Τετάρτη, 22 Απριλίου 2015

Η Κραυγή του Παρελθόντος...

Αναδημοσίευση


(Το κάτωθι διήγημα απέσπασε το έτος 2013 Α΄ Βραβείο Διηγήματος από την Πανελλήνια Ένωση Λογοτεχνών και την Εταιρεία Τεχνών  Επιστήμης και Πολιτισμού Κερατσινίου)

«Η ΚΡΑΥΓH ΤΟΥ ΠΑΡΕΛΘOΝΤΟΣ»

Ήταν ένα ήρεμο αυγουστιάτικο δειλινό. Το φεγγάρι είχε αρχίσει να ανατέλλει πίσω απ’ το Χελμό με τα έλατα να στέκουν ακοίμητοι φρουροί στο νυχτερινό ταξίδι του. Χρυσοκόκκινος δίσκος το πρόσωπο της Σελήνης, λαξευμένο με την επιδεξιότητα του ήλιου σαν γελαστή νύμφη, θα στήσει χορό στο ξέφωτο του Λάδωνα.
Τέτοιες ώρες η  κουβέντα γίνεται ιεροτελεστία στην καρδιά του γέρο – Δήμου και η κυρία Αντιγόνη είναι ο άνθρωπος που θα τον συντροφεύσει την αποψινή βραδιά.
Λαογράφος και εικαστικός, συλλέκτρια  εμπειριών και εικόνων, μπαίνει στις ψυχές των ανθρώπων με ορμή κι ατέρμονο μεράκι χωρίς να αφήνει ίχνη παραβίασης. Μακρινή συγγενής βέβαια…αλλά η καρδιά της χτυπά σε ρυθμούς πατριωτικούς, αρματωμένους με καρυοφύλλια, φλογέρες και νταούλια. Κι ο γέροντας είχε εναποθέσει τις ελπίδες του σε αυτή. Είναι η μοναδική συγγενής  που θα μπορούσε να διαφυλάξει κάτι από το παρελθόν και να το μετατρέψει σε ιστορία˙ να ανοίξει  τα παραθυρόφυλλα της καρδιάς του με τρόπο μαγικό κι ευχάριστο.  Πλάι της, πρωτόγνωρα ακούσματα με παλαιική προφορά θα   μεταλλαχτούν με το μεράκι του καλλιτέχνη  και θα στολίσουν άγνωστες πλευρές αγιασμένων τόπων.
Οι δυο  τους απόψε θα αναθερμάνουν θύμησες – στοιχειωμένες περγαμηνές της ζωής,  θα  στήσουν τύμβο πλάι στο παραγώνι της νιότης.
 Του είχε τάξει εδώ και καιρό πως θα πήγαινε στο χωριό το συντομότερο κι η Αντιγόνη σεβόμενη  τα χρόνια του και την αγάπη που έτρεφε για την παράδοση, δεν ήθελε να τον κρατεί σε αναμονή. Εξάλλου από αυτόν είχε να αποκομίσει πολλά.  (Έναν ολόκληρο θησαυρό φυλαγμένα στα αμπάρια εκατόχρονης  μνήμης που θα έβρισκαν τρόπο να ξεγλιστρήσουν στη επιφάνια ταράζοντας την  ρουτίνα της καθημερινότητας). 
Τέτοιους ανθρώπους περίμενε ο μπαρμπα-Δήμος  για να μπορέσει να ξεθάψει το μαύρο μαργαριτάρι και να το βγάλει στην επιφάνια, έκθεμα στα μάτια αυτών που δεν σεβάστηκαν τις ρήσεις των παλιών καιρών. Και δεν είναι τυχαίο που οι περισσότεροι συντοπίτες τον αποκαλούν ώρες – ώρες, «Σοφό Γεροπλάτανο».
Από νωρίς το απόγευμα είχε πιάσει τον ίσκιο της κληματαριάς και περίμενε να ακούσει τον ήχο του αυτοκινήτου  να ανεβαίνει μαρσάροντας την ανηφόρα με το χωματόδρομο. Έπινε  γουλιά -γουλιά τον βαρύ γλυκύ  καφέ που του είχε ετοιμάσει η εγγονή του Λάμπω, όταν  κατά της οκτώ η ώρα, η μηχανή του τζιπ έκανε τις τελευταίες στροφές για να αράξει στην αυλή κάτω απ’ το μεγάλο πλατάνι και να ανέβει στο σπίτι η καλεσμένη του.
 Η μελαγχολική καρτερία που τον διακατείχε ως εκείνη την ώρα, έγινε δια μαγείας δροσερό αγέρι στα χείλη του και  του ‘δωσε λάμψη και φως. Παρόλα τα χρόνια και την ελλιπή   όρασή του, κατέβηκε τα σκαλιά της διώροφης οικείας  για  να προϋπαντήσει την Κυρία Αντιγόνη. Αφού κάθισαν για λίγο στη μικρή σάλα κι ήπιαν οι δυο τους  έναν ακόμη  καφέ  (που τον έψησε η νύφη του η Κατίνα), συνοδευόμενο με κρύο νερό και δίπλες γεμιστές με καρύδια και μέλι. Έπειτα, ξενάγησε την καλεσμένη του στον μικρό μουσειακό  χώρο  με τα αγαπημένα του εκθέματα. (Ένας μικρός ξυλόγλυπτος αργαλειός, μία ανέμη, ένα αδράχτι, μία ρόκα με την τουλούπα το μαλλί έτοιμο για γνέσιμο, πιστόλες σφυρήλατες, ένα ζευγάρι βόδια ζεμένα τον ζυγό να σέρνουν το αλέτρι,  έναν ζευγά να κρατεί τα λουριά, ένα ταγάρι υφαντό,  τσιμπούκια σκαλισμένα πάνω σε ξύλο καρυδιάς, τροκάνια για τράγους, καρδάρες για άρμεγμα, ψαλίδες για το κούρεμα των προβάτων, ένα ζωνάρι αρματωμένο με λεπίδες- αχώριστο εργαλείο δουλειάς σε κουρεία αλλοτινών εποχών,  και πολλά άλλα μικροπράγματα μιας εποχής ξεχασμένης αλλά όχι μακρινής, τοποθετημένα με μεράκι στην σχετικά μικρή χειροποίητη βιτρίνα).
Άνοιξε ψαχουλεύοντας την πόρτα της έκθεσης και με μεγάλη προσοχή κι ευλάβεια έβγαλε απ’ την προθήκη μια ξύλινη φλογέρα και την φόρεσε στο ζωνάρι του. Έπειτα, άπλωσε για δεύτερη φορά το χέρι του στις προθήκες και βγάζοντας ένα μικρό σκαλιστό τρομπόνι, έστρεψε το πρόσωπό του προς το μέρος της Αντιγόνης,  λέγοντας:
«Για σένα κόρη μου! Χάρισμα, να με θυμάσαι! Το έχω σκαλίσει με τα χέρια μου τότε που ‘χα το φως μου. Και να ξέρεις…τούτο το μικρό μπιστόλι είναι για μένα πράγμα ιερό. Ούτε  στ’  αγγόνια μου δεν έχω κάνει τέτοια χειρονομία! Κράτα το ! Το δίνω σ’ εσένα ».
Η Κυρία Αντιγόνη αντίκρισε δυο μαργαριτάρια δάκρυα  να τρέχουν απ’ τα μάτια του γέροντα κι αφού τον ευχαρίστησε για την τρυφερότατη απλοχεριά του, πήρε το χέρι του ανάμεσα  στα δικά της  και φιλώντας το, λέγει: «Τέτοια χέρια είναι ιερά και γράφουν ιστορία !...». Έπειτα έβγαλε τον οπλισμό της και κατευθύνθηκαν προς την βεράντα και κάθισαν στις δυο δρύινες πολυθρόνες. Κάτω απ’ την δροσιά του βουνίσιου ουρανού, παρέα  με το φεγγάρι, άρχισαν την καταγραφή της κουβέντας στο τεφτέρι της αναπόλησης.
  
 «Πάνω σε τούτα τα λιθάρια σούρθηκα σαν όφις κι έγραψα την ιστορία μου  με το αίμα της καρδιάς μου! Τούτα τα λιθάρια ζεύτηκα και μου χάρισαν εκατό χρόνους ζωής. Όποια πέτρα κι αν σηκώσεις φωνάζει το όνομά μου! Γνωρίζει τον ήχο της ανασαιμιάς μου. Κι εγώ αγάπησα τούτα τα αγκωνάρια και δεν τ’ άφησα ορφανά! Τα φορτώθηκα στις πλάτες μου σαν τον μεγάλο Άτλαντα κι έχτισα μαζί τους τη ζωή μου  με το πιο τίμιο αλισβερίσι. Δεν άφησα ακούρευτο τούτο τον τόπο! Το γένι του δασύ με σκέπαζε και με ζέσταινε τα μεσοχείμωνα. Τον ξάριζα! Τον όργωνα ! Τον πότιζα με το ίδρος μου!… κι αυτός μου έδινε απλόχερα το δροσοφίλημά του μαζί με ολάκερο πλούτο.
Τώρα που έχασα  το φως μου μπορώ κι αντικρίζω δυο κόσμους! Κάποτε έβλεπα την ομορφιά της ζωής με τα μάτια του σώματος, όμως τώρα… βλέπω με τα μάτια της ψυχής ό,τι ο άνθρωπος δεν μπορεί να αντικρίσει με το φως της μέρας. Δύναμαι να αντιληφτώ ακόμη κι αυτό που κρύβεται πίσω απ’ την πιο σκοτεινή πλευρά του μυαλού, μέσα στην πίσσα  της ανθρώπινης σκέψεις. Τα πάντα είναι ευανάγνωστα με την κρυφή ματιά της ψυχής. Και να ξέρεις παιδί μου… παραδόξως, τα σκοτάδια έχουν πάντα ως απότοκο το φως. Το φως το νιώθω μέσα μου! Δεν είμαι Τυφλός! Τυφλοί είναι αυτοί που δεν θέλουν να δουν!...».
O γέροντας πιάστηκε απ’ τους δρύινους αρμούς της καρέκλας ισιώνοντας το κορμί του και με μπάσα φωνή ξανάπιασε την κουβέντα.
«Μια μέρα πήρα τη δημοσιά κι έφτασα ως το ποτάμι και δεν θέλω καθόλου να παραξενευτείς γι αυτή μου την αποκοτιά. Τον τόπο τον γνωρίζω καλά!...  Καταλαβαίνω απ’ το άνοιγμα της δρασκελιάς την απόσταση που έχω διανύσει και το πόσο χρόνο χρειάζομαι ακόμη για να φτάσω στον στόχο μου. Θαμπίζω το φως!… Θαμπίζω και το σκοτάδι!…Ο ήχος του ανέμου, η μυρουδιά του βουνού κι οι όγκοι των σκιών, ξέρουν σωστά να με κατευθύνουν.  Εκατό χρόνια προχωράω τις ίδιες στράτες γνωρίζοντας ολημερίς και το χαλίκι που πατώ! Μα η νυφαμιά μου φοβάται… “Μην κατεβαίνεις στο ποτάμι, θα παραπατήσεις κανένα κοτρώνι και  θα βρεθείς σε κανέναν τράφο ανάσκελα…” μου λέει˙ μα εγώ δεν τραντάζομαι… “ Θα με φέρουν πίσω τα σκυλιά που θα οσμιστούνε την τορό  μου…” της λέγω να την καθησυχάσω».
Έπειτα πήρε στα χέρια του την φλογέρα και τη χάιδεψε λες και χάιδευε το κορμί της τρυφερής νιότης και με   μια απότομη κίνηση στάθηκε ολόρθος.
«Ντοκιμαντέρ η ζωή μου, κόρη μου! Ντοκιμαντέρ!
Κάτω απ’ της ιτιάς τα δάκρια άνοιγα το ταγάρι μου με το κριθαρόψωμο και το κρεμμύδι. Το κρέας, είδος σπάνιο!... Λίγο  τυρί  ξαρμυρισμένο ήταν το προσφάι μου! Έτρωγα δυο μπουκιές και χόρταινε η ψυχή μου! Δεν θέλει πολλά ο Άνθρωπος για να χορτάσει! Λίγα πράματα αγνά, φτάνουν. Μέσα στην απλότητα κρύβεται το κάλλος της ζωής. Άμα  υπάρχει  υγεία, ομόνοια κι αγάπη στην ανθρωπότητα, όλος ο κόσμος είναι πλούσιος! Μα λίγοι το καταλαβαίνουν».
Η Κυρία Αντιγόνη άκουγε άφωνη τα όσα της εκμυστηρευόταν ο γέροντας   (για τα όσα αφορούσαν  το φως του), θαυμάζοντας το σθένος του. Έπειτα εκείνος, κατευθύνθηκε σιγά- σιγά προς το μέρος της βεράντας που αγνάντευε μακριά…πέρα απ’ τον Λάδωνα. Φόρεσε ξανά τη φλογέρα στο ζωνάρι του παντελονιού κι άπλωσε τα χέρια λες κι ήθελε να αγκαλιάσει ολόκληρο το βουνό και την κοιλάδα  με τις ιτιές και τα μποστάνια. 
«Βλέπεις ‘κείνη τη ράχη; ρωτά την Αντιγόνη (ξεχνώντας πως μέσα στη νύχτα, η ματιά  του ξένου φυλακίζεται σε στενά όρια αφήνοντας τη φαντασία να ταξιδεύει). Ζευγάρωνα τα άλογα και με το υνί αφράτευα το χώμα. Έβλεπα τα περδίκια, τους λαγούς και τις αλεπούδες. Μα εκείνα τα περδικόπουλα…τι όμορφα πουλιά!!! Τώρα ο τόπος ερήμωσε. Γέμισε πουρνάρια, ασφάλαχτους, φτέρες και γιγαντόσωμα -αγκαθωτά βάτα. Τ’ αγρίμια  εξαφανίστηκαν.  Δεν υπάρχουν  ζωντανά για να διανοίξουν τις προαιώνιες γιδόστρατες… Πάει! Κιότεψε η φύσης!!!... Ερήμωσε ο τόπος από ανθρώπους και θεριά. Τούτο μόνο με θλίβει…  και με αφήνει ορφανό.
Τα καλοκαίρια έπιανα την σκιάδα του πλάτανου. Από την τρύπα του Κουρπού μούγκριζε το κεφαλόβρυσο που έτρεφε το ποτάμι. Τσούρμο τα παιδιά! Πλατσούριζαν στα νερά και γέμιζε ο αγέρας τραγούδια. Μα, πριν ακόμα μουχρώσει…τρεχάλα για το χωριό! Φοβόντουσαν το θεριό που ‘βγαινε τις νύχτες στο ποτάμι…
Και το θεριό…έχει τρανή ιστορία! που κρατιέται απ’ τα παλιά.
Λένε, πως μες την τρύπα του Κουρπού, κυνηγημένο από τον Ηρακλή, προσπάθησε να κρυφτεί το ελάφι της Θεάς Αρτέμιδος. Από τότε, όταν νυχτώνει κι ερημώνει ο τόπος απ’ τους ανθρώπους, η φύση μιλεί την δική της γλώσσα…  Γέρνει το φεγγάρι στη στέρνα του κεφαλόβρυσου, το ελάφι πίνει νερό κι έπειτα αρχίζει ένα σπαραχτικό θρήνο που τραντάζει τον κάμπο. Αλήθεια σου λέγω κόρη μου! Δεν σου λέγω ψέμα! Το έχω ακουσμένο με τα ίδια μου τ’ αφτιά.
Είχε πανσέληνο, καλή ώρα  σαν τώρα, όταν το άκουσα για πρώτη φορά. Παλικαράκι ήμουν, γύρω στα δεκαοκτώ και τότες το γρέκι μου ήταν αγνάντια στην τρύπα του θεριού! Τα χνάρια μας δεν είχαν φύγει ακόμη απ’ τον φύση. Μέναμε κοντά στο ποτάμι και η επίσκεψη του στοιχειού στο ρέμα ήταν ταχτική.
Ράγισε η ψυχή μου άμα το άκουσα ! Σπάραζε η φωνή του…Πνιγμένη!.. Σαν το γουρούνι στα χέρια του μακελάρη. Μόνο που δεν ήταν γουρούνι…! Το κλάμα του χοιρινού το γνωρίζω καλά. Ήταν κάτι πρωτόγνωρο… Στην αρχή έκλαιγε σαν μωρό που ψάχνει κουρασμένο να παρηγορηθεί στο αδειανό βυζί της μάνα του…Έπειτα με αναφιλητά περπατούσε την ρεματιά του Λάδωνα και σαν πλησίαζε το ξεψύχισμά του, άρχιζε να βελάζει σαν το κατσίκι που πνίγεται καθώς η λαιμαριά του τυλίγεται σε λουρί. Μετά από χρόνια συνήθισα εκείνον τον θρήνο και τον είχα συντροφιά ώσπου φτιάξαμε τούτο το σπιτάκι και φύγαμε απ’ τον κάμπο. Έτσι έπαψα  ν’ ακούω το στοιχειό του Κουρπού. Έπαψε και το στοιχειό να φοβίζει τους ανθρώπους γιατί η φύση ορφάνεψε απ’ αγάπη και σέβας… Τα νιάτα έπιασαν τις μεγάλες πόλεις  κι ερήμωσε ο τόπος. Το μοιρολόι της Γαίας φτάνει στεγνό από αισθήματα στα αυτιά των ανθρώπων…
 Σαν έφτιαξα το σπίτι στο χωριό κι άμαθα να ζω με τους ανθρώπους, σταμάτησα το κουβεντολόι που είχα τις νύχτες με το φεγγάρι. Όμως, δεν σταμάτησα να συχνάζω στα παλιά μου λημέρια.
Τα πρωινά, έριχνα τα δίχτυα στη λίμνη. Ξέρεις…τη λίμνη του Λάδωνα εννοώ! Έπιανα καμιά πέστροφα…Καμιά γριά…Κανέναν κυπρίνο. Τα ‘ριχνα στον τορβά και σαν χαμήλωνε ο ήλιος γυρνούσα στο φτωχικό μου. Έφτιαχνε η κυρά μου την τηγανιά κι εγώ σκάλιζα τη γοργόνα μου.  
Την είδες  τη γοργόνα κόρη μου; Είναι στο έμπα του σπιτιού, δίπλα στο φουρναριό με τα μπακίρια. Είναι η γοργόνα της νιότης μου… με τα στήθη της ολόρθα να αναβλύζουν γάργαρο  νερό. Να με ξεδιψούν! Την σκάλισα με το σφυρί και το καλέμι, πόντο – πόντο. Της έδωσα πνοή! Τη ζωντάνεψα! Της έδωσα και όνομα:   Ελπίδα την ονόμασα! Είναι ολόκληρη δική μου!
Κάποιο καλοκαίρι λοιπόν, σαν ήρθε ο μεγάλος μου εγγονός με κάποιον απ’ τους τρανούς της Αθήνας, τήραγε χωρίς να σαλεύει για κάμποση ώρα. Όταν κιότεψε να τη κοιτάζει, έστρεψε το βλέμμα του προς την αφεντιά μου και είπε: “ Μεγάλε Χαλεπά !!! Εσύ,  θα γινόσουν τρανός άμα ζητούσες να ‘βρεις τη μοίρα σου πιο πέρα!...” Μα εγώ δεν του ‘πα τίποτε….Έκανα πως δεν κατάλαβα.
Πριν από λίγα χρόνια, όταν είχε γίνει ο μεγάλο σεισμός στον αντίποδα της γης και το μεγάλο κύμα έπνιξε τα μεγάλα παράλια και ξέβρασε η θάλασσα τα κουφάρια των ανθρώπων, ο Λάδωνας, σαν ζωντανός θεός που πενθεί για την Γη και τους Ανθρώπους, τρεις μέρες στέρεψε από νερό. Τότε, όλοι στο χωριό ήμασταν ανάστατοι. Φοβηθήκαμε πως  θα ορφανεύαμε απ’  το  νερό του ποταμού. Δεν μπορούσαμε να δώσουμε καμιά εξήγηση, ώσπου…μετά από τρία μερόνυχτα,  το ποτάμι ξαναμπήκε στη ρότα του!
Ολόκληρη κουφάλα έκανε η καρδιά της γης!
Ολόκληρη κουφάλα που την πότισε ο Λάδωνας! Την χόρτασε! Την γέμισε με τα κρυστάλλινα νερά του. Κι έπειτα ήρθε το νερό ξανά στην επιφάνια για να καθρεφτίζεται το φεγγάρι και να ξεδιψά ο γεροπλάτανος  γονατισμένος μπροστά  στην ποδιά της γης, με απλωμένα χέρια να της κάνει μετάνοιες, να την ευγνωμονεί για την καλοσύνη της  που τον έτρεφε τόσα χρόνια».
Στα μάτια του καθρεφτιζόταν η νοσταλγία και η αγάπη των όσων είχε ζήσει και η υγρή μελαγχολία άρχισε να αναφαίνεται  στις θήκες των βολβών που ξεχείλισε κι έτρεξε στο ραγισμένο του πρόσωπο. Τ’ αχείλι έτρεμε  απ’ τη συγκίνηση. Παρόλα ταύτα, πήρε μια βαθιά ανασαιμιά και ξανάπιασε την κουβέντα.
«Λίγοι απόμειναν που εναποθέτουν στην καρδιά ρόδια και τριαντάφυλλα!...Κι εσύ μου μοιάζεις παιδί μου! Συλλέγεις αρώματα από προαιώνιες εποχές και ρουφάς από τη στάμνα της γνώσης το νέκταρ των θεών. Τώρα που στύβεις την πέτρα κι αυτή ξεψυχά στα χέρια σου, κράτα την σκληράδα της για να μπορείς ν’ αντέχεις τον ίλιγγο που φέρνουν τα βάσανα της ζωής. Μάθε, μέσα απ’ την σκόνη της ματαιότητας  να ξεχωρίζεις τον αγώνα κι απ’ τον αγώνα, τον ιδρώτα της αγωνίας για την επιβίωση. Βλέπω ο νους σου ταξιδεύει μακριά απ’ την απειλή της ακαμψίας κι αυτό μου δίνει μεγάλη χαρά.
Αισθάνομαι το πως αγκαλιάζεις τις κορυφογραμμές της σκέψης και το πως αναδεύεις τα φαράγγια του μυαλού για να βρεις πολύτιμα πετράδια.
Εγώ αφήνω πίσω τα αχνάρια μου!  Πέντε παιδιά  κι είκοσι αγγόνια. Μπορούν να ανέβουν τα φαράγγι άμα το θελήσουν!... Εγώ μόνο τα κρόταλα της γης περπάτησα και λούστηκα στου Λάδωνα τις λούμπες…Εσείς τα νιάτα, έχετε δρόμο μακρύ!...
Ο νους σου αντάρτης! Δεν βολεύεται! Του αρέσει να παίζει…Μα η καρδιά σου αγριεύει…Δεν της αρέσουν τα παιχνίδια !... Πλαντάζει και χιμάει να ξεσκίσει το δίχτυ της ανάγκης. Πέρα απ’ τον άνθρωπο ζητάει το αόρατο μαστίγιο που θα την σπρώξει στον αγώνα. Ένα αγώνα άνισο… Ένα αγώνα με θεριά.
Τώρα κόρη μου θα σε καληνυχτίσω με τον τρόπο που εγώ γνωρίζω. Ξέρω ότι θα σου αρέσει, δεν έχω καμιάν αμφιβολία! είπε  ο γέροντας και πήρε στα χέρια του τη φλογέρα κι άρχισε πρώτα να τραγουδεί κι έπειτα να φυσάει συγκινημένος το φυσοκάλαμο.

Με γέλασαν δύο πουλιά, της άνοιξης τ’ αηδόνια
Με γέλασαν και μου ‘πανε ποτέ δεν θα πεθάνω
Κι έφτιαξα το σπιτάκι μου ψηλότερα από τ’ άλλα
με δυο, με τρία πατώματα, με εξήντα παραθύρια… 

Στο παραθύρι έκατσα, το πέλαγ’ αγναντεύω
Βλέπω τους κάμπους πράσινους και  στα βουνά γεράνια
Βλέπω το χάρο να ‘ ρχεται στους κάμπους καβαλάρης.
Μαύρος είναι, μαύρα φορεί, μαύρο ‘ν’ και τ’  άλογό του
Μαύρο ‘ν’ και το ζαγάρι του,  που έρχεται κοντά του…

Σαν έρθει η ώρα κόρη μου, θέλω να λες τραγούδια
Με το κλαρίνο, το ζουρνά, με το φυσοκαλάμι
Να φέρεις και τ’ αγγόνια μου γαμπρό για να με ντύσουν
Μήπως ο χάρος λυπηθεί και φύγει απ’ το σπίτι…
Να μην του δώσετε φαγί να φάει απ’ το κορμί σας
Να μην του δώσετε νερό να πιεί απ’ τα δυο σας μάτια
Γιατί η ζωή είναι γλυκιά, όσες κι αν έχει πίκρες!...
Ν’ αφήσω τα νιάτα στη ζωή ν’ ανθίσουν τα περβόλια
Και στις λευκές βουνοκορφές ελάτια να φουντώσουν
Το κλαψοπούλι αν τραγουδεί…πες τε κι εσείς τραγούδια!...

Αύριο! Αύριο κόρη μου! θα συνεχίσουμε το ταξίδι, είπε με μια θάλασσα δάκρια να τρέχουν απ’ τα μάτια του. Απόψε ξορκίσαμε τον Χάροντα. Μάρτυς μας το φεγγάρι!».  

          ΜΑΡΙΑ ΚΟΛΟΒΟΥ - ΡΟΥΜΕΛΙΩΤΗ
              (Λογοτέχνης - Εικαστικός)
Αναρτήθηκε από στις 12:45 μ.μ. 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου