρίζει και αν βρωμάει και  η κοιλιά την κόβει και την ουρά που είναι καθαρή την αφήνει να θρέψει την οικογένεια του.... να μη κλαίνε τα παιδιά του… 
Εμείς αφήσαμε το βρώμικο κεφάλι, μόλεψε  και βρώμισε όλο το ψάρι. 
Τώρα που βρώμισε ολάκερο το ψάρι το ρίχνουμε στις γάτες μήπως και αυτές το φάνε… 
Και ας τρέξουμε, ολοταχώς στην θάλασσα, τώρα που έχει μπουνάτσα,  το  άλλο το ψάρι το φρέσκο να ψαρέψουμε… Να φάμε….

Και ο Β.Π συνέχισε να διευθύνει τα οικονομικά του δήμου και αυτά που εξιστορώ, αυτός τότε μου τα είπε.. 
Ο μπάρμπα Μήτσος, ο τότε δήμαρχος, παρέδωσε χωρίς ελλείμματα, και χρέος, νοικοκυρεμένο τον Δήμο. 
Με βουρκωμένα μάτια, αγέρωχος στην ψυχή, ήσυχος διότι έκανε το καθήκον του συμπαραστάθηκε στους πρόσφυγες, στους εσωτερικούς μετανάστες, στην εργατιά,  στην φτωχολογιά.  Κοντά του όλοι, έβρισκαν απάγκιο, παρηγοριάς ελπίδα… Αγάλια- αγάλια κατέβηκε τα σκαλιά του δημαρχείου λέγοντας: 
«Παλιά μου τέχνη κόσκινο» 
Γύρισε σιγά, σιγά, αμίλητος στο φτωχικό του σπίτι, έπιασε  πάλι το σφυρί, το αμόνι, και πιστάριζε καλά τις σόλες, με το σουβλί και τα βελόνια τις σαϊκωνε στα βάρδουλα  και μέχρι τα βαθιά του γηρατειά  έφτιαχνε σε φίλους, τα καλά, τα δίσολα, ραφτά παπούτσια… 
Αυτός.... Είχε επάγγελμα!...
Φωτεινό παράδειγμα!... 
Για τους τωρινούς δημάρχους….  Και σε εκείνους τους ηγέτες που θέλουν να κυβερνούν τον τόπο, τον Λαό...
Η προτομή του, τώρα κοσμεί την πλατεία  του δήμου Περιστερίου!...

Γιάννης Στ Βέργος{gortynios.isv}
16.02.2014

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου