Σάββατο, 10 Οκτωβρίου 2015

Τα φραγκόσυκα!...

Παιδί σαν ήμουνα μικρό, στα δώδεκα, στα δέκα τρία μου χρόνια, της φαμελιάς το ψωμάκι ήταν λιγοστό και ήθελα να το αυγατίσω.
Το καλοκαίρι, αντί να παίζω τσίκιλα, αμπάριζα, κρυφτό και αμάδες, με τα άλλα παιδιά, τους φίλους μου, βοηθούσα και έκανα  πολλές αγροτικές δουλειές, έκανα και τον εμποράκο....
Τις πατάτες που βγάζαμε και είχαμε  από τους κήπους μας περισσευόμενες, τις αντάλλασσα στα άλλα, χωριά στα τριγύρω, που από  πατάτες  αυτά τότε δεν είχανε, με δημητριακά, σιτάρι, κριθάρι, βρώμη και αραποσίτι, που στο σπιτικό μας αυτά ήσαν λιγοστά, δεν έφταναν να θρέψουνε την φαμελιά όλο τον χρόνο....
Έφταναν, δεν έφταναν αυτά, τα δημητριακά, το σιτάρι, μέχρι τον Γενάρη μήνα.

Και μετά δούλευε βερεσέ η σάκινα το αλεύρι, από τα Λαγκάδια, τον μπάρμπα τον Κωστή τον Ανθούλη, έτσι τον λέγαμε τότε,  και από τον Βασίλη Μπόρα τον κουτσό, τον Μήτσο Βέργο, και ανάλογα από όποιον είχε την δυνατότητα να μας δώσει, να μας κρατήσει βερεσέ....
Όλοι ήθελαν να βοηθήσουν τότε ο ένας, τον άλλον, για να περάσει η δυσκολία του, ο κακός χειμώνας, η δύσκολη εποχή, αλλά αυτοί έπρεπε να είχανε την δύναμη, τα διαθέσιμα,  τα καπιτάλια.....
Και τα καπιτάλια τους  τότε ήσαν  όλων τους λιγοστά.
Τα πεινασμένα στόματα,  ήσαν πολλά και πως να τα στομώσουν;...
Μια θράκα παιδιά είχε  τότε ο καθένας  στο χωριό....
Και σήμερα;...
Τώρα, δεν ακούγεται το παιδικό το κλάμα,το παιδικό  το γέλιο.
Παιδί στο χωριό δεν υπάρχει κανένα, ούτε για δείγμα....
Μόνο τα αγρίμια  με παράπονο σκούζουνε την νύχτα....
Και αυτά, τώρα  που δεν υπάρχει ανθρώπινη ζωή, ζωντανή, θλίβονται και η Φύση κλαίει....
Είναι λιγοστή η τροφή τους και έρημη, Χέρσι  η Γη.
Τώρα η Φύση από ανθρώπους θλίβεται και αυτά το όρνεα τώρα πεινάνε....

Τα χρήματα τότε ήταν σπάνια, γιατί δεν υπήρχε παραγωγή, δεν υπήρχανε δουλειές και  δεν γινόσαντε εμπορικές πράξεις, δοσοληψίες.
Ο πόλεμος του 1940, η κατοχή και περισσότερο ο εμφύλιος διχασμός, είχανε καταστρέψει τις υποδομές, το ανθρώπινο εργατικό δυναμικό, το φυτικό και ζωικό κεφάλαιο....
Υπήρχε φτώχεια, ανέχεια, πείνα και όποιος είχε το ψωμάκι της χρονιάς, ήταν νοικοκύρης, άρχοντας, ανεξάρτητος και αφέντης.
Αφέντης του εαυτού του!....
[Εμείς, το Χωριό μας είχε και έχει πολύ νερό, δεν είχε όμως χώμα....Τα άλλα χωριά είχανε χώμα, μα τότε δεν είχανε νερό...
Θεέ μου πως τα έχεις κάνει έτσι τα πράγματά σου;... 

Ο άνθρωπος να είναι πάντοτε στην έλλειψη, στην ανέχεια;...]  

Είχα ακούσει τότε διάφορες ιστορίες για τα κάτω χωριά της Ηραίας.
Είχα ακούσει πως αυτά  ήσαν στα κατώμερα, εκεί δεν πιάνει το χιόνι και είχανε πιότερα τα έχοντα από ψωμάκι.
Εκεί φυτρώνει η ελιά και γίνονται πιο πολύ περισσότερα τα προφαντά,  το λάδι,οι ελιές, σιτάρι, κριθάρι και αραποσίτι.
Εκεί είπα θα πάω και εγώ να πουλήσω,  να ανταλλάξω με αυτά τα προφαντά, την πραμάτεια μου.
Τον έμπορο εκεί να κάνω....
Αφού από το χωριό μου, εκεί πήγαιναν και άλλοι, οι μεγαλύτεροι, που είχαν περισσευούμενη πατάτα.  

Από την προηγούμενη εβγάλαμε με την μάννα μου, από τον κήπο μας που είναι κάτω στην ρεματιά του χωριού την πατάτα, την βάλαμε σε δυο σακιά, την σκεπάσαμε με λίγα φύλα, της ρίξαμε  λίγο νερό την νύχτα να μη στεγνώσει και φυράνει, και ανεβήκαμε την ανηφόρα και πήγαμε στο σπίτι να πλαγιάσουμε.
Την άλλη μέρα μπονώρα το πρωί, πριν χαράξει, επήρα  το μουλαράκι μας, την γκιοσούλα μας, έβαλα επάνω στο σαμάρι της δύο άδεια σακιά και πήγα να την φορτώσω, τις πατάτες, να τις πάω να τις πουλήσω.
Να  ανταλλάξω την πραμάτεια μου.
Η Γκιοσούλα μας  ήταν φιλότιμο  ζω, είχε λογική καταλάβαινε από την αδυναμία μου.
Έφτασα στον κήπο να φορτώσω τα σακιά με τις πατάτες.
Όμως όπως ήταν γεμάτα, ήσαν πολύ βαριά, δεν μπορούσα να τα φορτώσω. Άλλος κανένας να με βοηθήσει δεν ήτανε....
Και στην δουλειά έπρεπε να πάω....
Να πάω όσο πιο γρήγορα...
Να πάω πρώτος στα χωριά,πριν προφτάσει να πάει κανένας άλλος....
Αδειάζω τις πατάτες κάτω και άφησα μέσα στο σακί τόσες, όσες μπορούσα να σηκώσω, να τις φορτώσω στο μουλαράκι μας.
Το μουλαράκι μας είχε φιλότιμο, με υπομονή καθόταν να το φορτώσω.
Φόρτωσα το ένα μισοάδειο σακί στην μια μεριά, φορτώνω και το άλλο στην άλλη.
Μετά με το σακούλι λίγες- λίγες, πότε στο ένα σακί και πότε στο άλλο τα απογιώμισα τα σακιά, με όλες τις πατάτες....
Τις φόρτωσα!...

Έκανα το σταυρό μου, χάιδεψα στα αυτιά, στην μούρη, το ζω μου και του είπα:
-Έλα, ντε γκιοσιούλα μου  και ξεκινήσαμε....
Ξεκίνησα ολομόναχος με παρέα το μουλαράκι μου, με το μελωδικό κουδούνι και την περπατησιά του, με τον ήχο  στον δρόμο  που έκαναν  τα πέταλα των ποδιών του ζου μου {του μουλαριού μου}.
Άρχισε να χαράζει, περπατήσαμε, περπατήσαμε και φτάσαμε στο πρώτο χωριό του Ψάρι.
Ο ήλιος είχε βγει και έλουζε το χωριό, καθότι είναι προσήλιο και εκεί στο Ψαρέικο βουνό σκάει ο Ήλιος, όταν πρώτο ανατέλλει.
Στα πρώτα σπίτια, στο έμπα του χωριού, κατέβασα την παλάντζα  μου από το σαμάρι, την έβαλα στο ώμο μου, και άρχισα να φωνάζω να διαλαλώ την πραμάτεια μου.
-Πατάτες, πατάτες, πατάαατεεεες....
Καλές, νόστιμες πατάάάάτες... πατακούουουλες....
Από το έμπα του χωριού μέχρι τον απάνω μαχαλά κανένας δεν βγήκε να ψωνίσει από τις πατάτες μου.
Βούρκωσαν τα μάτια μου, μου ερχότανε να κλάψω....
Και αν έκλαιγα ποιος θα με άκουγε και ποίος θα με παρηγορούσε;...
-Κανένας...
Θα με άκουγε ο Γιάννης και το ζω του....

Σε λίγο βγήκε μια γερόντισσα, γιαγιά και ερχότανε προς το μέρος μου σιγούλια, σιγούλια, με ένα σακούλι γεμάτο.
-Στάσου, στάκα, παιδάκι μου, μου είπε.
Πλησίασε κοντά, κοντά και με ρώτησε ποιανού είμαι. Της είπα...
Μου δίνει το σακούλι, που είχε μέσα κριθάρι και μου είπε:
-Να, πάρτο, είναι πέντε οκάδες, το έχω ζυγισμένο και δώσε μου όσες πατάτες πρέπει....
Το πήρα, δεν το ζύγισα, την εμπιστεύτηκα, το άδειασα στο άδειο σακί μου και τις έβαλα στο σακούλι πέντε οκάδες πατάτες.
- Ορίστε γιαγιά, καλοφάγοτες...
Το πήρε.
-Περίμενε μου λέει.
Περίμενα....
Πήγε μέσα στο σπίτι σιγά, σιγά και γύρισε πάλι σιγούλια, σιγούλια, με ένα ξακρίδι ψωμί και τυρί στο χέρι.
-Να πάρτο.... πάρτο.... πάρτο παιδάκι μου...
Παιδάκι είσαι, μέχρι να πας στο άλλο χωριό θα πεινάσεις, θα το φας.
Το πήρα και τώρα ακόμα το θυμάμαι!....
Άγια η ψυχούλα της:...
-Πήγαινε  μου είπε:
Μη περιμένεις εδώ, όσοι είχανε να πάρουνε, πήρανε...
Πέρασε νωρίτερα  ένα παιδί, ο Μήτσος του Αλούπη,  ήτανε με δύο μουλάρια φορτωμένα, δεν ξέρω κατά που έκανε, προς στου Σαρακίνη και Μπουγιάτη, η για του Παλούμπα τράβηξε;....
Μη πας πίσω από τον άλλονε...
Εσύ κάνε προς του Παλούμπα και εκεί ρωτάς και θα ειδής κατά προς τα που θα κάνεις...
Θα πας στου Ράφτη Αραμουζά ή θα σιάξεις  για του Παπαδά, και θα πας στα Λουτρά.
Πήγαινε  παιδάκι μου, πήγαινε....
Καλό δρόμο, καλό ξόδευτες..... και καλό διάφορο...
Η Παναγιά και όλοι οι Άγιοι μαζί σου... Παιδάκι μου!....
-Σε ευχαριστώ γιαγιά... Να είσαι καλά γιαγιά....

Επήρα τον δρόμο για του Παλούμπα.
Στην άκρη, βγαίνοντας έξω από το χωριό συνάντησα στο αριστερό μου χέρι την εκκλησιά του Αγιάννη του Πρόδρομου, του Νηστευτής, έκανα βιαστικά το σταυρό μου και τον παρακάλεσε να με βοηθήσει και Αυτός, να πουλήσω τις πατάτες...  Στο δρόμο έφαγα το ξακρίδι το ψωμάκι με το τυρί....
Στυλώθηκα!...

Έφτασα στου  Παλούμπα.
Από το πρώτο σπίτι κιόλας, στην εμπατή του χωριού, ξεκρέμασα την παλάντζα μου από το κολιτσάκι του σαμαριού του ζού μου και την έβαλα στον ώμο μου και άρχισα να φωνάζω.
-Πατάαααάτες....πατάααατεεες....  Πατακούουουλες.....
Να διαλαλώ με όση δυνατή φωνή είχα την πραμάτεια μου....
Προχώρησα μέχρι την πλατεία του Χωριού, απέναντι από τον γκρεμισμένο Πύργο του Στρατηγού της Εθνικής Επανάστασης του 1821 Δημητράκη Πλαμπούτα, εκεί ήταν ένα μαγαζάκι.
Εκεί άκουσαν, περισσότερο τον ήχο από το χοντρό κουδούνι του μουλαριού μου παρά την παιδική φωνή μου.
Ήταν γνώριμη η φωνή του κουδουνιού του μουλαριού μου, καλύτερα από  την δική μου φωνή και βγήκε ένας άντρας έξω στην πόρτα και με ρώτησε...
- Το μουλάρι  το γνωρίζω είναι του Σταύρου του Βέργου, από του Σέρβου, εσύ ποιος είσαι;...
-Του Σταύρου παιδί είμαι...

-Έχω πάρει  πατάτες από τον άλλονε, που πέρασε προ λίγου, με δύο μουλάρια φορτωμένα, το ένα το ξεπούλησε, το άλλο θα πήγαινε στου Ράφτη....
Μη πας και εσύ από πίσω...
Εσύ ροβόλα προς του Παπαδά και ότι ξοδέψεις, μη κάθεσαι και πολύ και τράβα προς τα Λουτρά... Εκεί θα τις δώσεις και αν σου μείνουν λίγες όταν περάσεις, στον γυρισμό, να τις αφήσεις εδώ  στο μαγαζί, να πάρεις το γέννημα και χαιρετίσματα στον φίλο μου, τον πατέρα σου, όταν θα έρθει από το ταξίδι...
Μου είπε το όνομα του, μα δεν το θυμάμαι τώρα.
[Οι περισσότεροι άντρες τότε από το χωριό μου Σέρβου ήσαν χτίστες- πετράδες και πήγαιναν στα ξένα για δουλειά]

Έφυγα.....
Κόμπος μου δέθηκε στο λαιμό, το στόμα μου από την στενοχώρια στέγνωσε, σάλιο και νερό για να καταπιώ δεν είχα...
Ούτε δοχεία για νερό δεν υπήρχαν τότε, όπως τα πλαστικά μπουκάλια που τώρα μολύνουν το περιβάλλον.
Ο ιδρώτας καρέλαγε από το κούτελο μου και έτσουζε τα μάτια μου.

Επήρα, ροβόλησα τον δρόμο προς του Παπαδά, είχε λίγα σπίτια και δεν συνάντησα άνθρωπο, θα ήσαν στα χωράφια, στις δουλειές τους.
Μετά δεν ήξερα ποιο δρόμο να πάρω για τα Λουτρά;
Έβαλα το καπίστρι της γκιοσούλας μου στο κολιτσάκι του σαμαριού της και την έβαλα μπροστά και εγώ από πίσω.
Ντεεέ, ντε της είπα και όπου με πήγαινε....
Το ζω ξεκίνησε και πήρε το δρομάκι το φαρδύτερο....
Το μουλαράκι ήξερε, είχε πολλές φορές περπατήσει αυτόν τον δρόμο και καταλάβαινε....
Εγώ δεν είχα βγει έξω από τα σύνορα του χωριού...
Είχε πάρει το ζω το σωστό  τον δρόμο!...

Στην άκρη του δρόμου από εδώ και από εκεί είδα  για πρώτη φορά τις φραγκοσυκιές, είχα ακούσει πως κάνουν καλά και νόστιμα  φραγκόσυκα.
Δεν τα είχα όμως δοκιμάσει ποτέ.
Μόλις τα είδα τα λιμπίστηκα, είπα να ορμίσω, να αρπάξω, να κλέψω, δύο τρία να τα φάω.
Αλλά λογικεύτικα και είπα:
Τώρα πάω για δουλειά, δεν πρέπει να χασομεράω...
Μη σε πιάσουν Γιάννη κιόλας....
Στο γυρισμό.... Κανε  υπομονή Γιάννη....
Θα δοκιμάσεις από αυτό το προφαντό, που είναι τόσο όμορφο!.....

Προχώρησα. 

Ροβόληκαμε, κατεβήκαμε την κατηφόρα και πιάσαμε το ίσιωμα, σε λίγο μπήκαμε στο χωριό στα Λουτρά.
Στο πρώτο σπίτι με σταμάτησε μια γυναίκα και με ρώτησε.
-Είναι καλές οι πατάτες σου;
- Πολύ καλές, καλές και νόστιμες,  στεγνές και δεν έχουν και χώμα.....
Πλησιάζει στο ζω μου, ανοίγει το σακί, κοιτάζει και μου λέει:
-Καλές είναι... Βάλε μου δέκα οκάδες....
[Η οκά ήταν τότε η επίσημη μονάδα μετρήσεως βάρους, είχε τετρακόσια δράμια, ένα δράμι αντιστοιχεί με 3,20 γραμμάρια και χοντρικά για την πράξη την υπολόγιζαν με 1200 γραμμάρια]

-Με τι, τις κάνεις τράμπα;...
-Μία - μία με σιτάρι κριθάρι, μία και κάτι με αραποσίτι και βρώμη ...
Μου έφερε το σμιγάδι, το ζύγισε και επήρε αντίστοιχες πατάτες...
-Είπα: Δοξασμένος ο Θεός!...
Αμέσως μετά ακούω την φωνή της δυνατά να φωνάζει...
-Αγγέλλω, Αγγέλλω....¨
Και ακούω ....  Απλογήθηκε από απέναντι μακρυά....
-Ωουουού, Ωουουουού....
-Έλα μωρή να πάρεις....
-Είναι καλές;....
-Ναι...
-Τότε πάρε μου δέκα οκάδες...
Μου έφερε το γέννημα και της έδωσα τις πατάτες...

Ευχαριστήθηκα!. 

Είχα πουλήσει μισό σακί πατάτες και πήρα μισό σακί γέννημα....
Άρχισα  πάλι να φωνάζω, να διαλαλώ δυνατά την πραμάτεια...
-Πατάτες, πατάτες, πατακούουουλες.
Η γκιοσούλα μου περπάταγε σιγά, σιγά σαν να ήξερε...
Όπως έπρεπε για την περίπτωση.  

Φτάσαμε στο κέντρο του Χωριού εκεί στο δεξί μου χέρι ήταν μία βρύση χαμηλή έσκυψα να πιω νερό, μου μύρισε σαν θειάφι και αέριο...
Ήταν η ιαματική πηγή!...

Το μουλαράκι προχώρησε λίγο και σταμάτησε στην άλλη κορύτα έσκυψε και ήπιε νερό, έσκυψα και εγώ και ήπια....
"Όπου πίνει νερό το άλογο, το μουλάρι και περισσότερο το γαϊδουράκι σκύψε και εσύ να πιεις. Είναι καθαρό"
Είναι τα λόγια, η συμβουλή του παππούλη μου του γέρο Νύσιου.
Τώρα θυμήθηκα τις ιστορίες, αυτά, που έλεγε ο παππούλης ο Νύσιος,ότι στο στρατό στην μάχη στο Σαραντάπορο στο Βελεστίνο για δοκιμή μήπως   ο εχθρός, έχει μολύνει το νερό και είναι δηλητητριασμένο, έβαζαν πρώτα στην βρύση, στο πηγάδι, το διψασμένο άλογο, ή το γαϊδουράκι, να πει νερό και άμα έπινε, έπιναν και οι στρατιώτες....
Ξεδίψασα και άρχισα πάλι να φωνάζω....
Από μακρυά είδα να έρχεται  προς το μέρος μου ένας μεσόκοπος με γοργό το βήμα, κρατούσε στο χέρι του μαγκούρα.
Σαν κάτι να μου έλεγε μέσα μου, πως θα ερχότανε για να πάρει πατάτες.

Ήρθε και με ρώτησε.
-Είναι καλές οι πατάτες;
-Καλές, καλές είναι, κοίτα τες...
Πλησιάζει, ανοίγει το σακί τις βλέπει και μου λέει...
-Πάμε, ακολούθησε με...
Τον ακολούθησα, με πήγε στο σπίτι του.
Ξεφόρτωσε τις πατάτες, τις ζύγιασε με το σατέρι του και μου είπε.
-Είναι σαράντα εφτά οκάδες. Θα σου δώσω τριάντα οκάδες σιτάρι και δέκα εφτά αραποσίτι, γράμματα ξέρεις, κάνουνε σαράντα εφτά, συμφωνείς;
-Ναι μπάρμπα ότι, όπως κανονίσεις κάνε...
Ζυγίζει το σιτάρι σωστά και πρόσβαρα, το έβαλε στο άδειο σακί, ζυγίζει και το αραποσίτι το ρίχνει στο άλλο άδειο σακί.
Μετά  πιάνει και  ρίχνει στο σακί μου λίγο παραπάνω αραποσίτι.... 


Ξεπούλησα....
Θα πάω γεννηματάκι στο σπίτι!...
Ευχαριστήθηκα!...
Μου πέρασε η κάψα, η κούραση, η στενοχώρια...
-Δόξασμένος ο Θεός!...
-Σε ευχαριστώ Αγιάννη μου, πρόδρομε!!!...

Ο μεσόκοπος άνθρωπος,  μου τακτοποίησε το γέννημα, το μισομοίρασε  στα σακιά και μου το φόρτωσε καλά στην γκιοσούλα μου.
-Πήγαινε τώρα....
Να μη σταθείς και κάτσεις πουθενά στο δρόμο, στην βρυσούλα που θα συναντήσεις στο δρόμο σου, να ποτίσεις το μουλάρι, να πεις και εσύ και κοίτα μη καθίσεις και σε πάρει ο ύπνος και νυχτώσεις εδώ κάτω...
-Τα ακούς;....
Έχεις πολύ δρόμο μπροστά σου και είναι, έχεις, λίγη μέρα...
Τα ακούς;...

-Τα ακώ, τα ακώ, του απάντησα .... 
-Άμα ξανάρθεις να περάσεις από το κονάκι μου...
Πήγαινε τώρα πήγαινε...
Έχεις δρόμο πολύ μπροστά σου, μη νυχτώσεις.
Στην ανηφόρα, αν κουράζεσαι, να πιάνεσαι από την ουρά του μουλαριού....
Το μουλαράκι είναι μαλακό και σε αγαπάει...
-Ναι μπάρμπα...
Ήταν απογευματάκι.
Τον ευχαρίστησα και έφυγα.
Από εκεί, μέχρι το χωριό, είναι τρεισήμισι, με τέσσερις ώρες ποδαρόδρομος...

Επήρα το πισάγναρο  χαρούμενος!... 
Έβαλα μπροστά το ζω μου που δεν λαθεύει και εγώ από πίσω.
Περπατήσαμε, περπατήσαμε και στον ανηφοράκο στην χαράδρα συναντήσαμε την βρυσούλα.
Έντωσα το καπίστρι και η γκιοσούλα μου, έσκυψε όπως ήταν φορτωμένη στην μικρή κορύτα το κεφάλι της και ήπιε, γονάτισα και εγώ και έσκυψα στην κορύτα και πίναμε νερό μαζί....

Χόρτασα, δροσίστηκα,το ευχαριστήθηκα!....
Μια στάλα νερό στην ανάγκη, στην δίψα πόσο είναι χρήσιμο για την ζωή;....

Μόλις το ζω μου ήπιε και χόρτασε, ξεκρέμασα το σακούλι με το κριθάρι και του το έβαλα να φάει όσο ήθελε, το εδικαιούτο εξ άλλου..
Δούλεψε φιλότιμα πολύ σήμερα!....
Την αγαπούσα τόσο πολύ όπως με αγάπαγε και με πρόσεχε και αυτή...

Να τώρα και τα φραγκόσυκα δίπλα στο όχτο στην φράχτη να με περιμένουν....
Ένοιωσα σαν να με φωνάζουν.
-Έλα, έλα, να μου λένε...
Τα φραγκόσυκα είναι πολύ όμορφα και ελκυστικά!!!....
Εδίστασα,δεν ήμουνα μαθημένος όσο και να πεινάω να απλώνω  τα χέρια μου σε ξένο πράμα...
Έκανα ένα βήμα μπροστά και δύο πίσω.. 

Θες η ομορφιά τους, θες η πείνα μου, θες η περιέργειά μου, να δοκιμάσω αυτό το προφαντό, με έλκυσαν, σαν το μαγνήτη τα ρινίσματα.
Όρμισα στον όχτο...
Άρπαξα στα γρήγορα τρία, τέσσερα...
Τα έριξα στο γκόλφο μου, μέσα στο πουκάμισό μου, μπροστά στην κοιλιά μου, τα έκρυψα να μη με πιάσουν...

Κατέβηκα στα γρήγορα.
Έβγαλα το σακούλι με το κριθάρι από το κεφάλι του μουλαριού μου, το έβαλα να ξαναπεί νερό.
Ήπιε λίγο, κρέμασα το σακούλι και το καπίστρι στο κολιτσάκι και το έβαλα μπροστά. 

-Ντε ,ντε  και έτριξα την βιτσούλα μου στο αέρα για να καταλάβει το ζω, να φύγουμε γρήγορα να μη μας πιάσουν...
Ανεβήκαμε χωρίς να το καταλάβω για πότε την ανηφόρα, περάσαμε του Παπαδά προς του Παλούμπα...
Τότε κατάλαβα πως η κοιλιά μου και τα χέρια είχανε γεμίσει πολλά αγκάθια μικρά μικρά...
Πόναγα... Πονούσα πολύ....
Τα  πέταξα τα φραγκόσυκα...
Η κοιλία μου και τα χέρια με πονάγανε πολύ, αφόρητα...
Τα τίναξα, τα έτριβα με χώμα, έβαζα και  στην κοιλιά μου χώμα, μα τίποτα, γιατριά δεν είχανε, ο πόνος δεν πέρναγε.....
Ο πόνος αφόρητος... 
Αλλά εγώ μουγκός......
Σε ποιόν να το πω, πως ήμουνα κλέφτης;;;;....  

Εκεί στην διασταύρωση,  στην άκρη του χωριού,  στα ακριανά τα σπίτια του Παλούμπα, που πηγαίνει ο ένας δρόμος δεξιά προς του Ράφτη και  ο άλλος,συνεχίζει ίσια την ανηφόρα για  του Ψάρι, ερχότανε από πάνω μια γερόντισσα με την ζαλιά, πουρνάρια φορτωμένη... 
Φαίνεται πως από μακριά με είδε που έτριβα τα χέρια μου και την κοιλιά με  το χώμα...  
Αυτή ήξερε, κατάλαβε το πάθημά μου.
Στην διασταύρωση έφτασε πρώτη.
Εκεί στον όχτο στην μπέρτζελη, σταμάτησε και ακούμπησε  με την ζαλιά της...
Να ξαποστάσει;...
Ποιος ξέρει;...
Μόλις πλησίασα και εγώ ακούω μια απελπισμένη φωνή να μου λέει...
-Παιδάκι μου...  Κουνταρεμένο τι έπαθες;.....
Πω-πω.... Πως δεν στραβώθηκες;...
Φύλαξε  ο Θεός!...
Τι  τα ήθελες τα ρημάδια;....

Αμέσως λύνει την ζαλιά και αφήνει....
Έλα κοντά κουνταρεμένο κακοντέλικο, έλα να πάμε να βάλουμε λάδι...
Ψήθηκες έρμο, κουνταρεμένο ψήθηκες....
Και με γρήγορη αγρασκελιά φώναζε.
-Πανάγαινα.... Πανάγαινα....
Που είσαι μωρήηηη;....
Σε λίγο βγαίνει η Πανάγαινα την αυλή και απολογείται
-Ωού...Ωού....
Τι έπαθες;....
-Φέρε γρήγορα το λαδικό με το λάδι....
Ψήθηκε,  ψήθηκε, χάθηκε το παλιόπαιδο, το κακορίζικο, το κουνταρεμένο...

Έφερε το λαδικό....
Μαζεύτηκαν και άλλες γειτόνισσες και παιδιά.
Τα παιδιά γέλαγαν, με κορόιδευαν με το πάθημά μου και  εγώ πέθαινα...
Οι γειτόνισσες, οι γυναίκες, μου έβαλαν λάδι στα χέρια και στην κοιλιά...
Λες και θα με ξανά βάφτιζαν....
Με έγδυσαν, μου έβγαλαν το πουκάμισο, του έριξαν λίγο λάδι και  μία γυναίκα το έπλυνε με νερό και σαπούνι για να φύγουν τα αγκάθια.
Το έστυψε και μου το έδωσε όπως ήταν βρεγμένο.
-Βάλε το στο κεφάλι  καλό θα σου κάνει, θα σου κρατάει και την κάψα....
Μέχρι ποιο πάνω θα στεγνώσει...
Ήταν απομεσήμερο...
Μου έδωσαν και μια  πατσαβούρα με βρεγμένο με λάδι.
-Με αυτό να περνάς την κοιλιά σου και τα χέρια σου...
Σαν καλή Σαμαρείτησα με περιέλθαψε και σώθηκα.... 
Πήγαινε τώρα πήγαινε μη νυχτώσεις....
Ευχαριστώ τους είπα και πλησίασα το ζω μου να φύγουμε.  

Η γκιοσούλα μου, το ζω μου, με θλιμμένο βλέμα με πλησίασε και έτριψε το κεφαλάκι της επάνω μου, σαν να ήθελε να με παρηγορήσει.... 

Σε ποιο να έλεγα τον πόνο μου και το παράπονο μου;...
Ήμουνα άγνωστος, σε τόπο μακρινό, μακριά από το χωριό μου....
Ήταν πάντοτε η μοναδικός πιστός συμπαραστάτης στην περίσταση μου, στον πόνο μου.... Και στην κούρασή μου, στις ανάγκες μου.... Την καβαλούσα όταν ήμουνα ξελιγομένος, πολύ κουρασμένος, πισοκάπουλα, ας ήταν φορτωμένη!!!...

Και το πάθημα μου, μου έγινε μάθημα!...
Σε όλη την μετέπειτα ζωή μου...
"Ουδέν κακό αμιγές καλού"

Στο χωριό μου δεν υπάρχουν αυτά τα πολύ όμορφα, ωραία,  ελκυστικά προφαντά, για να ξέρω...
Και τότε τα λιμπίστηκα παράφορα!!.
Όμως, η Φύση ξέρει, προνοεί....
Προστατεύει τα όμορφα, τα ωραία, τα ελκυστικά, από  κάθε επιβουλή.....
Και περισσότερο  από την άγρια επιβουλή των κακών ανθρώπων...


Και για όσους δεν ξέρουν, αν την πάθουν, το φάρμακο είναι το λάδι της ελιάς!!!
Με αυτό αλείφουμε τα χέρια μας!!!
Και τώρα... Προσοχή!!...
" Όλα τα όμορφα, τα ελκυστικά και τα ωραία, με ευγένεια, με αγάπη με καλοσύνη, με το μαλακό,  αγάλια- αγάλια, σιγούλια- σιγούλια, τα πλησιάζουμε, για να μη την πάθουμε...."
Όπως....
Τα ακούτε;;;....

Γιάννης Στ Βέργος { Γορτύνιος }
10.10.2015
ΥΓ:
Σκοπός αυτού του διηγήματος δεν είναι κατά κύριο λόγο,  η λογοτεχνική έκφρασης, αλλά περισσότερο είναι, η προσπάθεια έκφρασης, της τόπο λαλιάς, των συνθηκών ζωής και των ψυχικών συναισθημάτων των ανθρώπων της εποχής εκείνης...

Λεξιλόγιο:
-λιγοστό= πολύ λίγο
-αυγατίσω = αυξήσω
-καπιτάλι= καπιτάλι,κεφάλαια, λεφτά
-στομώνω= βάζω κάτι στο άνοιγμα στο στόμιο να γεμίσει, να κλείσει, χορταίνω.
-θράκα= τα κάρβουνα της φωτιάς στο τζάκι του χωριού, όσα τα  αναμμένα κάρβουνα.
-σκούζουνε= σκούζω=Φωνάζω γοερά δυνατά με κλάμα θλίψη, φόβο, πίκρα,λύπη.
-κατώμερα= κάτω μέρος=επιφάνεια Γης με μικρό υψόμετρο από την επιφάνεια της θαλάσσης, κάτω των 500 μέτρων
-μπονώρας=προ ώρας το πρωί, πρωί...πρωί, πριν ξημερώσει.
-παλάντζα= ζυγαριά,που ζυγίζει λίγο βάρος έως 10 οκάδες,ή,15 κιλά
-σιγούλια= πολύ σιγά-σιγά- αργά,αργά
-στάκα= στάσου
-καλό ξόδευτες= με το καλό να τις πουλήσεις, με καλό κέρδος.
-στυλώθηκα= αναζωογονήθηκε,ενθαρρύνθηκε, επήρα δύναμη.
-κολιτσάκι= πιαστράκι μεταλλικό ,ή,ξύλινο,που είναι κολλημένο καρφωμένο στο μπροστινό και στο πισινό μέρος στο  σαμάρι του μουλαριού  για να στηρίζεται με την τριχιά το φορτίο.
-γέννημα=ότι γεννιέται, ότι γίνεται από την Γη,  συνήθως τα δημητριακά σιτάρι κριθάρι,αραποσίτι.
-ξακρίδι=μεγάλο κομμάτι ψωμί,από την άκρη του καρβελιού.
-καρέλαγε= κατρακύλαγε, κύλαγε πολύ.

-χασομερώ=χάνω την μέρα, χαζεύω,κάνω κάτι χωρίς αποτέλεσμα.
- πραμάτεια= πράγμα,προϊόν, εμπόρευμα προς πώληση.
-απλογήθηκε=  ακούει και απαντάει από μακρυά σε φωνή κάλεσμα άλλου.
- σατέρι= το όργανο μετρήσεως ζυγίσεως μεγάλου βάρους...
-μπέρτζελη= πέτρωμα σαθρό
-κουνταρεμένο=κούντουρος + ρεμένος= λίγος μικρός+λιωμένος,κουρασμένος, ταλαιπωρημένος.
-κακοντέλικο= κακό τέλος, κακότυχος, δυστυχισμένος, πεινασμένος, αδύνατος  τόσο πολύ που είναι έτοιμος να τελειώσει,να πεθάνει.
-αγρασκελιά= ανδρικό βήμα, μεγάλο βήμα, μεγάλη περπατησιά. 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου