Τετάρτη, 11 Απριλίου 2018

Τραπεζιτικές θύμισες12345

Παλαιότερος συνάδελφος ο Κώστας, καλώς υπάλληλος, έξυπνος με αναπτυγμένες, κοινωνικές τις δημόσιες σχέσεις.
Ανέβηκε σύντομα την ιεραρχία της τράπεζας και έγινε διευθυντής μεγάλων καταστημάτων.
Μικρός υπάλληλος ο Γιάννης, ξεκίνησε στην τράπεζα από νυχτοφύλακας στο δεύτερο υπόγειο της τράπεζας.
Τι φύλαγε;
Φύλαγε την νύχτα τα αρχεία, τα παραστατικά των εγγράφων των τραπεζικών συναλλαγών, μη πάθουν καμιά απρόβλεπτη ζημιά, φωτιά, βραχυκύκλωμα ρεύματος, πλημμύρα, απρόβλεπτη καταστροφή .Φύλαγε τα καλά τριπλοαμπαρωμένα θησαυροφυλάκια της τράπεζας, εκεί όπου φυλάσσονταν όλα τα αξιόγραφα της τράπεζας, τα αποθεματικά, τα ταμιακά διαθέσιμα, τα χρυσά, τα κειμήλια και ότι είχε ιδιαίτερη αξία. Τις θυρίδες ιδιωτών που φυλάσσονται χρυσαφικά, ασημικά και ότι για κάθε ιδιώτη αποτελεί και έχει χρηματική, ή συναισθηματική αξία.
Εκεί στο δεύτερο υπόγειο που ο αέρας και το φως ήταν λίγος- λιγοστός, λειψός και περίσσιο το σκοτάδι, το ημίφως, και πληθώρα από κατσαρίδες, παρόλα τα μέτρα απολύμανσης που ελάμβανε η τράπεζα. Εκεί φύλαγε την νύχτα ξάγρυπνος ο Γιάννης και ανά μισή ώρα περνούσε από τα σημεία με το ωρολόγιο στο χέρι, εκεί στα σημεία που ήταν αριθμημένα τα κλειδιά και με το κλειδί κλείδωνε το ωρολόγιο και αυτό κατέγραφε την ώρα που πέρασα και έκανα έλεγχο, από το  κάθε σημείο και ότι ο χώρος ήταν σε απόλυτη ασφάλεια και τάξη.
Εκεί στο δεύτερο υπόγειο μου άρεσε, ήταν πολύ καλά για εμένα. Το χειμώνα είχε ικανοποιητική ζέστη και το καλοκαίρι ωραία δροσιά.

Την εποχή εκείνη δεν υπήρχανε τα κλιματιστικά, αραιά και που ήταν κανένας ανεμιστήρας και εκείνος σε γραφεία των μεγάλων διευθυντών.
Εκεί στα σκαλοπάτια της μαρμάρινης σκάλας καθόμουνα και διάβαζα, στον ενδιάμεσο κενό χρόνο τα μαθήματα της σχολής, της Ανωτάτης Εμπορικής. Το διάβασμα το έκανα κρυφά με επιφυλάξεις, φοβόμουνα, ήταν εν ώρα υπηρεσίας. Αλλά αν και ήταν απαγορευτικό για εμένα, ήταν θεραπευτικό και πολύ- πολύ ωφέλιμο.
Νέο παιδί ήμουνα τότε… Θεραπευτικό, διότι δεν τρελάθηκα κλεισμένος  μόνος την νύχτα στα ημίφωτα, στο σκοτάδι, στο  δεύτερο υπόγειο. Εκεί που φρατσαλάγανε τα ποντίκια, πεταγόταν οι κατσαρίδες και τριζοβόλαγαν τα ντέξιον από την αλλαγή θερμοκρασίας και δεν ήξερα τι έκανε έτσι με αυτούς τους παράξενους θορύβους, μέχρι να το αντιληφθώ και να τους συνηθίσω. Σε αυτό τον χώρο, έμενα μόνος και όρθιος όλη νύχτα, ήταν όμως ωφέλιμος  διότι με αυτό το διάβασμα πέρναγε χωρίς να το καταλάβω η ώρα και πέρναγα στις εξετάσεις σε όλα τα μαθήματα της ΑΣΟΕΕ.
Αλλά λένε και έτσι είναι ό,τι: «Ουδέν κρυπτόν υπό τον Ήλιο» Δεν μπορούσα να φανταστώ ότι και στο δεύτερο υπόγειο με τόσο ελάχιστο ημίφως, τίποτα δεν μένει κρυφό. Και μέσα στο βαθύ σκοτάδι, στα μεσάνυχτα που κρύβονται και τα άστρα, τίποτα δεν κρύβεται… Κάποιος σε βλέπει… Ο αρχικλητήρας συνάδελφος Κώστας Καρπούζος παλιός αστυνομικός, χωροφύλακας, ήρθε την νύχτα να κάνει επιθεώρηση. Έστειλε τον συνάδελφο κ Γράψια ο οποίος δούλευε πρώτα εργάτης, όταν χτιζόταν το ξενοδοχείο Χίλτον και έπαθε  μικρό ατύχημα, όταν τέλειωσε η δουλειά στο Χίλτον, ο πρόεδρος της τράπεζας καθηγητής Στρατής Ανδριάδης τον έφερε στην τράπεζα νυχτοφύλακα, να μαζέψει τα ωρολόγια για να ελέγξει τα σημεία, αν είναι εν τάξει.
Ήρθε κατέβηκε στο δεύτερο υπόγειο με το ασανσέρ αθορύβως. Τον αντιλήφθηκα, πετάχτηκα αμέσως επάνω και προσπάθησα να μεριάσω στην πάντα το βιβλίο με τα γραφόμενα μου, για να μη με αντιληφθεί… Με αντελήφθη Με πλησίασε…
-Τι  έχεις εκεί Γιάννη;… Μπερδεύτηκε η γλώσσα μου.
–Κύριε Γράψα δεν θα το ξανά κάνω, μη με μαρτυρήσεις.
-Τι είναι αυτό που κάνεις, που δεν θα το ξανά κάνεις και δεν πρέπει να το μαρτυρήσω;…
-Να κάθομαι λίγο στο σκαλοπάτι.
–Και τι κάνεις;… Κάνεις καμιά παλιοδουλειά;…
-Κάθομαι και διαβάζω, ενώ το ξέρω, ότι δεν πρέπει εν ώρα υπηρεσίας, και πρέπει τα μάτια μου να τα έχω, όχι μόνο τέσσερα ,αλλά δέκα τέσσερα… Εκεί γέλασε…
-Έτσι πρέπει, από εδώ τρώμε ψωμί και ζούμε… Για σήκω τα βιβλία και τα χαρτιά… για να δω τι άλλο έχεις από κάτω…
-Τα σήκωσα… -Να κοιτάξετε…
Τα κοίταξε, τα έπιασε στα χέρια του, τα τίναξε, τα ξεφύλλιζε, να διαπιστώσει στα ενδιάμεσα στα φύλλα, εάν ήταν κάτι, εκτός από τα γράμματα τα δικά μου.
Ο συνάδελφος κ Γράψας γράμματα δεν ήξερε, ήξερε ίσα-ίσα να συλλαβίζει και εκείνα με το ζόρι. Στο στρατό έμαθε, ότι έμαθε, να γράφει το όνομά του και σιγά - σιγά να γράφει και  από την αριθμητική την πρόσθεση και την αφαίρεση.
-Δεν πιστεύω να είναι τούτη εδώ η παλιό φυλλάδα τίποτα από τα παλιό βιβλία;… Και μας πάρει και μας σηκώσει…
-Πάμε να τα δει και ο κ Καρπούζος που ξέρει περισσότερα…
Με κοίταξε. Τα κράταγε στα χέρια του και μου είπε:
-Δεν είναι τίποτα από τα πονηρά;
- Βιβλίο της ΑΣΟΕΕ είναι.
– Τότε έλα πάμε, μην αργούμε…
-Για πού;
- Έχει έλθει ο κ Καρπούζος και θέλει να κάνει επιθεώρηση στους φύλακες.
Ανεβήκαμε στο κεντρικό σαλόνι της εισόδου από την οδός Πεσμαζόγλου.
–Καλός τον Γιάννη μου λέει…
-Καλησπέρα, τα σέβη μου κύριε προϊστάμενε...
Κοιτάζει τον κ Γράψα και του λέει:
-Τι είναι αυτά.
-Είναι βιβλία και χαρτιά του Γιάννη.
–Και τι βιβλία είναι αυτά τόσο χοντρά και τόσο μεγάλα. Δεν πιστεύω να είναι τίποτα βιβλία του Μάρξ, του Λένι, του Μάο εδώ μέσα και μας πάρει και μας σηκώσει όλους ο διάβολος  συθέμελα… Ρίχνει μια βλαστήμια…
-Τι στο διάβολο είναι αυτά;… Λες να μπλέξουμε;… Φέρτε τα εδώ, να τα πάρει ο διάβολος, να δω τι είναι;
Του τα δίνει. Κοιτάζει και συλλαβίζει ΑΣΟΕΕ…
-Τι είναι τούτα εδώ και τι λένε, μου λέει, σοβαρά και με αυστηρό ύφος.
–Αυτά κύριε προϊστάμενε είναι  και λένε Ανωτάτη Σχολή Οικονομικών και Εμπορικών Επιστημών… Είναι η Ανωτάτη Εμπορική, είναι στην Πατησίων, απέναντι από τον ΟΤΕ
-Την ξέρω, την ξέρω και ξέρω τι γίνεται εκεί μέσα… Όμως λες πολλά και δεν σε ωφελούνε… Τι έκανα εγώ τόσα χρόνια;…
Από τα πανεπιστήμια βγαίνουν καλοί άνθρωποι, αλλά βγαίνουν κάτι μπουμπούκια…,επαναστάτες Θεός να σε φιλάει,  κόκκινοι, κουμουνιστοσιμορίτες, που περισσότερο διαβάζουνε  και ξέρουν τον Μαρξ, τον Λένιν, και τον Μάο, παρά από ότι ξέρουν αυτοί, τον εαυτόν τους, που ο διάβολος να τους πάρει.
-Τα ακούς;… Ξέρω εγώ το τι γίνεται εκεί μέσα…
Όπως τα έλεγε κοπήκανε τα γόνατα μου, πάγωσε η καρδιά μου, παιδί της επαρχίας ήμουνα  δεν είχαμε να πάρουμε βιβλία τετράδια για το σχολειό, που για τέτοια;
-Εσύ φαίνεσαι καλό παιδί, δεν φαντάζομαι να χάλασες εκεί μέσα… Διάβασε κακομοίρη μου, διάβασε, να μάθεις καμία αράδα γράμματα καλά και πρόσεχε μη σε φάει η μαστοριά και η λάσπη… Εσύ δεν έχεις αμπέλια, χωράφια, γιδοπρόβατα, στο χωριό σου για να ζήσεις, το μεροκαματάκι σου έχεις και αν έχεις κανένα παλιοχώραφο εκεί δεν σταματάει ούτε ο λαγός τα αρχ... ,να ξύσει, πρόσεχε μη χάσεις και το λίγο ψωμάκι τώρα που έχεις.
-Όσο το που είχε αυτά τα βιβλία και διάβαζε, εξέτασε τα, θα ρωτήσουμε να μάθουμε τι είναι τούτα και αν είναι καλά, καλά έκανε και διάβαζε, να ξεστραβωθεί, δεν κοιμότανε…
-Μέχρι τώρα στην δουλειά του είναι καλός;
-Κώστα διάβαζε το παιδί, τάχα έχει στο δωμάτιο του που νοικιάζει και ηλεκτρικό να διαβάσει;… Και εκεί κάτω στο μισοσκόταδο, θαύμα μου είναι πως έβλεπε.
-Αυτός  από εκεί που είναι έχει το μάτι του αετού, την όραση της κουκουβάγιας Αυτός-αυτός,… βλέπει και με κλειστά τα μάτια, αυτός έμαθε ότι έμαθε με την τσιμπλού την λάμπα...
-Για μένα, αν τα βιβλία είναι καλά, καλά έκανε…
-Για δώσε μου  το εργαλείο τώρα να δούμε έκανε καλά την δουλειά του, πέρασε κανονικά από όλα τα σημεία;
Του δίνει το ρολόι, το ξεκλειδώνει, κοιτάζει την ταινία και διαπιστώνει πως από όλα τα σημεία είχα περάσει κανονικά.
–Εσύ ρε, δεν σου έχει ξεφύγει ούτε δευτερόλεπτο, που έχεις το νου σου, σε εκείνα που διαβάζεις, ή, στο ρολόγι;
-Κύριε προϊστάμενε… και στα δύο…
-Μη μιλάς είπαμε…
Σιώπησα φανερά εκνευρισμένος. Είπα μέσα μου έδεκεί να τα παρατήσω και να φύγω…
 Ο κύριος Γράψας, γέρος τότε, Θεός συγχώρεσε τον, με έπιασε και μου έσφιξε το μπράτσο δύο φορές, για να καταλάβω, να σωπάσω, να μη κάνω καμία κουταμάρα…
-Τα βιβλία κατάσχονται…
-Όχι δεν κατάσχονται, τα έχω πληρωμένα και δεν έφαγα, έμεινα νηστικός για να τα αγοράσω… Με δόσεις τα πήρα, από το βιβλιοπωλείο του Παπαζήση.
–Κατάσχονται για να τα εξετάσουμε, να τα εξετάσουν αύριο αυτοί που ξέρουν και θα σου τα δώσουμε αν είναι καλά…
-Καλά εξετάστε τα.
Αυτή την στιγμή μου ήρθε να ξεκαρδιστώ στα γέλια ,αλλά δάγκωσα τα δάκτυλα μου και συγκρατήθηκα.
-Πήγαινε τώρα στην θέση σου, στην δουλειά σου και αύριο βλέπουμε…
Επήγα πάλι στο δεύτερο υπόγειο και την υπόλοιπη νύχτα έκανα βόλτες, πέρα, δώθε, μέχρι που ξημέρωσε…
Την άλλη μέρα, μόλις ξημέρωσε ο κ Καρπούζος, πρωί-πρωί στο κεντρικό θυρωρείο της τράπεζας στην κεντρική είσοδο επί της οδού Πεσμαντζόγλου που μπαίνουν οι υπάλληλοι και υπογράφουν στο βιβλίο εισόδου.
Ενωρίς ήρθε και ο Δ/ντής του κεντρικού καταστήματος ο κ Αντώνης Πλωμαρίτης. Αμέσως τον πιάνει και του λέει:
-Κύριε διευθυντά, να σας ρωτήσω κάτι;…
-Λέγε μου τι; 

- Αυτά τα βιβλία τι είναι σε παρακαλώ;
Τα κοιτάζει και του λέγει:
-Αυτά είναι της Ανωτάτης Εμπορικής Σχολής… Που τα βρήκες;
-Εκείνο το παιδί που φέρανε τις προάλλες, μας το στείλανε από την Εμπορική τράπεζα να το βάλουμε νυχτοφύλακα, και το βάλαμε κάτω στο δεύτερο υπόγειο, απέξω από το θησαυροφυλάκιο, στα αρχεία και αυτό το παλιόπαιδο, μας κουβάλησε εδώ μέσα αυτά τα βιβλία και τον πιάσαμε να κάθεται στα σκαλοπάτια στο μισοσκόταδο να διαβάζει…
Δεν πιστεύω να είναι τίποτα από αυτές τις παλιοφυλλάδες του Μάρξ, του Λένιν, ή του Μάο και τον πάρει ο διάβολος και τον σηκώσει… Και μας σηκώσει όλους μας;…
-Δεν μου λες Κώστα στην δουλειά του είναι καλός ή μήπως τον βρήκατε να κοιμάται;
-Όχι… όχι… Έχουμε και ψυχή να παραδώσουμε, δεν κοιμόταν, ο Γράψας τον έπιασε να διαβάζει όταν χθες την νύχτα, έκανα αιφνιδιαστικό έλεγχο στους νυχτοφύλακες. Έκανα έλεγχο στο ρολόι του και είχε περάσει από όλα τα σημεία στην ώρα τους, ούτε δευτερόλεπτο ποιο αργά…
-Ώστε στην δουλειά του είναι καλός;
- Από ότι φαίνεται ναι… Όμως εδώ με τούτους τους μπελάδες τι κάνουμε;… Με αυτές  τις παλιό φυλλάδες;… Και δείχνει τα βιβλία.
–Τίποτα… Μακάρι να το κάνανε όλοι έτσι…
-Πως;… πώς;…
-Στο σκοτάδι να διαβάζουν και να κάνουνε καλά την δουλειά τους… Εδώ δεν διαβάζουνε τα παιδιά μας την ημέρα, με ούλα τους τα καλά… Και βγαίνουν… «Χαζά παιδιά άξιων γονέων…»
-Έχουμε πάρει όπως ξέρεις στην τράπεζα παιδιά άξιων αρίστων συναδέλφων κατά εντολή του προέδρου καθηγητή Στρατή Ανδρεάδη και του γενικού του κ Κυριακόπουλου, για να βοηθηθούν οι οικογένειες τους από τα έξοδα, και τα περισσότερα τα καλομαθημένα, δεν μολογάνε τίποτα…
Αργούνε να πάρουνε μπροστά…
Φέρνει ο κ γενικός ο κ Κυριακόπουλος κάτι πεινασμένα από την Γορτυνία, που έχουν τελειώσει τα εκεί γυμνάσια και το γυμνάσιο Λαγκαδίων της πατρίδας του, και της Δημητσάνας, δίνουν εξετάσεις για υπάλληλοι, γράφουνε άριστα και τους προσλαμβάνει στην Εμπορική, στην Ιονική και στις άλλες τράπεζες του ομίλου, κλητηράκια και αυτά είναι αετοί, αρπάζουν, την δουλειά με την μία, κάνουν δουλειά υπαλλήλου και προχωράνε… Προχωράνε… και…
-Νομίζω από την Γορτυνία είναι και δαύτο…
-Μπράβο… μπράβο του…
Θα δώσω εντολή, σήμερα κιόλας, να βάλουνε κάτω σε κατάλληλο μέρος, ένα μικρό γραφειάκι μία καρέκλα και από πάνω στην οροφή να αλλάξουνε την λάμπα να έχει περισσότερο φως να βλέπει να διαβάζει. Και μη του λέτε τίποτα να τα δει ξαφνικά… Αυτός θα προκόψει…
Αυτοί από εκεί, το μάτι τους από την πείνα αστράφτει…
Αύριο το πρωί να του πείτε να μη φύγει, να έρθει στο γραφείο μου, να τον ιδώ…
Την άλλη μέρα το βράδυ επήγα και έπιασα δουλειά, (δεν μου είπανε τίποτα) κατεβαίνω από τις σκάλες στο δεύτερο υπόγειο. Μόλις κατέβαινα αντιλήφθηκα το φως ήταν πιο δυνατό, θα το έχουν ξεχάσει, να το σβήσω είπα. Όταν κατέβω θα το σβήσω… Κατέβηκα και τι να ιδώ… Στην μέση ακριβώς του χώρου, απέναντι ακριβώς από την πόρτα του θησαυροφυλακίου είχαν τοποθετήσει ένα μικρό γραφειάκι και μία καρέκλα. Το γραφείο ήταν αυτό που είχαν τότε οι κοπέλες, οι δακτυλογράφοι.
Επάνω στο γραφείο ήταν κλειστά τα βιβλία μου και δίπλα ένα πολύ χοντρό τετράδιο με την φίρμα της Ιονικής και Λαϊκής Τράπεζας  της Ελλάδος, δίπλα ένα στυλό, που έπαιρνε βιδωτά ανταλλακτικά και μερικά ανταλλακτικά, μία γομολάστιχα, μία ξύστρα, πολλά κοινά μολύβια και χαρτιά. Από μακριά τα κοίταγα όλη νύχτα, δεν τα πλησίασα καθόλου… Και όλη νύχτα ο νους μου έλεγε και ο νους μου λέει: Να τος- να τος ο δούρειος ίππος, με αλλιώτικη μορφή.
Και λέει, ο Γιάννης, στον Γιάννη.
-Σου βάλανε γραφείο και καρέκλα…
Γιατί;…
Σε αγαπάνε;…
Έτσι σε αγαπήσανε απότομα…
Γιατί;.. Γιατί;…
Γιάννη το τυρί (την ωραία καρέκλα)την βλέπεις, την φάκα την βλέπεις;
Φάκα- φάκα- δούρειος ίππος είναι, μη πλησιάζεις…
Σου την έχουνε στημένο.
Μη πλησιάζεις…
Σε δοκιμάζουνε να δούνε τι θα κάνεις;…
Με αυτές τις σκέψεις, την αγωνία και την εναλλαγή συναισθημάτων, όρθιος, όρθιος όλη νύχτα  έκανα πολύ καλά την δουλειά μου.
Το πρωί την κανονική ώρα ανέβηκα επάνω και παρέδωσα το νυχτερινό ρολόι ελέγχου στο κεντρικό θυρωρείο, επί της οδού Πεσματζόγλου στον κ Γράψα.
-Άκουσε παιδί μου Γιάννη, να μη φύγεις.
Έχουμε εντολή να σε δει ο κ Δ/ντής ο κ Πλωμαρίτης όταν θα έλθει αμέσως… Δεν ξέρω τίποτα άλλο τι σε θέλει;… Μη με ρωτά δεν ξέρω. –Τώρα την βάψαμε είπα…
Αλλά τι φοβάσαι Γιάννη;…
Παλιά μου τέχνη κόσκινο…
Τι θα μου κάνει και αυτός;…
Το πολύ-πολύ να με διώξει…
Τα εργαλεία της οικοδομής, ευτυχώς που δεν τα πέταξες, από κάτω από τον ράντζο τα έχει φυλαγμένα…
Καθόμουνα όρθιος, σε στάση προσοχής, απέξω από το κεντρικό θυρωρείο, ερχόταν οι υπάλληλοι και υπογράφανε στα βιβλία παρουσιών των τμημάτων που ανήκει ο καθένας. Κάποια στιγμή μπαίνει από την είσοδο ένας κύριος ψηλός, ψαρομάλλης, καλημερίζει και λέει:
 - Να μου τον  στείλεις σε λίγο μέσα…
-Μάλιστα κύριε δ/ντά λέει ο κ Γράψας.
Μόλις απομακρύνθηκε λίγο μου λέει:
-Αυτός είναι ο δ/ντής ο κύριος Πλωμαρίτης, που μας έδωσε εντολή να πας να σε δεί  και σε θέλει…
Τον κοιτάζω από πίσω, περπάταγε αγέρωχα, ήταν σχετικά ψηλός και ευθυτενής.
Και είπα από μέσα μου:
-Δεν είναι δυνατόν αυτός ο άνθρωπος, ο λεβέντης, να θέλει το κακό μου… Εξάλλου τι έκανα; Και ποίον έβλαψα;… Στην δουλειά μου είμαι καλός… Και αν… Δεν χάνεται και ο κόσμος… Τόσα και τόσα πέρασα, και αυτό κοντά με τα άλλα…
Σε λίγο, όταν τελείωσε η ώρα προσέλευση των υπαλλήλων και έκλεισαν τα βιβλία παρουσιών ο κ Γράψας μου λέει:
- Γιάννη τώρα θα πάμε στον κ δ/ντή, να είσαι κουμπωμένος στο σακάκι σου, να χαιρετήσεις να ειπείς καλημέρα με ελαφρά υπόκλιση, να έτσι, και να καθίσεις σε στάση προσοχής. Θα τον κοιτάς στα μάτια, να εδώ στο σταυρό, και θα απαντάς σε ότι σε ερωτήσει, αφού πρώτα θα κάνεις την ερώτηση,  μου επιτρέπεται κύριε διευθυντά, και θα απαντήσεις όταν σου δώσει την άδεια να μιλήσεις.
-Με έπιασε από το μπράτσο και μου λέει:
-Πάμε τώρα… _
Εμπήκαμε στο γραφείο του, μισό βήμα μπροστά ο κ Γράψας και πίσω εγώ. Καλημερίσαμε ταυτοχρόνως και οι δύο, μας ανταπέδωσε τον χαιρετισμό, την καλημέρα.
-Κύριε δ/ντα σας τον έφερα…
- Καλά αφήστε τον και πηγαίνετε.
–Σηκώνει το βλέμμα του, με κοιτάζει στα μάτια, μου έριξε μια γρήγορη ματιά από την κορυφή έως κάτω και τανάπαλη. Με κοιτάζει διαπεραστικά στα μάτια και μου λέγει:
-Έλα παιδί μου, τι έκανες;… Για λέγε μου…
-Τι να σας πω κύριε δ/ντά, σας τα είπανε, τα μάθατε, έκανα αυτό που δεν έπρεπε να κάνω.
–Σηκώθηκε όρθιος, και με χαμηλή φωνή μου λέει:
-Για λέγε μου τι έκανες που δεν έπρεπε να κάνεις;
-Να… κύριε δ/ντά, εν ώρα υπηρεσίας, την νύχτα, είχα φέρει κρυφά τα βιβλία και καθόμουνα στα σκαλοπάτια και διάβαζα και με πιάσανε, αν και είχα πάρει τις προφυλάξει μου…
-Και τι διάβαζες;…
-Από αυτά τα βιβλία που είδατε.
-Είσαι φοιτητής της Ανωτάτης Εμπορικής;
-Ναι.
–Μπράβο!… Καλά έκανες- καλά έκανες!…
Και έβλεπες με αυτό το φως και διάβαζες;
-Ναι κύριε δ/ντά έβλεπα, βλέπω... Από την λαμπίτσα την τσιμπλού, που  είχαμε στο χωριό και στο γυμνάσιο είναι καλύτερο…
Σηκώθηκε όρθιος και μου λέει:
-Μπράβο- μπράβο!!… Αυτό θα κάνεις…
Ήρθε κοντά μου με έπιασε από τον βραχίονα και μου είπε: _Ακολούθησε με…
Με επήγε στο απέναντι γραφείο και χωρίς δισταγμό εμπήκε μέσα από την μισάνοιχτη πόρτα.
-Καλημέρα κύριε δ/ ντα (ήταν ο αναπληρωτής γενικός δ/ντης  καταστημάτων και εργασιών ο κ Μπουχάτζερ)
- Καλώς τον Αντώνη…
-Τον βλέπετε αυτόν και με έδειξε…
Σήκωσε τα μάτια του και μου έριξε μια ματιά.
-Αυτόν τον φέρανε για νυχτοφύλακα, τον έχουν βάλει στο δεύτερο υπόγειο και τον πιάσανε την νύχτα να διαβάζει…
Ο αναπληρωτής δ/ντης ταράχτηκε και σηκώθηκε απότομα από την διευθυντική πολυθρόνα του…
-Και τι διάβαζε;… Τι διάβαζε εδώ μέσα;…
-Από ότι διαπίστωσα είναι φοιτητής της ΑΣΟΕΕ και είχε φέρει τα βιβλία του και καθότανε στα σκαλοπάτια και διάβαζε και τον πιάσανε…
-Και έβλεπε εκεί κάτω;…
- Την ίδια απορία είχα και εγώ.
Και από ότι μου λέει βλέπει εκεί καλά…
-Πολύ καλά κάνει… Μπράβο-μπράβο!...
–Για φροντίσετε να του βάλετε μία λάμπα καλή…
- Του έβαλα…
-Πολύ καλά…
-Εγώ αυτόν τον θέλω δίπλα μου και όταν γίνει εσωτερικός διαγωνισμός μετατάξεων, να τον μετατάξουμε χωρίς άλλο.
- Να το ειπούμε στον προσωπάρχη τον Λυμπερόπουλο να το έχει υπόψη του, ας είναι νυχτοφύλακας...
Αυτός ξέρει γράμματα περισσότερα από τους άλλους…
Και αν δεν το επιτρέπει ο οργανισμός θα βρούμε τρόπο…
Αμέσως εκεί παίρνουν τηλέφωνο τον προσωπάρχη και ρωτάνε τι λέει ο οργανισμός για τις μετατάξεις και τους απαντάει ότι μετατάξεις επιτρέπονται να γίνονται μέχρι του βαθμού του κλητήρα όταν πληρούνται οι προϋποθέσεις.
Για να είμαστε και τυπικά εν τάξει τον κάνουμε αμέσως με πράξη διοίκηση κλητήρα Δ. Και αυτός θα τους πηδήξει όλους τους βαθμούς…. Δεν είχε περάσει ένας μήνας από τότε ο αρχικλητήρας Μαρούλης Απόστολος και ο προϊστάμενος των κλητήρων Αλούπης Γιώργος μου ανακοίνωσαν ότι προβιβάστηκα κατ εκλογή και έγινα κλητήρας και πήδηξα και ένα βαθμό σαν φοιτητής αντί για Δ  με έκαναν κλητήρα Γ.
Εντολή του κ Πλωμαρίτη μου είπαν, αν θέλω να μη πηγαίνω νύχτα, να γυρίσω ημέρα. Σκέψου το μου είπαν και εσύ θα αποφασίσεις… Να μη ξεχάσεις αύριο πρωί –πρωί να πας να ευχαριστήσεις τον κ Πλωμαρίτη, που ξέρουμε ρε, πως σε συμπάθησε, σε αγαπάει, ας φαίνεται αυστηρός. Τα ακούς;… Αλλά μη πηγαίνεις ακόμα, σήμερα θα σου δώσουμε την εντολή για τον ράφτη το κ Πολυκράτη να πας από εκεί να σου πάρει μέτρα να σου φτιάξει ένα κουστούμι ρούχα και να πας απέναντι να πάρεις με αυτή την εντολή ένα ζευγάρι παπούτσια δίσολα ραφτά για την τράπεζα, ξέρει αυτός τι θα σου δώσει. Και όταν ετοιμαστεί η στολή σου, δεν αργεί το πολύ σε τρεις ημέρες θα είναι έτοιμη, θα σου δώσουμε και το σήμα της τράπεζας, θα το φορέσεις στο πέτο και θα πας στον κ Δ/ντή να τον ευχαριστήσεις.
[Τότε στην τράπεζα υπήρχε τάξη, σεβασμός και ευπρέπεια!...Η τράπεζα κάθε δύο χρόνια χορηγούσε δωρεάν στους υπαλλήλους της, ένα ζευγάρι παπούτσια,  ένα κουστούμι ρούχα χειμερινό και ένα καλοκαιρινό, για τους κλητήρες ομοιόμορφα, και στις κυρίες υπαλλήλους φόρεμα εργασίας (ποδιές) μπλέ χρώματος, και κεντημένο στο αριστερό μέρος στο στήθος, το σήμα της τράπεζας  και ένα ζευγάρι παπούτσια με πολύ λίγο τακούνι συνήθως βραχιολέ για την καλή ομοιόμορφη, σεμνή εμφάνιση, και για να ξεχωρίζει ο υπάλληλος από τον πελάτη ]
Έτσι και έγινε, ο ράφτης, σε δύο ημέρες είχε έτοιμο το κουστουμάκι, επήγα το φόρεσα, ήταν μολυβί με σταυροκουμπωτό σακάκι με δύο σειρές αργυρά κουμπιά.
 Ήταν ωραίο επάνω μου!…
Έβαλα σε μία τσάντα τα δικά μου ρούχα και πήγα στην τράπεζα. Εκεί ο αρχικλητήρας ο κ Μαρούλης Απόστολος μου έβαλε και καρφίτσωσε το  σήμα της τράπεζας στο αριστερό πέτο του σακακιού, με χαιρέτησε και με φίλησε στο μέτωπο και μου ευχήθηκε: « Σου εύχομαι καλή πρόοδο και Δ/ντής να γίνεις εδώ μέσα» Και ήταν ή ώρα ανοιχτή και η ευχή, από καρδιά, καλή ψυχή βγαλμένη!... (Και ήρθε η ώρα και έγινα και δ/ντής)
Με πήρε και με παρουσίασε στον δ/ντή τον κ Πλωμαρίτη. Έτσι γινότανε τότε, οι μικροί στο βαθμό υπάλληλοι, όταν ήθελαν να πάνε στον δ/ντή τους παρουσίαζε ο προϊστάμενός του για να δοθεί λύσης άμεση να λυθεί το αίτημα αμέσως.
Καλημέρα του είπε :
-Τον έφερα κ δ/ντα και έγινα όλα ως η εντολή σας, και την επιθυμία του, να σας ευχαριστήσει.
–Σας ευχαριστώ πολύ κ Δ/ντα…
-Δεν έκανα τίποτα σπουδαίο… Αυτός το αξίζει…
Σηκώθηκε όρθιος.
Μου ευχήθηκε και αυτά τα λόγια μου είπε:
-"Καλορίζικος στην οικογένεια της τράπεζας, και εύχομαι υγεία, να είσαι τίμιος, εργατικός, φιλότιμος, όπως είσαι και θα προκόψεις… "(Τότε ήταν άλλα τα ήθη, τα έθιμα και οι συνήθειες, όλοι οι τραπεζιτικοί τον συνάδελφο τον θεωρούσαν αδελφό, οικογένεια)
-Κύριε Μαρούλη, δεν σας θέλω άλλο, μπορείτε να φύγετε.
Έφυγε.
-Δεν μου λές παιδί μου, από πού είσαι;
-Από την Γορτυνία κύριε Δ/ντά.
– Κατάλαβα… κατάλαβα…
Σε πολλά παιδιά από εκεί κάτω, ο κ Γενικός σας δίνει ένα κομμάτι ψωμί και όλοι σας το εκτιμάτε.
Δεν μίλησα. Δεν ήξερα τι να ειπώ;…
-Δεν μου λες, εσύ ξέρεις γραμματάκια, θέλεις να σε πάρω από την νύχτα, να σε έχω δίπλα μου, στις καταθέσεις να μαθαίνεις και την δουλειά σιγά – σιγά να γίνεις από τους καλούς υπαλλήλους;.
Σκέψου και λέγε μου, μη μου λες τώρα αύριο- μεθαύριον και όποτε θέλεις μου το λες.
- Θέλω κύριε δ/ντα και σας ευχαριστώ πολύ, για ότι κάνατε για μένα, αλλά σε λίγο καιρό πηγαίνω φαντάρος και να σας πω και το άλλο…
-Τι;… Τι;… Λέγε μου…
-Τώρα δουλεύω την νύχτα και την ημέρα πηγαίνω στην πλατεία Κοντζιά και άμα βρίσκω κάνω και κανένα μεροκάματο στην οικοδομή για να τα βολέψω, να μου μείνει και κάτι, για το στρατό.
- Πολύ ωραία, τότε με το καλό, όταν γυρίσεις χωρίς να σου το ξανά ειπώ, κοντά μου.
-Σας ευχαριστώ.
–Που θα πας φαντάρος, που θα παρουσιασθείς και πότε;…
-Το πότε δεν το ξέρω, ξέρω μόνο ότι θα πάω στην Ελληνική Βασιλική Αεροπορία, στον Άραξο.
–Όταν σε ειδοποιήσουνε να μου το ειπείς, εκεί είναι ο γιός μου ο Κώστας εκπαιδευτής, έφεδρος Ανθυποσμηναγός, θα του ειπώ, να σε πάρει στο σμήνος του, να σε προσέχει.
-Ευχαριστώ κύριε Δ/ντά
–Καλά πήγαινε και θα τα ξανά ειπούμε…

Σε λίγο καιρό με κάλεσαν για εκπαίδευση  στην αεροπορία στον Άραξο. Εκεί στην πτέρυγα, τσούρμα όπως κατεβαίναμε από τα στρατιωτικά αυτοκίνητα τα τζέμις που μας παρελάμβαναν από το σιδηροδρομικό σταθμό και μας έφερναν στο στρατόπεδο, χωριζόμαστε σε σμήνη και όπως κατεβαίναμε μας έλεγαν ένα, δυο, τρία, τέσσερα και πήγαινε ο κάθε ένας στο αριθμό του. Δεν πρόφταινες να ιδείς, να ρωτήσεις, να πεις κουβέντα… Και κατά την μοιρασιά, δεν έτυχε να πάω στο δεύτερο σμήνος που ήταν ο Πλωμαρίτης και πήγα στο τρίτο  που ήταν ο Άρης ο Παπαβασιλείου, καλό παιδί ώρα του καλή γνωριστήκαμε μετά και με τον Κώστα Πλωμαρίτη…  Και μετά συνυπηρετήσαμε και στην τράπεζα…
Εκεί στον Άραξο οι συνθήκες διαβίωσης από φαγητό ήταν απαράδεκτες.
Το φαγητό ήταν τόσο καλό, για να μη τον τρώνε οι σμηνίτες και να πηγαίνει  να θρέφονται τα χοιρινά, στο χοιροστάσιο που λέγεται πως είχε ο τότε διοικητής της πτέρυγας, με κάποιο άλλον κοντά στην θάλασσα στην παραλία…. Ήμουνα σειρά τρίτη του 1964.
Ήταν η εποχή των μεγάλων πολιτικοοικονομικών  ανακατατάξεων, αλλαγών. Κυβερνήτης της χώρας είχε εκλεγεί ο γέρος της δημοκρατίας Γεώργιος Παπανδρέου, αναμορφωτής, πρωτίστως της παιδείας, διότι  κατάργησε τα δίδακτρα και άνοιξε τα πανεπιστήμια σε φτωχά παιδιά και ανεξαρτήτως πολιτικών πεποιθήσεων. Και έγινε ή μεγάλη πολιτικοοικονομική ανακατάταξη της κοινωνίας… Είπε τότε το περίφημο:
«Το έγκλημα, η πράξη φυλακίζεται, τιμωρείται και όχι το πνεύμα, η γνώμη, η πεποίθηση»
Έδωσε το δικαίωμα στους στρατευμένους νέους, αν ήθελαν να τύχουν άμεσης αναβολής, λόγω σπουδών… Αυτού του δικαιώματος έκανα χρήση και μετά ενός έτους στρατιωτικής υπηρεσίας διέκοψα την θητεία, επήρα αναβολή λόγω σπουδών στην ΑΣΟΕΕ και επανήλθα στην τράπεζα, κάτω στο δεύτερο υπόγειο.

Οι φύλακες τότε δεν είχανε κανένα οπλισμό. Βέβαια οι συνθήκες δημόσιας τάξης και ασφάλειας διαβίωσης των πολιτών ήσαν πολύ καλύτερες των σημερινών. Οι μεγάλες κλοπές ληστείες και φόνοι στο έτσι, άνευ αιτία της τιμής, και υπολήψεως ήσαν σπάνιες. Συνήθως ήσαν τα εγκλήματα υπόληψης, τιμής και  μικρές κλοπές, να αρπάξει ο πεινασμένος, το κάτι τις, να φάει… 
Οπλισμό και οι κλέφτες και οι ληστές τότε δεν είχανε, μα δεν είχανε και οι αστυνομικοί οπλισμό επάνω τους, τουλάχιστον να φαίνεται. Αν είχανε επάνω τους το περίστροφο το είχανε επιμελώς κριμένο.   Ούτε και εμείς οι φύλακες είχαμε…
Η μοναδική ληστεία τότε σε  Ελληνική τράπεζα την έκανε, ο ληστής με τις γλαδιόλες και όπως αποδείχτηκε, με ψεύτικο όπλο.  Από τότε και μετά και με την εισροή μεταναστευτικών ρευμάτων, άρχισε ο φόβος… Και έγιναν οι ληστείες της μόδας…
Τότε ο κ Γράψας φοβήθηκε πολύ, και έφερε με δική του πρωτοβουλία, καμιά δεκαριά σιδερόβεργες της οικοδομής, χοντρές, εβδομήντα, με ογδόντα εκατοστά μάκρος. Τις είχε χρωματίσει με λαδομπογιά, μπλε και άσπρο, τα χρώματα της σημαίας, μας είπε…
-Όπως τις είχε φτιάξει δεν ήσαν ευδιάκριτες… Ήταν κοσμήματα… Κάθε βράδυ, μας τις μοίραζε και μας έδωσε οδηγίες, αν παρά ελπίδα παρουσιαστεί κάτι, ανάγκη, με αυτό θα αμυνθούμε και με αυτό, να το χτυπήσουμε στους ώμους να παραλύσει και να του σπάσουμε, πόδι, χέρι.
Να μη έρθουμε κοντά στα χέρια, μη μας τρυπήσει με μαχαίρι.
-Τα ακούτε… Ποτέ από κοντά στα χέρια… Ας είναι και του χεριού σας.
Δεν πέρασαν από τότε δεκαπέντε, με είκοσι ημέρες και οι δύο φύλακες που είμαστε στο κτήριο επί της οδού πανεπιστημίου, ακούσαμε θορύβους περίεργους, ασυνήθιστους, σαν κάποιος κάτι να κόβει, να σπάζει…
Κρακ, κρακ, κράκ,  σιωπή και πάλι το ίδιο και μετά τρρρρ -τρρρρ και πάλι το ίδιο.  Οι θόρυβοι εντοπίσαμε ότι ερχόταν από το φωταγωγό, που ήταν μεταξύ της τράπεζας και του διπλανού κτηρίου της οδού πανεπιστημίου.
Εκεί τότε ήταν ένας φούρνος του Τσίτα.
Ανέβηκα με όλες τις προφυλάξεις στο κεντρικό θυρωρείο, μαζεύτηκαν και δύο άλλοι που άκουσαν τους θορύβους.
Ο  κ Γράψας επήρε τηλέφωνο τον νυχτοφύλακα του τετάρτου ορόφου και με σιγανή φωνή του είπε:
-Να ειδοποιήσει και τους άλλους  φύλακες του κτηρίου και με επιφυλάξεις να κατέβουν στο κεντρικό θυρωρείο, έκτακτο επικίνδυνο γεγονός του είπε, να φυλάξουν το ισόγειο του κτηρίου.

Αμέσως μας έδωσε οδηγίες, εμένα με έστειλε από το ημιυπόγειο  να ανεβώ σιγά-σιγά τις σκάλες, την δεξιά σκάλα προς το ισόγειο, που μετά με οδηγεί στο πατάρι, όπου ήταν το τμήμα τηλεφωνημάτων και κλειδάριθμων και να περιμένω πρηνηδόν, στο δεύτερο, τρίτο σκαλοπάτι, με το λοστό στο χέρι, χωρίς να φαίνομαι, έτοιμος αν περάσει να τον χτυπήσω…   Τον άλλον τον άφησε  στις ενδιάμεσες σκάλες, στο δεξιό μέρος στο πλατύσκαλο, που ενώνονται τα δύο κτήρια, και το άλλον πίσω από μια κολόνα, όρθιος ακίνητος του είπε να μη φαίνεται.
-Όπου και να περάσει θα τον τελειώσουμε είπε.
Εγώ έρποντας θα τον πλησιάσω κοντά. Αν είναι στο παράθυρο και δεν έχει μπει μέσα θα τον τακτοποιήσω… Εκεί θα του γίνει…
-Προσοχή- προσοχή μη πάθουμε ζημιά…
Το σχέδιο σε εξέλιξη.
Όλοι στις θέσεις μας…
Τα  φώτα ήσαν σβηστά, λίγο ημίφως στους διαδρόμους.
Ο κ Γράψας έρποντας ανέβηκε τις σκάλες που οδηγούν στο πατάρι, στο τμήμα κλειδαρίθμων, που ήταν και το παράθυρο του φωταγωγού.
Ο θόρυβος συνέχιζε κρακ, κράκ, τρρρ, σταμάταγε για λίγο και πάλι… Κάποια στιγμή το τρίξιμο  ακουγόταν πιο περίεργο και συνεχόμενο. Τότε ακούμε, ένα μεγάλο κράκκ, μετά δεύτερο και τρίτο και άλλο και άλλο…
Ο λοστός του Γράψα χτυπούσε  τον διαρρήκτη…
Τζάμια ακούστηκαν να σπάνε και μετά σιωπή…
Μετά από λίγο ακούμε την φωνή του…
-Τον τέλειωσα… Σηκωθείτε.
Έντρομοι σηκωθήκαμε, τρία, τρία ανεβήκαμε τα σκαλοπάτια… Ανάψαμε τα φώτα και τι να ιδούμε:
Ο κ Γράψας πεσμένος κάτω, με το λοστό στο χέρι, λουσμένος στον ιδρώτα, τζάμια σπασμένα, γραφεία σπασμένα, τηλέφωνα κάτω, μηχανήματα διαλυμένα, και ένα καλώδιο άρχιζε να καπνίζει…
Το τραβάμε από την πρίζα…
Κοιτάμε για ληστή , για κλέφτη…
Πουθενά ο κλέφτης…
Κοιτάμε με επιμέλεια με τον φακό, προβολέα τον φωταγωγό.
Δεν υπήρχε σημάδι ότι κάτι υπήρχε…
-Κακό που έπαθα ο μαυρούλης, κακό που έπαθα, ο κακομοίρης και έκλαιγε…
Όλοι μας είμαστε άφωνοι…
Τι να ειπούμε;… Και τι να κάνουμε;…
Η ζημιά μεγάλη, ανυπολόγιστη και δεν ξέραμε τις επιπτώσεις…
-Πάει τώρα χάθηκα, δεν πρόκειται να πάρω σύνταξη, με έχει φάει η οικοδομή και η νύχτα τζάμπα…
Δεν στραμπούλαγα Θεέ μου το πόδι μου, δεν έσπαγα το χέρι μου, τα μούτρα μου, όπως ανέβαινα στις σκάλες, πριν κάνω ότι έκανα, καλύτερα θα ήτανε…
Τι να του ειπούμε εμείς;
Τι να κάνει ο κρύος του παταγομένου;…(του ξεπαγιασμένου;)
Το μόνο που του λέγαμε, μη κάνει έτσι…
-Μη κάνεις έτσι… υπομονή… Έχει ο Θεός… 
Όλους μας, μας είχε κυριεύσει ο φόβος…
Οι ζημιές, που γινόταν από αιτία των υπαλλήλων,  τότε γινόταν καταλογισμός εις βάρος των… Και περνούσαν πειθαρχικό, με επιπτώσεις στην περαιτέρω εξέλιξη των.

Ξημέρωσε… Κανένας μας δεν έφυγε.
Ο κ Γράψας καθισμένος σε μια καρέκλα, έτρεμε σαν το ψάρι στο γιαλό...
Το σαγόνι του έκανε σπασμωδικές συσπάσεις…
Ήρθανε οι υπάλληλοι και οι δ/ντές, κίνηση στα γραφεία τους μεγάλη.
Όλοι τους παγωμένοι, σκυθρωποί, βουβαμάρα μεγάλη, σαν μεγάλο πένθος…
Αμέσως το πληροφορήθηκε ο γενικός Δ/της, που ήταν και γενικός δ/της της Εμπορικής τράπεζας, αναπληρωτής του προέδρου καθηγητή Στρατή Ανδρεάδη.
Έδωσε εντολή τάχιστα να αποκατασταθεί η επικοινωνία με το εξωτερικό, πριν ακόμα ανοίξουν οι αγορές του εξωτερικού και το Λονδίνο. Αμέσως ειδοποιήσανε το ΟΤΕ, τους τεχνικούς  και αποκαταστάθηκε η επικοινωνία με το εξωτερικό, για να μη δυσφημίζεται στις οικονομικές αγορές  η τράπεζα…

Αυτό που καταστρέψαμε ολοσχερώς, ήταν το τέλεξ. Το μηχάνημα που αυτομάτως έπαιρνε και έδινε τα σήματα, εντολές, μηνύματα, περισσότερο με τις τράπεζες του εξωτερικού, παντού της οικουμένης, μέρα, νύχτα. Όταν οι άλλοι, αλλού δουλεύουνε και οι άλλοι, αλλού κοιμούνται…
Όμως το μηχάνημα αυτό, πάντοτε μέρα, νύχτα, από μόνο του δουλεύει!…
Πως τα έχεις καμωμένα τα πράγματά σου Θεέ μου, η πλάση του να μην αδρανεί, πάντοτε κάπου κάποιοι να εργάζονται για το καλό, για την καλυτέρευση για την προκοπή του κόσμου!…
Όμως ο κ Γράψας, ανήμπορος, απαρηγόρητος, δάκρυζε με αναφιλητά, για την επικείμενη  καταστροφή του.
Οι δ/ντές συλλογισμένοι.

Κατά το μεσημέρι, πληροφορηθήκαμε ότι έρχεται ο κ Γενικός, από την Εμπορική τράπεζα πεζός. 
(Γενικός Δ/ντης ήταν ο κ Κυριακόπουλος και το συνήθιζε αυτό, να έρχεται από το κεντρικό της Εμπορικής, στο κεντρικό της Ιονικής τράπεζας πεζός, ήταν γενικός στις πέντε τράπεζες του ομίλου του Ανδρεάδη, της Εμπορικής, της Ιονικής, της Πειραιώς, της Αττικής, της τραπέζης επενδύσεων).
Τότε στην Ιονική τράπεζα είχε σημάνει σιωπηρός συναγερμός, και φόβος άμεσου αποκεφαλισμού, Δ/ντών και υπαλλήλων από τον Γενικό. Διότι αυτό το γεγονός ήταν σημαντικό,  ήταν δυσφήμηση, γιατί διακόπηκε η επικοινωνία της τράπεζας με τις τράπεζες του εξωτερικού, χωρίς καμία ενημέρωση τους, αυτές που η νύχτα η δικιά μας ήταν εργάσιμη ημέρα, στο άλλο ημισφαίριο, η δικιά τους..

Ήρθε ο Γενικός πεζός, πίσω του τον συνόδευε, διακριτικά  σε απόσταση κάποιος κλητήρας της Εμπορικής. Εμπήκε από την κεντρική είσοδο της οδού Πεσματζόγλου. Τον περίμενε στην είσοδο ο αναπληρωτής γενικός δ/ντής, κ Παυλόπουλος Τάκης. Αμέσως μπήκε μέσα. Στάθηκε όρθιος στο κεντρικό σαλόνι, έριξε μια ματιά γύρω – γύρω στα τμήμα της τράπεζας και σιγά- σιγά  ανέβηκε τα σκαλοπάτια της κεντρικής σκάλας, που ενώνει τα δύο κτήρια, και από εκεί περπατώντας έδωσε εντολή να συγκληθεί άμεσα στο γραφείο του, το συμβούλιο των δ/ντών.
Ο γενικό  κ Κυριακόπουλος δεν άφηνε ποτέ το κάθε τι να χρονίζει, αμέσως έπαιρνε αποφάσεις και έδινε λύσεις…
Ήταν εργασιομανής...
Πήγαινε στην τράπεζα το αργότερο από τις έξη το πρωί, και έφευγε στις δέκα και μισή με ένδεκα το βράδυ. Γνώριζε τα πάντα, με κάθε λεπτομέρεια. Τίποτα δεν άφηνε για το αύριο…
«Το σήμερα για αυτόν ήταν το σημαντικό, το σήμερα ήταν ο αιώνας…  Το αύριο είναι για άλλα, νέα, μπορεί και να μην έλθει… έλεγε »
Το συμβούλιο Δ/ντών δεν κράτησε πολύ, ούτε δέκα λεπτά. Τους ρώτησε πόσες ημέρες είχανε εγκαταστήσει το τέλξ, και του είπανε  περίπου δέκα ημέρες και σε λειτουργία μπήκε πριν τρεις ημέρες. Τους ρώτησε, εάν ενημερώσανε αρμοδίως τους φύλακες, ότι αυτό το μηχάνημα δουλεύει και την μέρα και την νύχτα και όταν εδώ ο κόσμος κοιμάται. Και κάνει κάποιο θόρυβο…
-Ποιος τους ενημέρωσε;...
Όλοι βουβοί… μουγκαμάρα…
Κοίταζε ο ένας, τον άλλον. Κανένας…
Γυρίζει στο αναπληρωτή γενικό Δ/ντή που ήταν και ανιψιός του και του λέει…
-Εσύ Τάκη που ήξερες από αυτά, ήρθες από το Λονδίνο, τι έκανες;… Έπεσε σε όλους βουβαμάρα…
Όλοι τους είπαν:
Τώρα θα πέσουνε κεφάλια και πρώτο όπως φαίνεται θα είναι του ανιψιού του, ας ήταν και τραπεζικός καθηγητής οικονομίας στο πανεπιστήμιο του Λονδίνου… Και μετά θα ακολουθήσουν και άλλα… Μετά τους λέει:
- Και αυτός ο άνθρωπος, οι άνθρωποι, τι σας φταίνε, που τους τρομοκρατείτε;…
Για να έρθει αυτός που τα έσπασε τώρα εδώ…

Ο νεότερος Δ/ντης πήγε και το έφερε και τον παρουσίασε… Παρουσιάστηκε ο γέρο Γράψας, θλιμμένος, δακρυσμένος, στάθηκε μπροστά του προσοχή…
Δεν το ρώτησε καθόλου…
Ο Γενικός σηκώνεται όρθιος.
-Μπράβο, μπράβο!...
Έκανες αυτοθυσία για την τράπεζα!…
Όλοι τους νόμισαν ‘ότι τους ειρωνεύεται..
-Κινδύνεψες την ζωή σου και αψήφησες τον κίνδυνο…
-Το αποτέλεσμα ήταν καλό…
Όλοι πάγωσαν…
-Δεν σε είχανε ενημερώσει, όπως έπρεπε…
Θα πας το ταμείο, να πάρεις τρείς μισθούς δώρο και δέκα πέντε ημέρες επί πλέον άδεια. Η τράπεζα θα σου δώσει εύθυμο μνεία, για την πράξη σου και στις πρώτες κρίσεις θα σου δώσει τον βαθμό του αρχικλητήρα…
Πηγαίνετε.
Υποκλίθηκε, και σιωπιλός, αμίλητος έφυγε.
Χωρίς να είναι σε θέση να μπορέσει να ακούσει  κάτι από ότι έλεγε… Το μόνο που κατάλαβε, όπως μας έλεγε, μετά ήταν  το πρώτο μπράβο… και τίποτα άλλο…

Κατέβηκε για να μη τον βλέπει ο κόσμος στο δεύτερο υπόγειο εκεί που μου είχανε βάλει γραφειάκι με την καρέκλα σωριάστηκε και έκλαιγε… Έκανε το σταυρό του και έλεγε:
«Δοξασμένος ο Κύριος μας φύλαξε, με γλίτωσε εδώ πα…»
Ο προϊστάμενος του θησαυροφυλακίου κ Γιάνναρος και ο υπάλληλος κ Γιάννης Ματζούνης, δεν είχαν πληροφορηθεί το γεγονός και προσπαθούσαν με νερό να τον συνεφέρουν…
Σε λίγο έμαθαν, πως τα δάκρυα δεν ήσαν δάκρυα λύπης και στεναγμών, αλλά δάκρυα λύτρωσης, αγαλλίασης…

Την βράβευσή του την χάρηκαν όλοι οι συνάδελφοι… Αυτός για το ευχάριστο γεγονός, και την απαλλαγή του από την ζημιά κερνούσε τους συναδέλφους και έλεγε:
-Δεν με άφησε ο Θεός να χαθώ, θα πάρω την συνταξούλα μου… Δοξασμένο το όνομά Του!...
Θυμάμαι τότε ότι σε εμάς τους νυχτοφύλακες μας έδωσε πενήντα δραχμές, από την βράβευσή του στον καθένα μας… Θεός συγχωρέστε τον… Σημαντικό ποσό για την εποχή εκείνη…
Μας μοίρασε από την χαρά του, πιότερο να χαρούμε…
Αυτός μοίραζε και η χαρά μεγάλωνε!... 
Αυτοί ήσαν τότε οι συνάδελφοι, οι άνθρωποι της Ιονικής και Λαϊκής τράπεζας…
Όλοι μοίραζαν από την χαρά τους και η χαρά μεγάλωνε και γινότανε τρανή μεγάλη!...
Μια τρανή ομόνοια, αγάπη, ήταν στην οικογένεια της Ιονικής τράπεζας!...  

Εκείνη την χρονιά, η Εμπορική και η Ιονική και Λαϊκή τράπεζα ίδρυσαν το ινστιτούτο  οικονομικών και τραπεζικών μορφώσεων, για να επιμορφώσουν το προσωπικό, τους υπαλλήλους του ομίλου, στα καινούργια δεδομένα της διεθνούς οικονομικής αγοράς( Κοινή Αγορά) και στις τραπεζικές εξελίξεις και στα τραπεζικά, χρηματοοικονομικά προϊόντα.
Ο κύκλος σπουδών ήταν τριετής και η φοίτηση υποχρεωτική, απογευματινή, σε αυτούς που θα επιτύγχαναν. Η εισαγωγή ήταν κατόπιν εξετάσεων.
Αρχάς Αυγούστου βγήκε εγκύκλιος της τράπεζας, που όριζε την διαδικασία εισαγωγής και ρητά έλεγε:
« Καλούνται οι υπάλληλοι μέχρι του βαθμού, βοηθού τμηματάρχη, όσοι επιθυμούν, να συμμετέχουν στις εξετάσεις κλπ… και ρητά ανάφερε ότι καθηγητές θα είναι πανεπιστημιακοί και δ/ντές  των τραπεζών και ό,τι όσοι αποφοιτήσουν, θα έχουν δύο χρόνια βαθμολογική προώθηση.»
Ας σημειωθεί ό,τι με την αναγνώριση, του πτυχίου πανεπιστημίου τετραετής φοίτησης, στην τράπεζα η βαθμολογική προώθηση ήταν τρία χρόνια. Και με τα δυο πτυχία η προώθηση ήταν τέσσερα χρόνια. Η περίπτωση ήταν δελεαστική για εμένα, θα κέρδιζα τον χαμένο χρόνο που υπηρέτησα ως νυχτοφύλακας κλητήρας.
Έκανα αίτηση στην γραμματεία του ινστιτούτου και γραμματέας του ήταν ο κ Ψειράκης Λάμπρος. Της έριξε μια ματιά και αμέσως μου λέγει:
-Δεν την δέχομαι, διότι δεν προβλέπεται από την εγκύκλιο της Δ/σεως προσωπικού, που ρητά απευθύνεται προς το υπαλληλικό προσωπικό των πέντε τραπεζών, του τότε, του καθηγητή Στρατή Ανδρεάδη. Μου διευκρίνισε, πως ο κλάδος των κλητήρων είναι υπηρετικό, βοηθητικό προσωπικό των υπαλλήλων. Με λίγα λόγια μου είπε, ότι είσαστε όλοι οι κλητήρες, υπηρέτες, θεληματολόγοι (για τα θεληματάκια) των υπαλλήλων, και με συγχωρείς, τους θεωρούν μειωμένης πνευματικής αντιλήψεως.
Και η εγκύκλιος ρητά λέει, να συμμετέχουν στις εξετάσεις  μόνο, οι υπάλληλοι. Θα ήθελα, αλλά δεν μπορώ…
Αμέσως, σχεδόν αυτομάτως του είπα, ότι εγώ δεν έχω σκοπό να μείνω υπηρέτης κανενός υπαλλήλου. Θέλω να με παρουσιάσετε  στον δ/ντή του ινστιτούτου.
Ο κ ψειράκης ήταν άνθρωπος μορφωμένος, με σπουδές στο εξωτερικό. Μου είπε πως Δ/ντής είναι ο καθηγητής κ Ραπίδης, να πληροφορηθεί αν είναι στο γραφείο του και να με παρουσιάσει. Για καλή μου τύχη ήταν εκεί. Με δέχτηκε. Με πηγαίνει.
–Κύριε δ/ντα σας παρουσιάζω τον  κ Βέργο που είναι κλητήρας, έκανε αίτηση για να δώσει εξετάσεις στο ινστιτούτο, αλλά δεν του το επιτρέπει η εγκύκλιος της δ/σεως προσωπικού των τραπεζών.
-Πηγαίνετε στην γραμματέα μου και φέρτε μου την εγκύκλιο.
Μέχρι εκείνη την στιγμή δεν είχε σηκώσει  το κεφάλι, τα μάτια του, ήταν σκεφτικός, στο ένα χέρι είχε ένα στυλό, στο άλλο χέρι μια πίπα και τράβαγε, τράβαγε, καπνό…
Επάνω στο γραφείο  του πολλά χαρτιά, και ένα μεγάλο τασάκι  που έμοιαζε με γαβάθα και γύρω – γύρω πολλές πίπες, άλλες σβηστές, και άλλες, ακόμα να καπνίζουν, και από τις πίπες και τα τσιγάρα που σιγοκαίγανε στην γαβάθα, ο καπνός ήταν πυκνός εκεί μέσα, λες και αγνιζότανε η Πυθία των Δελφών, από τον καπνό της πικροδάφνης…  Του έφεραν την εγκύκλιο και την είχανε υπογραμμίσει, προς το υπαλληλικό προσωπικό των τραπεζών…
Τότε σηκώνει το κεφάλι του, τινάζει απότομα τα μαλλιά του πίσω, που ήσαν κάτω σαν πράσα και έπεφταν μπροστά στο πρόσωπό του και  μου λέει:
 -Εσύ τι είσαι ρεεέ;… Δεν είσαι υπάλληλος (προσωπικό) της τράπεζας;… Και που δουλεύεις;…
- Δεν είμαι υπάλληλος κύριε δ/ντά, είμαι κλητήρας, και όπως μου εξήγησε ο κ Ψειράκης, ο κλητήρας είναι ο υπηρέτης των υπαλλήλων, και υπηρέτης μειωμένης αντιλήψεως…
-Τι είπες;… Τι είπες;… Υπηρέτης;…
Σηκώθηκε απότομα όρθιος, νόμισα ότι θα με πέταγε έξω…
- Υπηρέτης υπαλλήλων;…
-Τι είναι αυτά;…
Δεν είσαι υπηρέτης κανενός…
Όλοι μας  είμαστε στην υπηρεσία της τράπεζας… Και σεβόμαστε την ιεραρχία της… Όλοι δουλεύουμε και φροντίζουμε για το καλό της, να προκόψει, και από την προκοπή της να μας δώσει κάτι τις πάρα πάνω  και σε εμάς το προσωπικό της.
– Εσύ τι γράμματα ξέρεις;… Έχεις τελειώσει το γυμνάσιο;…
-Μάλιστα κύριε δ/ντά και κάτι λίγο πάρα πάνω…
- Το λίγο πάρα πάνω, τι είναι;
- Έχω περάσει στην ΑΣΟΕΕ, είμαι φοιτητής.
- Και σε έχουνε κλητήρα;
-Ναι.
Απευθύνετε στην γραμματέα του και της λέει:
-Να πάρει ο διάβολος… Τον διάβολο Έτσι θα κάνουμε προκοπή… [ και πολύ σιγανά…  Έτσι πεδουκλώνοντας και το γοργοπόδαρο άτι (άλογο)]
-Για  πάρε μου τον προσωπάρχη, τον Λυμπερόπουλο.
Τον πήρε.
-Έλα Λυμπερόπουλε, τι κάνετε με αυτή την εγκύκλιο που βγάλατε, απαγορεύετε σε κλητήρες που έχουν τελειώσει το γυμνάσιο να δώσουν εξετάσεις στο ινστιτούτο για να μάθουν κάτι πάρα πάνω;… Όταν έχουν βγάλει το γυμνάσιο, να δεχτείτε όλες τις αιτήσεις της συμμετοχής των στις εξετάσεις… Και άμεσα να βγάλετε εγκύκλιο…
Τι  είναι αυτά;…
Απαγορεύετε την μάθηση;…
Φραγμός στην μόρφωση;…
Που είναι να ακουστεί;…
Να μη το μάθει ο καθηγητής και πάνω από όλα ο γέρος…
(Γέρο λέγανε τότε  μεταξύ τους οι δ/ντές, τον γενικό, τον κ Κυριακόπουλο, που ήταν σε πολύ μεγάλη ηλικία).
Και το κλείνει.
-Εσύ θα πας να αφήσεις την αίτηση σου στην γραμματεία, και θα έρθεις να δώσεις εξετάσεις…
-Την έχω αφήσει…
Τράβηξε εκνευρισμένος, δύο, τρεις, συνεχόμενες καπνό από την πίπα του και λέει:
-Έτσι θα πάμε μπροστά;…
Φραγμό στην μάθηση, στην γνώση, στην αξιοσύνη, στην προκοπή δεν πρέπει να υπάρχει…
-Τι μυαλό κουβαλάνε;…
-Είναι για να πάρει ο διάβολος, τον διάβολο…
-Πάρε τον Ψειράκη να μου φέρει την αίτηση του παιδιού εδώ.
Την έφερε…
Την παίρνει στα χέρια του και πάνω επάνω, με κόκκινη μελάνη γράφει, εγκρίνεται, υπογράφει και βάζει την σφραγίδα του, Ραπίδης, καθηγητής Δ/ντης δικαστικού Ιονικής και Λαϊκής τράπεζας…
-Καλή επιτυχία και όσο μπορείς περισσότερο να διαβάζεις…
-Ευχαριστώ κύριε Δ/ντά…
Υποκλίθηκα.
Έφυγα βιαστικός.
Έλεγα πότε να φύγω από εκεί μέσα…

Η ατμόσφαιρα ήταν αποπνικτική, από την κάπνα…
Ο κ Ραπίδης ήταν καθηγητής διοικητικού και συνταγματικού δικαίου, εξειδικευμένος καθηγητής στο δίκαιο τότε της Κοινής Αγοράς. Ήταν νομικός σύμβουλος του προέδρου του ομίλου, του καθηγητή Στρατή Ανδρεάδη, Δ/ντής δικαστικού και Δ/ντής του ινστιτούτο.
Είχε όψιν αυστηρή, σχεδόν αγρίου ανθρώπου, ήταν πολύ μορφωμένος, δίκαιος, με ευρεία αντίληψη, με ψυχικά χαρίσματα και ψυχή Αγγέλου!…
Ειδοποίησα και τα άλλα παιδιά που ήσαν κλητήρες και τους είπα πως ο καθηγητής κ Ραπίδης δέχτηκε την αίτηση μου και όποιος θέλει, να κάνει αίτηση για συμμετοχή του στις εξετάσεις.
Έκαναν αιτήσεις δύο τρεις φίλοι.
Έγιναν οι εξετάσεις.
Αν και στις εξετάσεις υπήρχαν ερωτήσεις εξειδικευμένες, τραπεζικής φύσεως, εμείς  περάσαμε μεταξύ των πρώτων. Ο κ Ραπίδης που είχε παρακολουθήσει και έμαθε την εξέλιξη, μας κάλεσε εμάς τους κλητήρες και μας συνεχάρη. Χάρηκε σαν να είμαστε δικά του παιδιά.. Υπήρχαν τότε στην τράπεζα και τέτοιοι άνθρωποι…


Έγιναν οι εγγραφές, είμαστε περίπου εκατό σπουδαστές από όλο τον όμιλο των τραπεζών. Η αίθουσα διδασκαλίας ήταν στο δεύτερο όροφο του κεντρικού της Ιονικής… Ο κύκλος σπουδών ήταν τριετής, η φοίτηση ήταν κάθε ημέρα 7–10 βραδινή, υποχρεωτική. Καθηγητές του Ινστιτούτο ήσαν πανεπιστημιακοί, καθηγητές της νομικής του πανεπιστημίου, της ΑΣΟΕΕ και διακεκριμένοι δ/ντές των τραπεζών, που είχαν γράψει συγγράμματα τραπεζικής –οικονομικής, φύσεως.  Θα αναφέρω μερικούς από όσους θυμάμαι και τι δίδασκε ο καθένας τους. Τραπεζική τεχνική Ο Λώλος δ/της της Εμπορικής, Λογιστική ο Κουγιούλης Στατιστική   ο Κεβώρκ ΑΣΟΕΕ, Αστικό δίκαιο ο Κων/νος Σιμήτης (μετέπειτα πρωθυπουργός), Δίκαιο Κοινής Αγοράς  ο Χαλκιόπουλος Δ/της Τραπ Ελλάδος κλπ. Όλοι οι καθηγητές που δίδασκαν είχανε βγάλει συνοπτικά συγγράμματα, τα οποία  η τράπεζα  μας τα έδινε δωρεάν.
Τα μαθήματα ήσαν σχεδόν ίδια, κοινά, με αυτά που δίδασκαν στην ΑΣΟΕΕ. Οι σημειώσεις και τα βιβλία με βοήθησαν τα μέγιστα και στις σπουδές μου στην Ανωτάτη Εμπορική. Διπλό το όφελος!..
Οι σπουδές μου στην ΑΣΟΕΕ  προχωρούσαν μαζί με την εργασία μου στην τράπεζα και την παρακολούθηση των μαθημάτων του  ινστιτούτου. 

Μετά από λίγο χρονικό διάστημα που πήρα αναβολή από την Ελληνική Βασιλική Αεροπορίας και επανήλθα στην τράπεζα τοποθετήθηκα ως  κλητήρας στο τμήμα καταθέσεων με δ/ντή τον δ/ντή κ Πλωμαρίτη. Εκεί συνάδελφος φοιτητής στην ΑΣΟΕΕ ήταν και ο Κώστας ο Ναγκουλόπουλος. Σε διαλύματα για κολατσιό, ή καφέ, πηγαίναμε μαζί στο κυλικείο και στους διαδρόμους  λέγαμε απέξω τα άρθρα του Αστικού Κώδικα. Επισημαίνω ότι τα ξέραμε όλα απέξω. Έχω και διατηρώ από τότε τον Αστικό Κώδικα σε πολύ μικρό βιβλίο της τσέπης. Είμαστε φοιτητές του καθηγητή  κ Φουκιώτη και περάσαμε το μάθημα και οι δυό μας με την πρώτη και με καλό βαθμό (σπάνιο φαινόμενο).
Ήρθε η περίοδος των μετατάξεων, έδωσα εξετάσεις και πέρασα.
Η τράπεζα τότε είχε ανάγκη από ταμίες, παρά από υπαλλήλους του λογιστικού κλάδου. Η διαχείριση χρημάτων, (ο ταμίας) τότε ήταν σημαντικός. Είχε την διαχείριση μετρητών και αξιόγραφων. Τα είχε στα χέρια του και στην απόλυτη διαχείριση  των μέχρι το μεσημέρι.

Ο ταμίας πρέπει να διακρίνεται για την τιμιότητα του, να μην  έχει όπως λέγανε χούγια...( Να μην είναι χαρτοπαίκτης, να μην είναι σπάταλος και να μη δημιουργεί προσωπικές ανάγκες, μεγαλύτερες από την οικονομική του δυνατότητα και να  έχει μέσα του το πνεύμα της αποταμίευσης.)
Ο πρώτος που μου ευχήθηκε, σαν να ήμουνα παιδί του, ήταν ο δ/ντης Αντώνης Πλωμαρίτης.
– Δεν πειράζει που δεν θα σε έχω μαζί μου, εσύ θα προκόψεις. Να είσαι τίμιος κι μη φοβάσαι τίποτα…
-Έλα μαζί μου…

Πήγαμε σε ένα γκισέ γυάλινο, κλειστό, έως επάνω, που η πόρτα άνοιγε από μέσα. Στην σειρά ήσαν τα τέσσερα ταμεία. Το πρώτο δεξιά ήταν το ταμείο της κ Τασίας Πασπάλας, δίπλα ήταν του κ Γιώργου Παπανικολάου, του Νίκου Οικονόμου,  ενδιάμεσα ήταν το γραφείο του υπαλλήλου, που έκανε την λογιστική και την ταμιακή συμφωνία όλου του Κεντρικού Καταστήματος και των χρηματαποστολών και διαθεσίμων  των Καταστημάτων Αττικής, κ Γιάννη Οικονομίδη και του Τάκη του Πανούση.
Στο αριστερό χέρι μας, ήταν το γραφείο, με το πολύ μεγάλο χρηματοκιβώτιο, του δ/ντού ταμειακών διαθεσίμων, αξιόγραφων, θησαυροφυλακίου της τράπεζας. κ Αλέκου Τσαούση.
Αυτός ήταν ψηλός, λιγνός, ασπρομάλλης, με τα μαλλιά του πάντοτε ανακατεμένα, από τις πολλές σκοτούρες.
Άνοιξε την πόρτα από μέσα, ήταν ασφαλείας…
-Αλέκο, αυτόν τον είχα για τον εαυτόν μου,  αλλά, δεν το πήρα χαμπάρι και βγήκε εγκύκλιος, τον δρομολόγησαν για σένα.
Ένα μόνο σου λέω, είναι τίμιος, φιλότιμο, καλός, και με σφραγίδα… Πρόσεξε τον στην αρχή, δεν έχει μάθει με χρήματα…
Σιγά-σιγά να τον βάλεις, μη πάθει καμία ζημιά το παιδί…
Τρέμουν τα χέρια του, δεν έχει πιάσει λεφτά…
-Καλά Αντώνη… Από κοντά θα τον έχουμε, καλορίζικος, καλή προκοπή…
Παίρνει αμέσως τηλέφωνο τον κ Μουσούρη.
-Έλα εδώ του λέει:
Σε λίγο έφτασε.
-Πάρε τον αυτόν, είναι καινούργιος ταμίας… Όμως δεν έχει πιάσει λεφτά στα χέρια του…  Από την Γορτυνία είναι, ξέρεις…  Μάθε τον, δοκίμασε τον να μετράει και όταν νομίζεις πως είναι καλά έτοιμος από σένα, μου το λες.  Μόνο μην αργείς, διότι έχουμε μεγάλη ανάγκη. Εσύ  τώρα ξέρεις…

Φύγαμε μαζί.
Πήγαμε σε ένα απόμερο δωμάτιο ασφαλισμένο, τα ανοίγματα του ήταν με διπλές πόρτες σιδερένιες και κάγκελα στο παράθυρο γκισέ , μασίφ. Εκεί, ερχόταν με βαλίτσες,  τα διαθέσιμα, οι χρηματο αποστολές από όλα τα καταστήματα της Αττικής και γινόταν η καταμέτρηση των. Και μερικά από αυτό πήγαιναν για κατάθεση της τράπεζας, στην τράπεζα της Ελλάδος. Εκεί μέσα, ήταν ντάνες τα χαρτονομίσματα, εκατομμύρια πολλά…
Ήταν όπως ακριβώς  ήσαν τα τούβλα της οικοδομής και οι τσιμεντόλιθοι.
Εκεί μέσα κανένας τους δεν τους έδινε σημασία, λες και ήταν βρόμικη ύλη.
Μπαίνοντας μέσα από την πόρτα ένα πακέτο ήταν κάτω, με μια κλοτσιά το πόδι του το μεριάζει.
Θόλωσε το μάτι μου… Τι είναι εδώ μέσα είπα…
Δεν πρόφτασα να αποτελειώσω την σκέψη μου και μου λέει:
-Βλέπεις τι γίνεται εδώ μέσα;…
Τα χρήματα είναι σαν τα τούβλα, τους τσιμεντόλιθους, της οικοδομής… Εδώ μέσα για εμάς, δεν έχουνε καμία αξία… Έχουν αξία τόση, όση και τα τούβλα που χτίζει ο κτίστης… Ο χτίστης τα χτίζει να είναι σωστά και όμορφα στην οικοδομή… Και εμείς αυτά τα μετράμε, για να είναι σωστά και τίποτα άλλο…
Και για την δουλειά που κάνουμε παίρνουμε το μισθό μας…
Αυτός ο μισθός έχει αξία για εμάς!…
Να, κάθισε εκεί δίπλα μου, να σου δείξω, πως πιάνουνε τις δεσμίδες και πως τις μετράνε. Με το πόσο γρήγορα και σωστά τις μετράς τις δεσμίδες, τόσο άξιος είσαι…
Τότε δεν υπήρχανε τα μηχανάκια καταμέτρησης και αναγνώρισης της γνησιότητας των χαρτονομισμάτων, τότε η αξιοσύνη σου ήταν στην αντίληψη, στην ταχύτητα στα δάχτυλα, το μάτι, και η αφή…
Έπιασα την δεσμίδα τα χιλιάρικα.
Έτρεμαν τα χέρια μου…
Ήταν 100χ1000 ίσον 100000 χιλιάδες.
Ο νους μου θόλωσε, το βλέμμα μου αποσβολώθηκε, υπολογισμούς έκανα με το μυαλό μου.
Ο μισθός μου τότε ήταν 976 δραχμές, πέσε είπα πως είναι1000 δρχ για να αποκτήσω εγώ 100000 που τα έχω  τώρα στα χέρια μου, πρέπει να δουλεύω και να περάσουν 8,5 χρόνια, χωρίς να ξοδέψω τίποτα, χωρίς να φάω, χωρίς να πιώ, να ζω μόνο με τον αέρα.
Και τώρα αυτά είναι στα χέρια μου… 
Και μου λένε να τα μετράω, σαν να παίζω κομπολόγι και από πάνω να μου λένε δεν έχουν καμία αξία για μένα…
-Εεεεέ… Γιάννη τι έπαθες;…
Ήτανε να μη πάθω;…
Ήτανε να μη πάθω, εδώ τα εκατομμύρια πεταμένα και εγώ η τσέπη μου πανί με πανί… Ούτε τάλιρο…
- Δεν είπαμε ότι αυτά εδώ είναι βρωμερά ύλη, δεν έχουν αξία για εμάς όσο είμαστε εδώ μέσα;…
Δεν το είπαμε ότι, είναι το εργαλείο της δουλειάς μας και τίποτα άλλο;…
Λέγε μου σου αρέσει, να μετράς τα χρήματα και να έχεις άμεση επαφή μαζί τους, να τα διαχειρίζεσαι, ή δεν αντέχεις να το ειπώ στον κ Δ/ντή τον κ Πλωμαρίτη, ότι δεν αντέχεις να είσαι ταμίας;…
Άμα δεν αντέχεις και δεν μπορείς, λέγετο να σε κρατήσει ο κ δ/ντής ο κ Πλώμαρίτης που σε θέλει όπως έμαθα…
-Όχι-όχι… Δεν δηλώνω ανικανότητα, για οποιαδήποτε δουλειά… Είναι ντροπή  για μένα…
- Πέτα την δεσμίδα να πάει στην γωνία μου είπε.
-Τι λέει αυτός  είπα από μέσα μου.
Δίστασα, έμεινα ακίνητος…
-Πέταξε την, σου είπα, τώρα…
Την πέταξα στην γωνία.
Διαλύθηκε, τα χιλιάρικα σκορπίστηκαν
Οι άλλοι συνάδελφοι γέλασαν…
-Πήγαινε τώρα και μάζεψε τα, μέτρα τα και πέσε μου πόσα είναι…
Πήγα τα μάζεψα σιγά, σιγά και τα μέτραγα, τα  κρατούσα στο αριστερό χέρι και κουνιόταν σαν βεντάλια. Μόλις σήκωσα και το τελευταίο χιλιάρικο, είπα πιο δυνατά εκατό…
Τα πήγα να του τα δώσω.
-Να πάρε αυτή είναι η χαρτοταινία των χιλίων που λέει 100χ1000= 100000 πάρε την και βάλε τα μέσα.
Την πήρα και προσπαθούσα να τα βάλω, αλλά αυτά πεισματικά δεν υπάκουαν στην θέλησή μου και δεν μπαίνανε.
Η χαρτοταινία σχιζόταν…
Άλλος εκνευρισμός μου…
Οι άλλοι συνάδελφοι με έβλεπαν κρυφογέλαγαν με την ασχετοσύνη μου, χωρίς να μου ειπεί κανένας, κουβέντα. Εκεί με άφησαν να βάλλω στην δεσμίδα ένα, ένα και στα τελευταία η χαρτοταινία σχιζόταν.
Ίδρωσα περισσότερο από ότι ίδρωνα στην οικοδομή…
Μετά από λίγο, μου έκοψε το νιονιό μου…
Σταμάτησα  την προσπάθεια και κοίταξα γύρο μου, τι έκαναν οι άλλοι καταμετρητές.
Αυτοί αφού τα μέτραγαν με μεγάλη ταχύτητα από μέσα τους χωρίς να ακούγονται εκατό, εκατό τεμάχια, τα ίσιωναν από όλες τις πλευρές  κτυπώντας τα επάνω στο γραφείο , μετά τα έπιαναν με το δεξί χέρι τα γύριζαν μισό ημικύκλιο κυλινδρικό έπιαναν την ταινία με το αριστερό χέρι την άνοιγαν και έβαζαν μέσα  το κυλινδρικό  ματσάκι των χαρτονομισμάτων με δεξιοτεχνία το έκαναν πλάκα και ήταν έτοιμη η δεσμίδα.
Έτσι το έκανα και εγώ.
Η πρώτη χαρτοταινία μου σχίστηκε,  το πέτυχα με την Τρίτη.
Τότε ο κ Μουσούρης μου λέει:
-Δεν είναι τίποτα την άλλη φορά καλύτερα…
Μερικά πράματα, δεν θέλουν κόπο, αλλά τρόπο.
Εκεί θυμήθηκα και αυτό που λέγανε οι μεγαλύτεροι στο χωριό μου.
«Κάλιο ο ενεργητής παρά ο αντρειωμένος.»
-Είδες ότι αυτά είναι τα εργαλεία της δουλείας μας. Πιστεύω να κατάλαβες τώρα.
–Ναι.
-Εσύ ξέρεις και περισσότερα γράμματα, άμα είσαι καλός και τίμιος, θα προκόψεις θα γίνεις και γενικός ταμίας, θεματοφύλακας, θησαυροφύλακας, σαν τον δ/ντή κ Τσαούση.
Αλλά εμείς τότε δεν θα ζούμε να σε δούμε.
Επήρε την δεσμίδα την ξανά μέτρησε για επαλήθευση, έβαλε την σφραγίδα της τράπεζας και την υπόγραψε. Μου έδωσε και άλλη και άλλη και τις επαλήθευε ο ίδιος.
Έτσι πέρασαν περίπου δέκα πέντε ημέρες.

Σε κάθε τομέα τραπεζιτικής δουλειάς  τότε η τράπεζα εκπαίδευε τους νέους υπαλλήλους της, ο αρχαιότερος υπάλληλος του τμήματος ήταν εκπαιδευτής του και υπεύθυνος, ο προϊστάμενος του τμήματος. Αυτοί και οι δύο έκαναν έγγραφο υπόμνημα στον δ/ντή ότι είναι εκπαιδευμένος  καλά για την δουλειά που πρόκειται να κάνει.
Η τράπεζα ήταν τότε ένα διαρκές σχολειό!…
Και οι υπάλληλοι της Ιονικής, ήταν περιζήτητοι τότε στην τραπεζική αγορά!...
Έφτασα στο επίπεδο  ακρίβειας, ταχύτητας  σχεδόν το ίδιο με τους άλλους… Χρονομετρήθηκα και είχα ξεπεράσει τον μέσο όριο χρόνου του δείκτη που είχε θέσει η τράπεζα.
Τα δάχτυλά μου, απόχτησαν την απαιτούμενη ευκινησία. 
Με παρουσίασε στον δ/ντή θησαυροφυλακίου και χρηματικών διαθεσίμων κ Αλέκο Τσαούση.
– Από μένα κ δ/ντά είναι έτοιμος.
–Έτοιμος, τόσο γρήγορα;…
-Ναι, έτοιμος.
–Πολύ καλά.
Σηκώνεται  και μου λέει, ακολούθησε με, ανοίγει την πόρτα  και με πηγαίνει δίπλα στον κ Γιώργο Παπανικολάου.
-Γιώργο δώσε του να μετράει τις δεσμίδες, και να τις μονογράφει… Και δοκίμασε τον… Αν κάνει λάθος, θα το πληρώσει… Ας προσέχει… Εκεί αισθάνθηκα την μεγαλύτερη υπευθυνότητα.
-Εδώ τώρα το κάθε λάθος το πληρώνεις Γιάννη…
Δεν υπάρχει γομολάστιχα να το σβήσεις… Και το λάθος δεν στο πληρώνει άλλος. Προσοχή…
Το μεσημέρι, μου έδωσε την αριθμομηχανή και  κάτι χαρτιά γραμμένα, αυτά λέγονται παραστατικά, μήπως ξέρεις γιατί λέγονται έτσι;…  Κατι σαν να καταλάβαινα αλλά… Έμεινα Και πάλι αποβλακωμένος
-Δεν πειράζει που δεν ξέρεις, θα μάθεις… Τα λέμε έτσι, διότι κάτι είναι γραμμένο επάνω τους, κάτι λένε, κάτι είναι και κάτι παριστάνουν, κάτι παρουσιάζουν.

Τα χαρτιά όπως βλέπεις  έχουν πράσινο και άσπρο χρώμα για ευκολία μας. Αυτά που έχουν πράσινο χρώμα παρουσιάζουν, λένε τις εισπράξεις, δηλαδή όσα εισπράττει το ταμείο( χρεώνεται) και τα άσπρα  παρουσιάζουν , λένε όσα πληρώνει (πιστώνεται)
Να θυμάσαι ότι με τα πράσινα παίρνουμε λεφτά αυτά που γράφει και τα βάζουμε στο ταμείο και με τα άσπρα βγάζουμε όσα γράφει και τα δίνουμε… Έτσι πρακτικά για να το καταλάβεις. Σιγά σιγά θα κατανόησης και τον διπλογραφικό λογιστικό μηχανισμό. Χρέωση-πίστωση…
Έκανα την άθροιση των παραστατικών χώρια τα πράσινα, λαβείν(εισπράξεις- χρεώσεις) και άσπρα δούναι (πληρωμές- πιστώσεις)  και τα επαλήθευσε και ήσαν σωστά. 

Τώρα πρέπει να κάνουμε συμφωνία ταμείου.
Δηλαδή τι είχαμε το πρωί, συν τι εισπράξαμε, μείον τι πληρώσαμε, μας κάνει, τι πρέπει σε χρήματα να έχουμε στο ταμείο μας …Επήρε την πρόχειρη φυλλάδα ταμείου. Μου δίνει και εμένα ένα λευκό χαρτί και μου είπε:
-Γράψε, 
επάνω – επάνω ημερομηνία, από κάτω ολίγον δεξιά κοντά στην μέση προηγούμενο υπόλοιπο δρχ 168.εισπράξεις  4815.000 μερικό συνολο 4.983.415 μείον πληρωμές 1.815.000 σημ υπόλοιπον 3.168.415 Αυτά τώρα έχουν αξία να συμφωνήσουν με το δικό μας χρηματικό υπόλοιπο και με ότι λέει το λογιστήριο…
Ο κ Οικονομίδης ο Γιάννης που κάνει την λογιστική συμφωνία σε όλα  τα ταμεία. Γράψε ποιο κάτω. Καταμέτρηση μετρητών δέματα 1.000.000χ2= 2.000.000-500.000χ1=500.000, 100.000χ6= 600.000- 50 χ1000=50.000΄20χ500=10.000,50χ100=5.000 κέρματα 23415 συνολο3.168.415 κοιτάμε τα δύο αυτά νούμερα και συμφωνούν.
Τώρα είμαστε εν τάξει συμφωνήσαμε παραδίδουμε τα χρήματα στο κιβώτιο και είμαστε ήσυχοι κάναμε καλά την δουλειά μας. Έχουμε  όλα τα παραστατικά και τα χρήματα… Δεν φτάνει όμως αυτό πρέπει να συμφωνήσουμε και με το υπόλοιπο που θα έχει βγάλει το λογιστήριο όταν μας ειπεί, οκ, τελείωσε η εργασία της ημέρας.
Η λογιστική συμφωνία ελέγχει το ταμείο και τον ταμία. Βρίσκει τυχόν λάθη και τα διορθώνει εάν διορθώνονται και ελέγχει τον ταμία, εάν οι εισπράξεις και οι πληρωμές είναι σωστές και το λογιστικό υπόλοιπο συμφωνεί με το  χρηματικό υπόλοιπο.
Μη τυχών και ο ταμίας έκανε  καμία κουτσουκέλα, ατιμία…και τότε πιάνεται στην φάκα…
-Το τυρί το βλέπεις… Όμως την φάκα την βλέπεις;…
Για να γίνει κάποιος ταμίας περνάει από την ψιλή κρησάρα και διαλέγεται να μην έχει χούγια…-Κατάλαβες;…
-Κατάλαβα…
-Γιάννη κατάλαβες και κατανόησες καλά ότι αυτά είναι για εμάς τα εργαλεία της δουλειάς μας, η πρώτη ύλη, τα τούβλα του μάστορα και τίποτα άλλο…
Ο μάστορας που χτίζει βάζει τα τούβλα με την λάσπη και χτίζει τον τοίχο και φτιάχνει το οικοδόμημα, το μεσημέρι όταν σχολάζει δεν βάζει οπό ένα ,δύο τούβλα και από λίγη λάσπη στην τσέπη του, τα αφήνει όλα στον τοίχο όμορφα στέρεα κολλημένα και τα άλλα στην ντάνα στην οικοδομή για να χτίσει την άλλη ημέρα. Και ο εργολάβος ,ο μηχανικός μετράει την δουλειά του και ανάλογα με την συμφωνία πληρώνεται.
-Κατάλαβες;… Δεν αγγίζουμε εκείνα που δεν πρέπει, αυτά που δεν είναι δικά μας. Αυτά εδώ μας τα εμπιστεύτηκαν διότι νομίζουν πως είμαστε τίμιοι, να τα διαφυλάξουμε και να τα διαχειριστούμε σύμφωνα με τις εντολές της τράπεζας.
Αν κάτι πάρουμε από αυτά χωρίς να το δικαιούμαστε είμαστε χειρότερα από τους κλέφτες είμαστε καταχραστές…
Περισσότερα δεν σου λέω. Αυτά να βάλεις καλά στο μυαλό σου…
-Κατάλαβες;..
- Κατάλαβα…
- Δεν είναι μόνο να τα κατάλαβες, αλλά και επί της πράξεως να το εφαρμόσεις…

Μετά από τρεις τέσσερις ημέρες όταν το πρωί πήρε το  μικρό χηματοκιβωτιάκη και την φυλλάδα συμφωνίας  ταμείου μου τα έδωσε και μου είπε:
 -Γιάννη να πάρε το κλειδί.  Προχώρα μπροστά, πήγαινε στην θυρίδα να ανοίξεις ταμείο. Κάθισε εσύ μπροστά και δούλεψε μπροστά και εγώ από πίσω. Εσύ σήμερα θα είσαι ο ταμίας και εγώ ο βοηθός σου… Δίστασα με την φράση εγώ ο βοηθός σου, με κατάλαβε και πριν προφτάσω να μιλήσω με πρόφτασε και μου λέει:
-Έτσι πρέπει, κάνε αυτό που σου λέω…
Εγώ θα είμαι από πίσω σου, θα σε παρακολουθώ και αν θα θελήσεις βοήθεια, ελεύθερα θα μου το ειπείς και θα την έχεις… Εγώ θα σου επαληθεύω τις δεσμίδες. Εσύ σήμερα είσαι ο ταμίας, υπεύθυνος και υπόλογος. Έτσι πρέπει να γίνει και έτσι έγινε…
Ήρθε ο πρώτος πελάτης με δύο πράσινα χαρτιά στο χέρι.
–Μου λέει καλημέρα , του ανταπέδωσα την καλημέρα.
Μου ευχήθηκε καλό ριζικός στην τράπεζα και καλή σταδιοδρομία. Τον ευχαρίστησα.
Ήταν υπομονετικός.
Με κατάλαβε, ο ταμίας που ήταν πίσω μου ο κ Παπανικολάου του έκανε νόημα να έχει λίγο υπομονή, διότι ήμουνα αρχάριος… Τον εξυπηρέτησα σε ανεκτό χρόνο. Ήρθε ο δεύταιρος, ο τρίτος πελάτης κλπ και ο πίσω μου ταμίας κατεύθυνε τους πελάτες στα άλλα ταμεία για να μη με πιάνει άγχος, για να εξυπηρετηθούν πιο γρήγορα διότι ήμουνα πολύ αργός. Χωρίς σε εμένα να πει κουβέντα. 

Ήταν πίσω μου αυτός, όλη μέρα όρθιος, παρακολουθούσε τις συναλλαγές, μη γίνει λάθος που δεν διορθώνεται…
Σε μία στιγμή που κόπασε η δουλειά  και ήταν λάσκα μου είπε:
-Γιάννη καλά, πολύ καλά τα πας σαν πρώτη ημέρα…
Μη βιάζεσαι εσύ θα βλέπεις μπροστά σου μόνο ένα πελάτη, ας είναι στην ουρά πολλοί , δεν θα κοιτάξεις τους άλλους και δεν θα τους μιλήσεις, ότι και να ειπούν για να μη σε πιάσει άγχος και κάνεις λάθος…
Στο ταμείο βλέπουμε μόνο έναν πελάτη αυτόν που είναι μπροστά μας…
Καλά τα πας… Καλά …Πρόσεχε, πρόσεχε, γιατί όπως θα σου είπανε και οι άλλοι στο ταμείο γομολάστιχα ,σβηστήρι δεν υπάρχει. Και αν υπάρχει γομολάστιχα, τα ταμιακά τα λάθη, δεν τα σβήνει… Τα λάθη στο ταμείο πληρώνονται και τα πληρώνει ο ταμίας.
Προσοχή- Προσοχή…
Όπως λέγανε στα χωριά μας…
«Τρεις μέτρα, και μία κόψε…»
-Το ξέρεις τι σημαίνει αυτό;
-Ναι το ξέρω.
-Για λέγε μου να δώ…-Έλεγε η γριά μοδιστρούλα, που δεν έβλεπε και καλά, στην νεώτερη μοδίστρα, όταν θέλανε  να κόψουν το ντρίλινο ύφασμα να φτιάξουν τα μαστορικά τα ρούχα, να μετρήσει καλά, τρεις φορές, να το επαληθεύει και μετά να πάρει το ψαλίδι για να κόψει το ύφασμα, γιατί άμα κάνει λάθος στο μέτρημα, θα το κόψει λάθος, θα αχρηστέψει το ύφασμα και μετά διόρθωση δεν παίρνει…
Έτσι πέρασε μαθητευόμενος,  μία βδομάδα.
Την δευτέρα πρωί – πρωί όταν παρουσιάστηκα ο ταμίας κ Παπανικολάου με πήγε στον δ/ντή κ Τσαούση και του είπε:
-Κύριε δ/ντά είναι έτοιμος, τρίβουν τα χέρια του, καλά τα πήγε… Ας κολυμπήσει και μόνος του, χωρίς σωσίβιο, θα τα καταφέρει… Σε δέκα πέντε ημέρες θα είναι αετός, δεν θα πιάνεται. Έχει καλό μάτι, και τα δάκτυλά του καλά δουλεύουν…
-Τότε Γιώργο πήγαινε και φτιάξε του το ταμείο του.
Έφυγε.
Μετά από λίγο γύρισε με ένα μικρό σιδερένιο κιβώτιο (χρηματοκιβώτιο).
Το άνοιξε, μέτρησε τις δεσμίδες, άνοιξε την κασετίνα με τα κέρματα ήταν γεμάτη.
Μου το έδωσε και μου είπε:
-Γιάννη αυτό είναι το ταμείο σου, αυτά που έχει μέσα είναι ένα εκατομμύριο. Είναι δικά σου τώρα. Είναι τα υλικά με αυτά τα υλικά δουλεύουμε. Είναι δικά σου για εδώ μέσα και μέχρι το μεσημέρι… Το μεσημέρι, δίνεις λογαριασμό…
Περισσότερα εγώ δεν θα σου ειπώ, μου είπανε ότι τώρα σε εκπαίδευσαν, είσαι εκπαιδευμένος.
Εκτός εάν αυτά που σου είπανε δεν τα κατάλαβες καλά και θέλεις να με ρωτήσεις κάτι. Εγώ αμέσως θα σου το ειπώ, όχι μόνο τώρα, αλλά και όποτε νομίζεις ότι κάτι δεν ξέρεις και σε κάτι δυσκολεύεσαι.
-Προσοχή – προσοχή  λάθος στο ταμείο δεν επιτρέπεται, δεν συγχωρείται, δεν σβήνει...
Είναι από το αμάρτημα το ασυγχώρητο, πληρώνεται… 
Και ποιος  το πληρώνει;…
Το πληρώνει ο ταμίας…
Εσύ όπως με διαβεβαίωσαν, τέτοια λάθη δεν θα κάνεις για να στενοχωρηθούμε όλοι μας…

Εγώ μόνο ένα σου λέω:
- Την βλέπεις αυτή εδώ;
-Ναι.
- Αυτή  ή είναι η κερματοθήκη που βάζουμε τα κέρματα.
Όλοι μας όταν δουλεύουμε έχουμε ανάγκη από ένα καφέ και παραγγέλνουμε στο κυλικείο και μας τον φέρνουν.
Σου λέω, ποτέ να μην απλώσεις το χέρι σου σε αυτή εδώ την κερματοθήκη για να πάρεις ένα κέρμα και να πληρώσεις τον καφέ σου…
-Πρόσεχε... Πρόσεχε...
-Πριν παραγγείλεις τον καφέ, θα βγάλεις  από την τσέπη σου το αντίτιμο και μόλις θα σου τον φέρουν τον καφέ, αμέσως θα τον πληρώσεις… Αν έχεις θα παραγγείλεις καφέ, αν δεν έχεις δεν παραγγέλνεις.
-Τα ακούς;… Τα ακούς;… Δεν παραγγέλνεις...

Με οδήγησαν στο ημιυπόγειο σαλόνι που ήσαν τα τμήματα των γραμματίων, το εξαγωγικό εμπόριο και τα ένσημα του ΙΚΑ. Άνοιξα ταμείο και εισέπραττα τις εισφορές των επιχειρήσεων και των οργανισμών για την αγορά των ενσήμων ασφάλισης των εργαζομένων και ήσαν οι κάτωθι κλάδοι και κατηγορίες βαρέα, ανθυγιεινά, μικτά και ασθενείας  του ΙΚΑ.
Θεωρώ σκόπιμο να αναφέρω τα τμήματα που ήσαν στο ημιυπόγειο. Ήταν το τμήμα συναλλαγματικών και γραμματίων προϊστάμενος ο κ Πρόντζας με το τμήμα δακτυλογράφων. Το τμήμα εξαγωγών με προϊστάμενο τον κ Αλεξανδρή, ενθυμούμαι τότε μικροί υπάλληλοι ήσαν ο Παναγιώτης ο Λαϊνάς(προσωπάρχης)  και ο Παναγιώτης Γιαννόπουλος και το τμήμα αλληλογραφίας.
Προϊστάμενο είχα τον Θανάση τον Καρδάση εις τον οποίο κάθε μεσημέρι παρέδιδα συμφωνημένα το απόθεμα των ενσήμων του ΙΚΑ, με τα παραστατικά τους…
Το χρηματικό υπόλοιπο του ταμείου κάθε μεσημέρι συμφωνημένο το παραδίδαμε εις τον Δντή των ταμιών κ Τσαούση για έλεγχο και φύλαξη, εις το θησαυροφυλάκιο για να το παραλάβουμε κλειδωμένο την επομένη… 

Ο θησαυροφύλακας ρύθμιζε την ταμιακή ρευστότητα της τράπεζας και το υπόλοιπο των ταμιακών διαθεσίμων το κατάθετε εντόκως εις την τράπεζα της Ελλάδος σε ειδικούς λογ/μούς για την χρηματοδότηση ειδικών σκοπών, βιοτεχνία- βιομηχανία κλπ.

Οι ημέρες πέρναγαν ομαλά και όσο πήγαιναν τα δάκτυλά μου αποκτούσαν μεγαλύτερη ταχύτητα στο μέτρημα και στην αναγνώριση των χαρτονομισμάτων.
Ο ταμίας  έπρεπε τότε να  είχε καλή αφή στα δάκτυλα, καλή όραση και ταχύτητα… Εκτός των προ απαιτουμένων, του ήθους και της τιμιότητας… Ο ταμίας δεν έπρεπε να είχε χούγια… Διότι όπως λέγανε τότε στα χωριά.... "Πρώτα βγαίνει και φεύγει η ψυχή και μετά το χούι."
Ενώ όλα μου πήγαιναν κατ ευχή ο σατανάς με ζήλεψε και μου κρυβόταν, με παραφύλαγε να μου την φέρει στην λεπτομέρεια…

Μια μέρα στην δουλειά με ζήλεψε τόσο πολύ και ήρθε απρόσκλητος στα καλά του καθουμένου. Ήρθε και έκατσε επάνω στο γκισέ σταυροπόδι…
Ήταν τέλος του μήνα Ιούλιος καλοκαίρι, οι  επιχειρήσεις προμηθεύονταν τα ένσημα του ΙΚΑ για τους εργαζόμενους εντός των καθορισμένων ημερομηνιών προθεσμιών. Κόσμος πολύς στην τράπεζα και φυσικά και μπροστά στο δικό μου ταμείο.
Κάποια ημέρα από αυτές και περίπου δώδεκα το μεσημέρι πλησίασε  από το πλάι της σειράς μία όμορφη ξανθιά κοπέλα και μου ζήτησε ναζιάρικα να εξυπηρετηθεί κατ εξαίρεση, εκτός σειράς… 
Ο διάβολος, όταν θέλει να κάνει το κακό, πάντοτε ελκυστικός, προκλητικός, εμφανίζεται και επιμένει...
Έτσι και αυτή επέμενε να εξυπηρετηθεί.

Εγώ τίμιος ειλικρινής, αυθόρμητος, δίκαιος και άπειρος το θεώρησα την απαίτηση της προκλητική και άδικη έναντι των άλλων, που ήθελε να τους πάρει τη σειρά. Στην αρχή με ευγενικό τρόπο της είπα ότι δεν μπορώ να την εξυπηρετήσω, να περιμένει με την σειρά της. Στην δεύτερη και Τρίτη απαίτηση της με λίγο αυστηρό ύφος της το ξέκοψα, ότι δεν πρόκειται να την εξυπηρετήσω εκτός σειράς.
Όλοι οι παριστάμενοι πελάτες το ευχαριστήθηκαν με την δίκαιη συμπεριφορά μου…
Αλλά το δίκαιο δεν ευλογείται…
Το δίκιο των αδυνάτων από τους τρανούς αδικία κάνει…
Επήρα την ευθύνη που δεν μου αναλογούσε.
Έπρεπε να την παραπέμψω στον προϊστάμενο μου για  να επιλύσει  αυτός το θέμα της και ανέλαβα την ευθύνη. Δεν το έκανα… 
Η κοπέλα απειλώντας με έφυγε…
Μετά από λίγο ήρθε ένας κύρος και με ρώτησε.
Ήταν ψηλός  γκριζομάλλης καλοφτιαγμένος.
–Κύριε ταμία…
-Ορίστε κύριε… Τι θέλετε;…
-Προ ολίγου σε σένα ήρθε μία δεσποινίδα για να αγοράσει ένσημα του ΙΚΑ και την διώξατε…
- Ναι κύριε… Ήρθε και της είπα να περιμένει με την σειρά της να την εξυπηρετήσω…
- Ποια σειρά της, από τις οκτώ το πρωί είναι εδώ στην τράπεζα και την ταλαιπωρείς μισή ημέρα τώρα…
-Όχι κύριε, πριν λίγο ήρθε, και επέμενε να εξυπηρετηθεί εκτός σειράς. Τι έπρεπε να κάνω να παραβλέψω όλους τους άλλους που περίμεναν με την σειρά τους για να εξυπηρετήσω την δεσποινίδα;…
-Συμπεριφέρθηκες απρεπώς σε υπάλληλο δικό μου…
-Ποιος είσαι εσύ;… Ποιος είσαι;… Το ξέρεις πως εγώ σε πληρώνω;…  Έτοιμος ήμουνα να τον αρχίσω… Αλλά αμέσως μπήκε μέσα στο ταμείο μου ο προϊστάμενος μου και με συγκράτησε…
-Γιάννη- Γιάννη μη σε παρακαλώ… και με σκούντησε…
Ο προϊστάμενος ήταν ηλικιωμένος σχεδόν γέρος σαν τον πατέρα μου, τον σεβάστηκα και δεν μίλησα… Ευτυχώς!...
–Δεν θέλω να τον ξανά δω εδώ μέσα αυτόν τον υπάλληλο, είπε φωναχτά και έφυγε…
Συνέχισα να δουλεύω...
Μετά από λίγο έρχεται πάλι ο προϊστάμενος με έναν άλλον συνάδελφο υπάλληλο και κατέγραψαν τα υπόλοιπα των ενσήμων του ΙΚΑ.
Τα πήραν και άνοιξαν άλλη θυρίδα και συνέχισε αμέσως να εξυπηρετείται ο κόσμος.  Με βοήθησαν έγινε καταμέτρηση του χρηματικού και συμφωνία του ταμείου μου και ήταν εν τάξει. Υπέγραψαν το φύλο συμφωνίας  και παραλαβής του ταμείου και επήραν το χρηματικό υπόλοιπο μέσα στο  μικρό φορητό χρηματοκιβώτιο  και τα κλειδιά του.
Κατάλαβα και ένοιωσα πως κάτι γινόταν, πως ήταν η αποκαθήλωσης μου… 
Όταν τελείωσε αυτή η διαδικασία  ήρθε ο υποδ/ντής στο βαθμό κ Αλεξανδρίδης μου έφερε μια γραβάτα και μου είπε φόρεσε την.
Την φόρεσα. Και μετά με στενάχωρη φωνή μου είπε:
-Γιάννη εντολή του κ Προσωπάρχη του κ Λυμπερόπουλου να παρουσιασθείς αυτή την στιγμή εις το γραφείο του αναπληρωτή γενικού δ/ντή του κ Παυλόπουλου…
Φόρεσε το σακάκι σου κούμπωσε το.
Τώρα πάμε…
Το γραφείο  του αναπληρωτή γενικού ήταν το πρώτο αριστερό γραφείο της κεντρικής εισόδου όπως μπαίνουμε από την οδός Πανεπιστημίου.
Μόλις φτάσαμε για να μπούμε μέσα βγαίναν ο δ/ντής των ταμιών θησαυροφύλακας κ Τσαούσης και η υπδ/τρια κ Τασία Πασπάλα.
Ο κ Τσαούσης με κτύπησε με μειδίαμα στον ώμο, χωρίς να μου πει κουβέντα.

Μπήκαμε μέσα, τον ενημέρωσε η ιδιαιτέρα του  μας άνοιξε την πόρτα και μπήκαμε.
Χαιρέτησε  και είπε:
-Σας τον έφερα κ γενικέ.
-Καλώς τον…
Χαιρέτησε και έφυγε…
Εγώ όρθιος περίμενα, εκεί  έτσι όρθιος σε στάση προσοχής, αμίλητος και ακούνητος περίμενα περισσότερο από πέντε λεπτά.
Ο γενικός με μισό σκυμμένο κεφάλι με περιεργαζόταν, χωρίς να συναντηθούν τα βλέμματα μας.
Μετά  από λίγο σηκώνει το κεφάλι του, με κοιτάζει στα μάτια και μου λέει:
-Τώρα τι κάνουμε με σένα;…
-Κύριε γενικέ μου επιτρέπετε…
-Τι να σου επιτρέψω, κύριε γενικέ και κύριε γενικέ το πας, τι θέλεις να μου πεις;… Θα μου πεις πως ο πελάτης, και η δεσποινίδα έχουν άδικο και εσύ έχεις όλα τα δίκια… Αυτό δεν θέλεις να μου ειπείς;…
-Κύριε γενικέ…  Με έκοψε και μου λέγει: 

-Άκουσε για να το καταλάβεις…
"Η σκόνη που αφήνει κάθε πελάτης εδώ στην τράπεζα που μπαίνει είναι καλή ωφέλιμη  για εμάς… Από αυτή την σκόνη ζούμε και αν  είναι δυνατόν να μπορούσαμε να στρίψουμε την Πανεπιστημίου να περνάνε όλοι από μέσα και να βγαίνουν από την Πεσματζόγλου… Για να αφήνουν εδώ μέσα όλοι τους την σκόνη από τα παπούτσια τους." -Το κατάλαβες ή δεν το κατάλαβες;… 
Αυτά μέχρι τότε ήσαν ακαταλαβίστικα για μένα…
-Κύριε γενικέ μου επιτρέπετε…
-Και εσύ… Εσύ διώχνεις τους πελάτες…
-Κύριε γενικέ να σας εξηγήσω.
-Τι να μου εξηγήσεις και να μου εξηγήσεις και τι να μου ειπείς;…
Θα μου πεις πως, πως οι πελάτες είναι δύστροποι και έχουν άδικο και εσύ, εμείς έχουμε δίκιο…
Αυτούς τους δύστροπους πελάτες εμείς πρέπει με τον τρόπο μας την καλή μας συμπεριφορά να τους κάνουμε καλούς… Δεν τους διώχνουμε…  Διώξε τον έναν διώξε τον άλλον… Θα μείνουμε μοναχοί μας και μετά, μετά, θα το κλείσουμε το μαγαζί με … παλιούρια… Τα ξέρεις;…
-Κύριε γενικέ…
-Τώρα τι κάνουμε με σένα;
Ακούνητος, αμίλητος εγώ στήλη άλατος…
-Να σε στείλω στην Καλαμπάκα, εκεί να σε βαρέσει στο κεφάλι, να μην έχεις τι να κάνεις, να παντρευτείς να πάρεις μεγάλη προίκα και καλές βελέντζες να βολευτείς…
Όρθιος σε στάση προσοχής εγώ, οι γροθιές μου έκαναν σπασμωδικές συσπάσεις, έτοιμος να εκραγώ… Έκανα υπομονή, υπομονή, άιντε είπα να μη περάσει του διαβόλου…
Και συνέχισε:
-Ο γέγονε  γέγονε… Η απόφαση έχει ληφθεί… Που μένεις;…
-Στο Μπουρνάζι κύριε γενικέ.
-Προς τα πού πέφτει εκείνο το Μπουρνάζι;…
-Προς το Περιστέρι κύριε γενικέ.
–Τότε, από αύριο το πρωί να πας στο Περιστέρι να παρουσιασθείς στον εκεί στρατοπεδάρχη τον δ/ντή τον κύριο Λαμπράκη, θα έχει ενημερωθεί σχετικά για να συμμορφωθείς και μετά από λίγο θα σε φέρω εδώ… Και το παράξενο με σένα… Όλοι, μα όλοι εδώ, λένε τα καλύτερα λόγια για σένα… Πως το έκανες αυτό;
-Κύριε γενικέ…
-Τώρα το είπα… Το είπα και δεν το παίρνω πίσω, δεν πρέπει… Πήγαινε τώρα και να ακούσω και εκεί καλά λόγια για σένα… Υποκλίθηκα και έφυγα από το  γραφείο καταϊδρωμένος.

Όταν βγήκα από το γραφείο όλοι οι συνάδελφοι βουβοί με κοίταζαν με απορία και με συμπόνια ζωγραφισμένη στο πρόσωπό τους. Δεν ήξεραν τι έγινε. Επήγα στο γραφείο του δ/ντου κ Τσαούση.
–Έλα Γιάννη… Προσπαθήσαμε, αλλά ο κ γενικός είχε πάρει την απόφαση πριν ακόμα σε δει και ενημερωθεί από εμάς…
Ο κ Πλωμαρίτης έτρεξε αμέσως, αλλά, είχε δώσει εντολή στον προσωπάρχη για να μετατεθείς…
Δεν πειράζει… Εσύ είσαι εργατικός ,φιλότιμος, τίμιος, και θα προκόψεις. Να πάρε αυτό το φάκελο όπως είναι κλειστό και να το παραδώσεις στον δ/ντή του καταστήματος  τον κ Λαμπράκη και προσοχή… Σε λίγο καιρό, θα σε ξαναφέρω, εδώ. Στο καλό Γιάννη παιδί μου… 
-Σας ευχαριστώ κύριε δ/ντά  για ότι κάνατε, για μένα…

Οι συνάδελφοι μικροί και μεγάλοι στο βαθμό με ρωτούσαν να μάθουν τι έγινε.   Όλο
ι τους μόλις τους έλεγα ότι μετατίθεμαι στο Περιστέρι  έλεγαν:
-Στο Περιστέρι; Στο Περιστέρι, πω… πω… Στο Νταχάου;… Στον στρατοπεδάρχη;… Στον Λαμπράκη;.. Πω πω… Απογοήτευση….
-Υπομονή, καρτερικότητα  είπε, ο Γιάννης στον Γιάννη…
Σε ποιόν να ειπείς τον πόνο σου σε ποιόν τα βάσανα σου;... 

Δεν έχεις κανέναν…
Όταν κατέβηκα το τελευταίο σκαλοπάτι της μαρμάρινης σκάλα της κεντρικής εισόδου και έφευγα βουρκώσανε τα μάτια μου…
Και λέει ο Γιάννης στον Γιάννη.
-Άνθρωπος θα είναι και αυτός, δεν θα είναι κανένας κανίβαλος για να σε φάει…   Και να θέλει να με φάει, να μου κάνει κακό, νέος είμαι, δυνατός θα τον αφήσω;… 
Θάρρος Γιάννη, θάρρος…
Εσύ ρε Γιάννη τα έβαλες με τον σατανά, τον διάβολο, στο βουνό στον Αρτοζήνο και τον νίκησες, και τώρα θα φοβηθείς τον άνθρωπο;
Τον Λαμπράκη στον Περιστέρι;

Στο περιστέρι.
Ο κ Λαμπράκης Γεώργιος ήταν τότε δ/ντής του υποκαταστήματος Περιστερίου. Είχε βγάλει την φήμη του αυστηρού δ/ντή. Ήταν συγκεντρωτικός, αλλά όμως ήταν άριστος τραπεζιτικός, ηθικός, τίμιος, γνώστης των τραπεζικών εργασιών. Δεν άφηνε περιθώρια η τραπεζική εργασία να μην είναι τέλεια και να υπάρχουν εκκρεμότητες.
Στην τράπεζα τότε και τώρα δεν υπήρχε, το άστο τώρα, θα το φτιάξουμε αύριο… Κάθε εργασία τελείωνε μέχρι το μεσημέρι. Δ
εν νοείται τράπεζα να μη έχει τους λογαριασμούς του πελάτη ενήμερους…. Και όλοι οι λογαριασμοί να είναι  λογιστικά συμφωνημένοι.
Νόμιζες τότε ότι αν γίνει κάτι, αβλεψία, αμέλεια, ή παράληψη, ότι δεν θα σου χαριστεί. Θα φθάσει στα ανώτατα
  επίπεδα, κλιμάκια της ιεραρχίας της τράπεζας και ότι η προτεινόμενη ποινή θα είναι πολύ μεγαλύτερη της προβλεπομένης και θα είναι αμίλητη.
Τα δελτία αξιολόγησης του, για τους υπαλλήλους του, ήταν τα αυστηρότερα σε όλη την τράπεζα, δεν ήσαν χαριστικά… Όμως απεικόνιζαν την πραγματικότητα την αξία και αξιοσύνη του κάθε ενός μας.
Επήγα στο Περιστέρι, στο κατάστημα, τον καλημέρισα. Μου είπε μια ξερή καλημέρα, του παρέδωσα τον φάκελο. Με μία κίνηση δυσανασχέτησης το ακούμπησε πίσω από το γραφείο του επάνω στον φωριαμό, σαν κάτι το άχρηστο. Σηκώθηκε επάνω και με κοφτή φωνή μου είπε:
-Έλα…
-Ακολούθησα…
Δεν με παρουσίασε στους συναδέλφους όπως συνηθίζεται, όταν στο κατάστημα έρχεται νέος συνάδελφος. Με πήγε και με έβαλε καταμετρητή στο ταμείο. Ταμίας ήταν ο ηλικιωμένος κ Φραγκόπουλος. Την επόμενη ημέρα άνοιξα δεύτερο ταμείο και κυρίως εισέπρατα την
  εξόφληση των συναλλαγματικών και γραμματίων τα οποία ήσαν πολλά.
Προϊστάμενος του τμήματος των συναλλαγματικών και γραμματίων ήταν ο κ Ευθύμιος Χαρίσης( ο μετέπειτα δ/ντής Καταστημάτων και εργασιών)
Την περίοδο εκείνη υπήρχε φτώχεια, αναδουλειά στην Χώρα. Είχε τότε αρχίσει η εσωτερική και εξωτερική μετανάστευση. Εξωτερική μετανάστευση προς Γερμανία, Αυστραλία, Αμερική. Έφευγαν από την Χώρα τα πιο
  γερά, τα πιο όμορφα νιάτα , συνήθως με λίγες γραμματικές γνώσεις και χωρίς τέχνη. Έφευγαν οι διαλεχτοί!…
Εκεί στην ξενιτειά ήσαν τα σκληρά χέρια, το φτηνό εργατικό δυναμικό τους, για τις σκληρές δουλειές… Οι τότε κυβερνήτες της Χώρας μας, έλεγαν:
«Το μεταναστευτικό συνάλλαγμα είναι η σωτηρία της Χώρας… Της Πατρίδας!...» Η Χώρα δεν είχε τίποτε από προϊόντα να εξαγάγει για να εισάγει συνάλλαγμα για τις ανάγκες της και έκανε εξαγωγή του ανθρώπινου εργατικού δυναμικού της, του ενός εκ των συντελεστών της
  παραγωγής [Εργασίας] Του σημαντικότερου όλων. Το έμψυχο υλικό της!...
Εσωτερική μετανάστευση.
Έφευγαν από την επαρχία συνήθως οι νέοι για σπουδές και για δουλειά.. Εγκατέλειπαν οι οικογένειες
 τα χωριά και ένεκα των πολιτικών παθών και πεποιθήσεων, του Εθνικού διχασμού και της διχόνοιας, από τα κατάλοιπα της αντεκδίκησης του εμφυλίου…
Τότε με το ανακάτεμα του πληθυσμού, άρχισε με την ιδιωτική πρωτοβουλία και επιχειρηματικότητα να εκβιομηχανίζεται η Χώρα να γίνονται μικρές οικοτεχνίες, μεγαλύτερες βιοτεχνικές μονάδες, βιομηχανία και αναπτύχθηκε το εσωτερικό και εξωτερικό εμπόριο.
Τότε υπήρξε άνθιση του τραπεζικού συστήματος… Ως μοχλός ανάπτυξης της οικονομίας. Η μικρή λαϊκή αποταμίευση ήταν χρήσιμη και επιδιωκόμενη
  ήταν ο οικονομικός αιμοδότης…
Η Χώρα είχε βγει κατεστραμμένη από τον Β Παγκόσμιο πόλεμο, την διπλή κατοχή, την Ιταλική και την Γερμανική και τον ολέθριο δεκαετή εμφύλιο πόλεμο, σπαραγμό,
 που ήταν η καταστροφή των πάντων, των οικονομικών και ηθικών αξιών και αγαθών.
Ο κόσμος έφευγε από τα χωριά για να ξεχάσει και να ξεχαστεί. Να ξεχάσει τα πάθη, τα παθήματα του από τις αντεκδικήσεις, τις βεντέτες... Να ξεχαστεί σαν άτομο, να μη τον βρίσκουν να του κάνουν το κακό. Και αυτά ήσαν η αιτία της αστυφιλίας και ο μαρασμός της επαρχίας. Η αρχή της σημερινής καταστροφής… Της σημερινής ερήμωσης της υπαίθρου…
Στις πόλεις τότε υπήρχε ανάγκη από τα πάντα . Από κατοικία, από οικοσκευή, από είδη διατροφής και ένδυσης.
  Η ζήτησης των οικονομικών αγαθών μεγάλη, οι οικονομικοί πόροι, τα χρηματικά διαθέσιμα μηδαμινά…

Τότε από την ανάγκη της ζήτησης και την έλλειψη των συναλλακτικών χρηματικών διαθεσίμων, έγινε η αιτία
  να αναπτυχθεί η συναλλαγματική πίστης (προφορική και έγγραφη).  Προφορική ήταν  η εμπιστοσύνη που έδινε ο ένας, στον άλλον, κατά την οικονομική συναλλαγή, ο έμπορος, ο επιχειρηματίας, στον συναλλασσόμενο ιδιώτη ή έμπορο, να του δώσει το προϊόν τα οικονομικά αγαθά με την προφορική υπόσχεση να το εξοφλήσει σε ορισμένο μεταγενέστερο χρόνο. Η έγγραφη πίστη ήταν με την υπογραφή συναλλαγματικής, ή, γραμματίου, της επιταγής και της μεταχρονολογημένης επιταγής.
Η συναλλαγματική και το γραμμάτιο των φερέγγυων εμπόρων εθεωρείτο χρήμα,
 ως το κυκλοφορούν χρήμα και άλλαζε χέρια με μεγάλη ταχύτητα και διευκόλυνε την παραγωγή διαδικασία και την διακίνηση των προϊόντων.  Τα  μικρά μαγαζιά τα μπακάλικα τότε ήσαν οι τροφοδότες της φτωχολογιάς… Οι  οικονομικοί αιμοδότες της ζωής… Οι προσωπικές καλές σχέσεις με την γειτονιά και την κοινωνία ήταν η σωτηρία… του ατόμου και της οικογένειας…  Το τεμπεσίρι έγραφε στο τεφτέρι και με τον λόγο, την εμπιστοσύνη, την τιμιότητα, την  αλληλεγγύη, την μπέσα, έζησε η φτωχολογιά και έβρισκε ψωμί, και  τα απαραίτητα στην ανάγκη, στην αναδουλειά, το στήριγμα να συντηρηθεί να ζήσει… (βερεσέ από το μικρο μπακάλικο της γειτονιάς).
Υπήρχε η συνοχή της κοινωνίας!...
Σιγά, σιγά αναπτύχθηκε η οικοτεχνία, η μεταποίηση, η παραγωγή προϊόντων, άρχισαν οι εργασίες και η οικονομική ανάπτυξη.

Εκεί στο κατάστημα Περιστερίου τις πρώτες ημέρες οι συνάδελφοι με κοιτούσαν περιέργως, ήσαν επιφυλακτικοί μαζί μου, δεν αντάλλασσαν κουβέντα, εκτός τις απαραίτητες της δουλειάς και εκείνες λίγες…
Με έβλεπαν σαν να έχω αποβληθεί από την τραπεζική οικογένεια.
Με θεωρούσαν τιμωρημένο και ότι με είχαν στείλει στο πειθαρχείο- στο αναμορφωτήριο για να εκτείνω ποινή και να συνετιστώ.
Εκεί σιγά-σιγά με πολύ κόπο και υπομονή απέκτησα την εμπιστοσύνη και την αγάπη των συναδέλφων μου, εφόσον πρώτα τους έδειξα την αγάπη μου, τον σεβασμό μου και την αξιοσύνη μου…
Σε λίγο γίναμε όλοι μια οικογένεια και φίλοι…
Εκεί στο υποκατάστημα
  αυτό έμεινα δέκα πέντε χρόνια, το αγάπησα και με αγάπησε.
Θεωρώ υψίστη υποχρέωση μου, τιμή μνήμης, να αναφέρω τους συναδέλφους που συν υπηρέτησαν στο κατάστημα Περιστερίου…
Δ/ντής Λαμπράκης Γεώργιος( Πτυχιούχος ΑΣΟΕΕ) Υπ/ντής Κοκρής Νίκος Τμήμα καταθέσεων Καγιόπουλος, Σιγούρος Γιάννης Τζιβολιάς Ηλίας, Φιλόπουλος Δημήτης, Φιλόπουλος Νίκος, Δημόπουλος Γεώργιος,
 Δημόπουλος Δημήτριος (ΑΣΟΕΕ) Τμήμα γραμματίων Χαρίσης Ευθύμιος (ΑΣΟΕΕ) Μουγνάη Αλέκος, Προκόπης Ηλίας, Παπασιδέρης Ιωαν, Αδελίνης Παναγιώτης, Λογιστήριο Αναστασόπουλος Ιωάννης, Σχοινάς Δημήτριος,   Κορνηλάκη-Χουντή Δέσποινα, Μουροπούλου Χρυσάνθη Χορηγήσεις Αμανάκης Ιωάννης(ΠτυχιούχοςΑΣΟΕΕ) Αλεξίου Παναγιώτης Κανελλόπουλος Γεώργιος, Χιώτης Ιωάννης Αντωνόπουλος Γεώργιος, Αντωνοπούλου Βσιλική Ζαφείρης Νίκος(πτυχιούχος νομικής) Αντωνίου Γιάννης, Ταμίας Φραγκόπουλος, Αντωνίνης Γ, Βέργος Γιάννης,(πτυχιούχος ΑΣΟΕΕ) Κουντουράκης Γιάννης… Βασιλόπουλος Μιχάλης, Σχίζας Νίκος (πτυχίο ΑΣΟΕΕ), Δίσιος Σπύρος Ράγιας Σωτήρης  Σαρλής Σοφοκλής… 


 Την εποχή εκείνη σε ολόκληρη την περιοχή του Περιστερίου, ή, καλύτερα από την δυτική πλευρά του Κηφισού, Αιγάλεω, Αγία Βρβάρα, Χαϊδάρι, Δάσος Χαϊδαρίου, Πετρούπολη, Ν Λιόσια, Άγιοι Ανάργυροι κλπ  δεν υπήρχε άλλο κατάστημα τράπεζας παρά μόνο το κατάστημα της Ιονικής τράπεζας στο Περιστέρι. Η περιοχή αυτή τότε ήταν αναπτυσσόμενη, κόσμος για συναλλαγές πολύς, οι υπάλληλοι σε σχέση με την δουλειά πολλοί λίγοι, για αυτό είχαν ονομάσει το κατάστημα στο Περιστέρι Νταχάου…
Η περιοχή του Περιστερίου τότε θεωρείτο υποβαθμισμένη περιοχή.
Εκεί είχαν καταφύγει και κατοικούσαν σε ξύλινες παράγκες οι Έλληνες πρόσφυγες της Μικράς Ασίας, μετά την σφαγή της Σμύρνης,  τον όλεθρο του 1922. Εκεί είχαν καταφύγει και οι  κατατρεγμένοι από την επαρχεία κυνηγημένοι φτωχοί Έλληνες για τα κοινωνικά τους φρονήματα, που οι περισσότεροι ήσαν αριστερίζουσας ιδεολογίας, με εκλεγμένο κουμουνιστή Δήμαρχο επι πολλά χρόνια.
Ήταν εγκαταλελειμμένη περιοχή από τις τότε κυβερνήσεις, λόγω του ότι οι κάτοικοι ήσαν  αντίθετης πολιτικής ιδεολογίας…
Εργατικοί άνθρωποι, φτηνά εργατικά χέρια στην περιοχή, άνοιξαν πολλές επιχειρήσεις και εργοστάσια, ο κόσμος άρχισε να έχει δουλειά κινήθηκε η οικονομία.
Αυξημένη ζήτηση και προσφορά οικονομικών αγαθών, ανικανοποίητες ανάγκες, ανάγκη για τα πάντα, οίκηση, είδη διατροφής, ένδυση, αυξημένες οικονομικές συναλλαγές… Ουρές διπλές τριπλές μπροστά στα γκισέ της τράπεζας. Όλοι οι συνάδελφοι στην πρώτη  γραμμή την ώρα  της αιχμής των συναλλαγών.
«Η γραμμή των πρόσω!...»
Οι μεγάλοι επιχειρηματίες, έμποροι κλπ που έφερναν τις εισπράξεις των να τις καταθέσουν για να καλύψουν τίς υποχρεώσεις των από επιταγές και συναλλαγματικές τους,  δυσανασχετούσαν να περιμένουν στην ουρά.
Και από την πόρτα φώναζαν στον ταμία
–Πιάσε την  Βέργο και πέταγαν από μακριά την  σακούλα με τα λεφτά και έλεγαν τόσα είναι και έφευγαν.
Η σακούλα μέσα είχε τα χρήματα, ένα χαρτί που έγραφε πόσα ήσαν τα χρήματα, το όνομα τους, σε ποιο λογ/σμό ήθελαν να κατατεθούν και την υπογραφή του πελάτη…
Όσοι υπηρέτησαν στο κατάστημα στο Περιστέρι τα θυμούνται...
Τότε υπήρχε ήθος, τιμιότητα μπέσα και αρετή στις συναλλαγές.
Ο έμπορος, ο επιχειρηματίας, ο υπάλληλος, ο τραπεζικός, ο δάσκαλος, ο καθηγητής,  ο αξιωματικός κλπ σεβόταν τον  εαυτόν του και το  επάγγελμά του. 


Ό Έμπορος είχε λόγο και το είχε σε τιμή και υπερηφάνεια τον τίτλο του Εμπόρου, του Επιχειρηματία, του καθηγητού του τραπεζιτικού του αξιωματικού του δικαστικού του βουλευτού… Τότε δεν βρήκα λάθος σε αυτές τις σακούλες με τα λεφτά που τις πέταγαν σαν τις μπάλες του μπάσκετ στο ταμείο.
Η καταμέτρηση των και η τακτοποίηση των λογαριασμών γινόταν μετά από τις ώρες της συναλλαγής με τον κόσμο. Τότε δεν υπήρχαν τα σημερινά βοηθητικά μέσα και τα πάντα ήσαν χειρόγραφα και η καταμέτρηση και ο έλεγχος της γνησιότητα των χαρτονομισμάτων με το χέρι.
Οι υπολογισμοί τραπεζιτικής μορφής με το χέρι και το μυαλό… 
Πολύ αργότερα ήρθε μια χειροκίνητη αθροιστική μηχανή για  το λογιστήριο, και ο χειροκίνητος πολλαπλασιαστής, για τον υπολογισμό των τόκων των καταθέσεων και των χορηγήσεων. (Τους τοκαρίθμους)
Η κίνηση κεφαλαίων εσωτερικού γινόταν με το τηλέφωνο και σύνδεση μέσω ΟΤΕ  με το βύσμα… με μεγάλες διακοπές σε ώρες μεγάλη αιχμής και με μπλοκάρισμα, επικαλύψεις των γραμμών.
Και η διασφάλιση μας, ήταν το ήθος μας, και γνώριμη φωνή του κάθε συναδέλφου.  Τόσο μεγάλη ήταν η τιμιότητα το ήθος και η εμπιστοσύνη που με αυτά διακινούντο και άλλαζαν χέρια εκατομμύρια κάθε μέρα… Μόνο σε πολύ μεγάλα ποσά, χρησιμοποιούσαμε τους κλειδαρίθμους και μερικές φορές ζητούσαμε τον κλειδάριθμο, για να τσεκάρουμε για να διαπιστώσουμε  δειγματοληπτικώς, την γνησιότητα της συναλλαγής και περισσότερο το ήθος, την τιμιότητα των υπαλλήλων συναδέλφων…
Το ίδιο γινόταν και με τις προβλέψεις πληρωμής επιταγών πελατών από τους αποταμιευτικούς λογ/σμούς των, καταθέσεις όψεως και ταμιευτηρίου.

Τι ήσαν οι κλειδάριθμοι;…
Κλειδάριθμος είναι το κλειδί αριθμών, συνδυασμοί αριθμών και γραμμάτων με αριθμούς, εκτέλεση αριθμητικών πράξεων  που στο τέλος κατέληγε σε ένα  αριθμό… Αυτός ο αριθμός  είναι  το κλειδί που ανοίγει  για την εκτέλεση της συναλλαγής - Κλειδάριθμοι ήταν ο συνθηματικός αριθμός ο οποίος διαπίστωνε την ορθότητα και την διακρίβωση της αλήθειας και της γνησιότητα των συναλλαγών, μεταξύ των καταστημάτων της ιδία τράπεζας και των άλλων τραπεζών του εσωτερικού και των συνεργαζομένων τραπεζών του εξωτερικού. Με τον κλειδάριθμο  διαπιστωνόταν ποιο κατάστημα δίνει την εντολή, το αρχικό γράμμα  του ονόματος του παραλήπτη το αρχικό γράμμα  του ονόματος του αποστολέα, το ποσό  και η ημερομηνία εντολής… 
Με τους κλειδαρίθμους γινόταν η κίνηση κεφαλαίων, εσωτερικού και εξωτερικού απεριορίστων ποσών, ανοίγματα πιστώσεων, ενέγγυες πιστώσεις, Εγγυητικές Επιστολές, φορτωτικά έγγραφα κλπ    (Σε άλλο κεφάλαιο θα αναφερθώ στον  τρόπο συνεννόησης με τους κλειδαρίθμους…) Τους κλειδαρίθμους τους χειριζόταν εμπιστευμένο προς τούτο στέλεχος της τράπεζας δοκιμασμένος για το ήθος του και την  ακεραιότητα του χαρακτήρα του, συνήθως υψηλόβαθμος δ/ντής η υπδ/ντης στο βαθμό.
Οι κλειδάριθμοι φυλασσόταν με ειδική διασφάλιση εντός ιδιαίτερου κλειδωμένου συρταριού εντός του Χρηματοκιβωτίου. Τότε τα πάντα υπόκειντο σε έλεγχο και τα πάντα αξιολογούνται, τιμή, ήθος, ταλέντο, αξιοσύνη… Η απόδοση σε κέρδη κάθε κατάστημα και η απόδοση σε χρόνο εξυπηρέτησης κάθε πελάτη… Μετρούσαν την ακρίβεια την τελειότητα, και την ταχύτητα εξυπηρέτησης σε κάθε τομέα, τμήμα και υπάλληλο της τράπεζας… Και ο καθένας αξιολογείτε ανάλογα… Ο δ/ντής από την συνολική απόδοση κερδών του κατ/τος, και από το ποσοστό αναλογίας κερδών ανά υπάλληλο.
Ανάλογα κριτήρια υπήρχαν ανά τομέα, τμήμα και ανά υπάλληλο. Πχ ο υπάλληλο των καταθέσεων αξιολογείτε από το ποσοστό αύξησης των καταθέσεων ανά κατηγορία και από το αριθμό προσέλκυσης πελατείας για άνοιγμα νέων αποταμιευτικών λογ/σμών. Το τμήμα χορηγήσεων δανείων από την αύξηση των δανείων και από το ποσοστό των δανείων που ήσαν ενήμερα…
Δεν ήταν νοητό τότε δάνειο να μη εξυπηρετεί την πραγματική οικονομία, να μη συμβάλει εις την αύξηση του παραγομένου προϊόντος και την αύξηση του ΑΕΠ, και να είναι διασφαλισμένο με εμπράγματες και προσωπικές εγγυήσεις…
Δάνεια σε κόμματα,Ι Ν εκκλησίες, καταναλωτικά, στεγαστικά, σε εργολάβους οικοδομών δεν εχορηγούντο…
Οι σοφοί τραπεζικοί και ο γενικός ο κ Κυριακόπουλος έλεγαν:
«Το σπίτι είναι σερνικό δεν γεννάει και όλο ζητάει»
Κάτι αντίστοιχο που έλεγαν και συμβούλευαν οι παππούδες στα χωριά:
«Σπίτι όσο να χωρείς, και Γη, χώμα, να βόσκουν τα γίδια, τα πρόβατα, να καλλιεργείς, αγόρασε όση μπορείς…»
(Μετέπειτα οι νεώτεροι που διοίκησαν τις τράπεζες και έκαναν το δήθεν μορφωμένο, με τα πολλά πτυχία και το λειψό μυαλό, αυτά τα αξιώματα δεν ακολούθησαν και κατάντησαν τις τράπεζες, το καταφύγιο της οικονομίας, την
αμέριστη εμπιστοσύνη του λαού στις τράπεζες όπως τις κατάντησαν… Από ασφαλές καταφύγιο αποταμιεύσεως των λαϊκών οικονομιών, και από μοχλό δύναμης οικονομικής ανάπτυξης, σε μεγάλο φόβο κινδύνου, ανυπόληπτες…)

Ενθυμούμαι τότε ότι, κάποια χρονική περίοδο, πριν εγκατασταθούν τα πρώτα ηλεκτρονικά μηχανήματα, ηλεκτρονικοί υπολογιστές, ήρθαν στο κατάστημα Περιστερίου ο δ/ντής διευθύνσεως Λογιστικού και Οργάνωσης κ Νίκας Αλέκος με κλιμάκιο υπαλλήλων για να καταγράψουν την απόδοση των τμημάτων και των υπαλλήλων και  προς εξακρίβωση των υποβληθέντων οικονομικών στοιχείων του καταστήματος. Ενθυμούμαι ότι ο μέσος όρος της ταχύτητας εξυπηρέτησης εκάστου πελάτη από τον ταμία ήταν κάτω του ενός λεπτού.  Και ο δ/ντής κατέγραψε 1’45’’. Εις δυσανασχέτησή μου, μου απάντησε:  Ότι, δεν με αδικεί, μου  έβαλε την καλύτερη ταχύτητα από όλα τα καταστήματα της τράπεζας και μου εξήγησε.
-Αν βάλω λιγότερο θα είναι αναγκασμένη η διοίκηση  να πιέσει και όλους τους άλλους να εναρμονιστούν να πλησιάσουν αυτόν τον χρόνο.
Τώρα μπορείς και πιάνεις αυτούς τους χρόνους, μεθαύριο στα πενήντα σου και βάλε θα μπορείς;… Που δεν θα έχεις του αετού το μάτι και τα δάχτυλά σου θα αρχίσουν να τρέμουν…
Τότε;… Τι θα σε κάνουμε;…
Τώρα είσαι νέος, και δουλεύεις όπως σε βλέπω όρθιος, όταν όμως θα έρθεις με το καλό στην ηλικία μου, θα μπορείς με τα γυαλάκια που θα σε ζαλίζουν όπως τώρα εμένα;
Τότε;… Τότε;…
Εκεί τότε κατάλαβα ό,τι δεν όλα τα ίδια, τα νιάτα και τα γέρατα…
Η ταχύτητα χρόνος εξυπηρέτησης του πελάτη  υπολογιζόταν ως εξής: Ήταν το πηλίκο  των ωρών εξυπηρέτησης του κοινού ( πελατών)  δια του συνόλου των παραστατικών(εισπράξεις – πληρωμές)
Τότε με αυτή την αξιολόγηση και την κοινή πρόταση του καταστήματος και της  δ/νσης Λογιστικού και Οργάνωσης επήρα την πρώτη κατ εκλογή προαγωγή, και κάλυψα τον χρόνο παραμονής μου ως κλητήρας, χρόνος που δεν μέτραγε για την βαθμολογική μου εξέλιξη.

«Ουδέν μονιμότερο του προσωρινού!»
Στο κατάστημα αυτό υπηρέτησα περίπου  δέκα πέντε χρόνια…
Ήταν το κατάστημα της αδελφοσύνης!...
Όλοι βοηθούσαν ο ένας τον άλλον στην δουλειά. Πρώτοι στην δουλειά και πρώτοι, πάντα πρώτοι στην απεργία.
Οι εκάστοτε διοικήσεις με συνεχείς μετακινήσεις του προσωπικού προσπαθούσαν να αλλοιώσουν την νοοτροπία της συνολικής συμμετοχής του καταστήματος σε απεργίες, πλην όμως αυτό δεν έγινε μπορετό, διότι όσοι υπάλληλοι ερχόταν στο κατάστημα, αμέσως εγκλιματιζόταν αποκτούσαν την επικρατούσα νοοτροπία του καταστήματος, που ήταν αδελφοσύνη, αλληλεγγύη, εργατικότητα, τιμιότητα, ήθος, αρετή, εχεμύθεια…
Τίποτα μα τίποτα το μεμπτό δεν έβγαινε εκτός καταστήματος.
Κάθε μικροδιαφορά μας λύνεται  εκεί επί τόπου και γρήγορα… 

Από τον χρόνο παραμονής μου στο κατάστημα Περιστερίου, μερικά γεγονότα είναι χαραγμένα βαθιά στην μνήμη μου, και κρίνω πως είναι ιστορικά, και ηθικά καλό να αναφερθούν…
Χρήσιμα για τους νεότερους…
Το πολίτευμα τότε της Χώρας  ήταν η Βασιλευόμενη  κοινοβουλευτική Δημοκρατία, με διάκριση των τριών Εξουσιών, (Εκτελεστική εξουσία-Κυβέρνηση, η Βουλή –νομοθετική εξουσία, ψήφισης νόμων, Δικαστική εξουσία- απονομή δικαιοσύνης εφαρμογή των νόμων)
Ο Βασιλεύς ρυθμιστής του πολιτεύματος με αυξημένη εξουσία, ενέκρινε την Κυβέρνηση, (και άλλαξε τους υπουργούς αν δεν ήταν της αρεσκείας του), ήταν αρχηγός των ενόπλων δυνάμεων και διόριζε τον υπουργό Εθνικής Άμυνας.  Η παρέμβαση του Βασιλιά στην πολιτική ζωή ήταν ουσιαστική…
Την περίοδο αυτή Βασιλεύς ήταν ο Παύλος, μετά τον θάνατόν του επειδή  ο διάδοχος Κωνσταντίνος ήτο ανήλικος  την βασιλεία ασκούσε η βασιλομήτωρ, Βασίλισσα Φρειδερίκη, μέχρι την ενηλικίωση του και την ανάληψη του θρόνου.

Έγινε Βασιλεύς ο Κωνσταντίνος.
Οι πολιτικές αντιδικίες των κομμάτων  σκληρές.  Αλλότριες παρεμβάσεις στην πολιτική ζωή, ενάντια στην θέληση του λαού μεγάλες, εναλλαγή κυβερνήσεων συχνές. Οι ένοπλες δυνάμεις απείθαρχες στην συνταγματική τάξη, και στην πολιτική ηγεσία τους, με στρατιωτικό κίνημα, όπως την λέγανε, επανάσταση, που επεκράτησε, την 21 Απριλίου 1967 ανέλαβε την εξουσία ο στρατός και κήρυξε στην Χώρα στρατιωτικό νόμο.
Με την διακήρυξη την σωτηρία της Πατρίδας,  την επιβολή των νόμων και την επάνοδο της Χώρας σύντομα στην έννομη συνταγματική τάξη. 
Τότε ήμουνα 24 ετών. Υπηρετούσα όπως είπα ως ταμίας στο κατάστημα Περιστερίου.
Πριν τρία, τέσσερα χρόνια από την κατάλυση της δημοκρατίας  Κυβερνήσεις στην Χώρα εναλλάσσονταν με επικρατέστερο το κόμμα της Ένωσης Κέντρου, με Πρωθυπουργό τον γέρο της Δημοκρατίας όπως τότε έλεγαν τον Γεώργιο Παπανδρέου. Η Χώρα τότε ήταν μέλος όλων των διεθνών οργανισμών ΟΗΕ – ΝΑΤΟ- Ευρωπαϊκή κοινή αγορά κλπ και  όλοι νόμιζαν ότι στην Χώρα έχει εδραιωθεί η Δημοκρατία.
Κανένας μα  κανένας  δεν πίστευε ότι στην Χώρα θα καταλυόταν  το Δημοκρατικό πολίτευμα…
Και όμως έγινε...
Δεν είμαι ο ειδικός ,ο κατάλληλος να εκφράσω εμπεριστατωμένη άποψη για τα αίτια της κατάρρευσης της δημοκρατίας και τις συνέπειές της.
Καταγράφω μόνο μερικές θύμησες...
Πρωί, πρωί  της 21 Απριλίου 1967 το Κρατικό ραδιόφωνο της Χώρας έλεγε πολεμικά εμβατήρια. Έκανε ανακοινώσεις περιορισμού των ελευθεριών και ότι σε όλη την Ελληνική επικράτεια έχει κηρυχτεί ο στρατιωτικός νόμος… 
Οι δημόσιοι οργανισμοί σχολεία τα πιστωτικά ιδρύματα τράπεζες κλπ κλειστά.  Απαγορεύονται οι συγκεντρώσεις άνω των τριών ατόμων, και η κυκλοφορία μετά την δύση του ηλίου, χωρίς άδεια από την αστυνομία . 
Η  κυκλοφορία του κόσμου στους δρόμους περιορισμένη, συγκοινωνία δεν υπήρχε μόνο τάνξ  και στρατιωτικά αυτοκίνητα κάθε λογής κυκλοφορούσαν με οπλισμένους φαντάρους με πλήρη εξαρτήσεις μάχης.
Οι υπάλληλοι του καταστήματος Περιστερίου με κάθε πρόσφορο μέσο  έφτασαν στο κατάστημα. Εγώ έφτασα από τους πρώτους με τα πόδια.
Ήμουνα ο ταμίας και είχα τα κλειδιά του χρηματοκιβωτίου.
Εκεί έξω από το κατάστημα βρήκα τον  υπ/ντή κ Νίκο Κοκρή και συνομιλούσε με έναν οπλισμένο, αρματωμένο αστυφύλακα  με πλήρη εξάρτηση που του είπε ότι σήμερα η τράπεζα πρέπει να είναι κλειστή.
Ο υπδ/ντής ρώτησε:
-Ποιος έδωσε την εντολή;
-Η Εθνοσωτήρια επανάσταση… Η κυβέρνηση…
- Ποια είναι η κυβέρνηση;.. Ποιος είναι ο πρωθυπουργός; Έχεις κάποιο έγγραφο να μου δώσεις;…
- Πολλά ρωτάς… Το ακούς τι σου λέω, δεν ξέρω, ο στρατός τώρα κυβερνάει, ο στρατιωτικός νόμος… Περισσότερα δεν ξέρω, δεν καταλαβαίνω… το μόνο που καταλαβαίνω ότι πρέπει να κάνετε ότι σας λέμε… Στρατιωτικές εντολές εκτελώ… Φαντάρος έχεις πάει καταλαβαίνεις, δεν χωρατεύουμε… Χαιρετάει στρατιωτικά και φεύγει…
Ο δ/ντής του καταστήματος δεν είχε έρθει... Ήταν αποκλεισμένος...
Γυρίζει μουδιασμένος σε εμένα και μου λέει:
- Κοίταξε Γιάννης παιδάκι μου, δεν θα μπεις μέσα στο κατάστημα, δεν θα ανοίξεις ταμείο και ας έλθει ο κόσμος να φωνάζει, να θέλει τα λεφτά του…
Έχει κηρυχτεί στρατιωτικός νόμος, δεν ξέρουμε τι γίνεται…
Πόλεμος;… Ή, κάτι άλλο;…
Και παράβαση στρατιωτικής εντολής-διαταγής, όταν έχει κηρυχτεί στρατιωτικός νόμος,  δεν σηκώνει, να ξέρουμε όλοι μας, ότι η παράβαση διαταγής, με συνοπτικές διαδικασίες έχει επί τόπου εκτέλεση- τουφεκισμό…
Προσοχή- προσοχή λοιπόν στις κινήσεις σας και στα λεγόμενά σας, μέχρι να δούμε τι θα γίνει, μέχρι να ξεκαθαρίσει η κατάσταση.
Σε λίγο πρέπει να φύγουμε γιατί απαγορεύονται συγκετρώσεις άνω των τριών ατόμων και να προσπαθείτε να διατηρείτε επαφή μεταξύ σας, να βοηθάει ο ένας τον άλλον σε ότι χρειαστεί,  προσεκτικά επιφυλακτικά χωρίς επικριτικά λόγια για πολιτικά, ο ένας με τον άλλον, για κανέναν, μέχρι νεωτέρας…
Όλα  τώρα θα παρακολουθούνται. Να αποφεύγετε τις συγκεντρώσεις.
Έχετε λεφτά για ψωμί;… Και τώρα οικονομία, οικονομία…
Δεν ξέρουμε πότε και αν θα ανοίξουν οι τράπεζες και αν θα δουλέψουμε και αν θα πάρουμε και πότε θα πάρουμε τον μισθό μας…
Όποιος δεν έχει να του δώσω…
Μαζί του ήταν ο γιός του, δεν θυμάμαι το όνομά του, ήταν ένα λεβεντόπαιδο. Κανένας μας δεν ζήτησε…
Μουδιασμένοι είμαστε όλοι μας, δεν ξέραμε τι συνέβη;…
Κηρύχτηκε πόλεμος με τους οχτρούς της Πατρίδας;…
Όλοι περιμέναμε διάγγελμα του τότε Βασιλέως… Το πολίτευμα της Χώρας τότε ήταν Βασιλευόμενη κοινοβουλευτική Δημοκρατία.
Αλλά τέτοιο διάγγελμα δεν έβγαινε και η αγωνία του κόσμου περισσότερο κορυφωνόταν.
Την δεύτερη ημέρα πάλι κλειστές, την Τρίτη ή, την τέταρτη ημέρα οι τράπεζες άνοιξαν αλλά αναλήψεις χρημάτων απαγορευόταν ακόμη… Μόνο  αναλήψεις μικρών ποσών γίνονταν για απολύτως έκτακτες ανάγκες, (αρρώστιες, κηδείες) και αυτές διαπιστωμένες με βεβαίωση της αστυνομίας.

«Στην δύσκολη την κακιά την ώρα, την στιγμή, και το μερμηγκάκι είναι χρήσιμο…»
Ενθυμούμαι ένα περιστατικό που έγινε με ένα μεγάλο πελάτη του καταστήματος, επιχειρηματία, νεόπλουτο.  Ήταν σχετικά νεαρός στην ηλικία και κάποτε  σε προηγούμενο χρόνο για να με πειράξει και  για να με στενοχωρήσει, για τον μικρό, τον λίγο μισθό που έπαιρνα και παίρναμε, σαν υπάλληλοι στην  τράπεζα, μου είπε:
- Άιντε  ρεεεέ, μηδαμινή είναι η αξία σας και η αξία σου…
Εγώ τον μισθό που παίρνεται και παίρνεις τον μήνα, εγώ τον ξοδεύω σε μια βδομάδα για κολόνιες…
Εμένα εκείνη την στιγμή, η πίεση μου έφθασε στο κατακόρυφο, τα νεύρα μου τεντωθήκανε, οι γροθιές μου αυτομάτως σφίξανε, το μυαλό μου όμως καλά δούλεψε και είπε:
-Εγώ έφυγα, με διώξανε από εκεί, και με έστειλαν εδώ, πάλι διάβολε μπροστά μου βρέθηκες, κοντά μου ήρθες;… Πίσω μου σε έχω σατανά…¨
Με φύλαξε ο Θεός, συγκρατήθηκα, δεν παραφέρθηκα να έχουμε πάλι μία από τα ίδια και χειρότερα…
Εγώ πράγματι στεναχωρήθηκα αλλά αμέσως συνήλθα και με ειρωνικό χαμόγελο του απάντησα…
- Κύριε έχετε δίκιο, είναι ακριβώς έτσι όπως τα λέτε… Αλλά όμως κύριε Γιάννη Ξανθ… εγώ κατάγομαι από την Γορτυνία και εκεί μοσχοβολάει η ρίγανη, το θυμάρι, ο βασιλικός, ο δυόσμος, η ματζουράνα και η λεβάντα, είμαστε εκεί λεβέντες, σαν το έλατο  και εμείς μοσχοβολάμε…
Δεν μου χρειάζονται κολόνιες  για να… (κρύψω την βρομιά )… 
«Πλούσιοι πτώχευσαν και πείνασαν…»
Πρόσεχε  μήπως έλθει κάποια στιγμή που θα έλθεις σε ανάγκη να μου ζητήσεις δανεικά… Και θα στεναχωρηθώ διπλά, αν δεν θα έχω να σου δώσω… Εγώ κάνω κουμάντο και από το λίγο μισθό μου, θα έχω λίγα να σου δώσω, να μην είναι  όμως για πολλά….
Ξεκαρδιστικά γέλασε…

-Εγώ να ζητήσω δανεικά από σένα… χα..χα..χα…
Δεν μίλησα…
Να όμως  που όλα συμβαίνουν σε αυτή την ζωή…
Τις κρίσιμες αυτές ημέρες, ήρθε ο εν λόγω μεγαλοπελάτης με τα πολλά εκατομμύρια δραχμές, αεράτος, με στόμφο, και ζήτησε να κάνει ανάληψη, να πάρει από το αποταμιευτικό λογαριασμό του λεφτά.
Του είπαμε ότι δεν μπορεί να πάρει…
Φώναζε, επέμενε να ανοίξω το ταμείο και να του δώσω κατ εξαίρεσε και ότι είναι τρανός πελάτης με πολλά λεφτά…
Είχα  όμως πάθει και είχα μάθει…
Του είπα ευγενικά κύριε μου, εγώ εκτελώ διαταγές, σε παρακαλώ πήγαινε στον δ/ντή να μου δώσει γραφτή εντολή και μετά εγώ να σου δώσω όσα θέλεις… Επήγε… Ο δ/ντής ορθά κοφτά του είπε:
-Κύριε, υπάρχει στρατιωτικός νόμος, λεφτά δεν παίρνεις…
Ήρθε πάλι σε μένα.  Είχε ηρεμήσει.
Του εξήγησα την όλη κατάσταση που επικρατούσε στην Χώρα… Ότι είμαστε στο απόλυτο κενό εξουσίας, μας είπαν  ότι την διακυβέρνηση της Χώρας την ανέλαβε ο στρατός… Δεν ξέρουμε είναι έτσι, ή, κάτι άλλο συμβαίνει;...
Τότε αυτός μου λέει:
-Ο Βασιλιάς που είναι;…
Γέλασα και του είπα:
-Που να ξέρω;… Υπασπιστής του είμαι;…
Με πλησιάζει εμένα τον φτωχούλη ο Βασιλιάς;…
Εμένα τον φτωχούλη, δεν με κάνουν παρέα οι κοινοί θνητοί…
Και για τον Βασιλιά γυρεύεις;…
Κοκκίνισαν τα αυτιά του και όλο του το κεφάλι.
Ζύγωσε, σίμωσε  πιο κοντά μου και χαμηλόφωνα μού λέει:
-Τώρα τι κάνουμε, που δεν έχω καθόλου χρήματα;…
- Με κοροϊδεύεις;…
-Αλήθεια σου λέω και δεν έχω ούτε στο σπίτι και έχω μικρό παιδί, δεν έχω ούτε για γάλα.  Θυμήθηκα τότε τις κολόνιες του… Γέλασα αυθόρμητα.
–Δεν σε πιστεύω… Εσύ;… Οοοο…!
-Αλήθεια σου λέω… Να αυτό έχω και ήταν έτοιμος να δακρύσει και έδειξε ένα τάλιρο. ( Κέρμα αξίας πέντε δραχμών). Με έπιασε τρέμουλο από την συγκίνηση… (Έχω μικρό παιδί…)
- Έχεις να μου δώσεις ότι μπορείς;…
Είχα τότε πάνω μου  περίπου εκατό πενήντα δραχμές όλα και όλα..
Και είπα από μέσα μου… «Πλούσιοι επτώχευσαν και…»
Αυτός έχει μικρό παιδί, εγώ δεν έχω υποχρεώσεις… Ο Γιάννης έχει μόνο τον Γιάννη, θα βρει τρόπο για να ζήσει… Έχει ο Θεός… Έβγαλα και του έδωσα ένα πενηντάρι (πενήντα δραχμές)… Το πήρε βαθιά συγκινημένος… Μετά από αρκετές ημέρες άνοιξαν οι τράπεζες και επιτρεπόταν αναλήψεις χρημάτων για έκτακτες ανάγκες και μικροποσών ανά βδομάδα. Αμέσως μου τα έδωσε και με ευχαρίστησε και μάλιστα ήθελε να μου δώσει και πάρα πάνω για την εξυπηρέτηση…  Δεν δέχτηκα τίποτα…
Ευχαριστήθηκα όμως που έγινε έτσι, του έγινε μάθημα και άλλαξε η μετέπειτα  η μέχρι τότε αλαζονική συμπεριφορά του, προς όλους μας…
Τα Χριστούγεννα και Πάσχα ήταν από τους πρώτους που έφερνε δώρα σε όλους τους υπαλλήλους του Καταστήματος γλυκά, ποτά… Και από το καλό ουίσκι…
Τότε κατάλαβε και αυτός ότι:
«Και το μικρό μερμηγκάκι ήταν χρήσιμο, ωφέλιμο, ευεργετικό, στον δυνατό, μεγαλόσωμο λιοντάρι…»
Αυτή η στρατιωτική κατάσταση, η  Εθνοσωτήρια επανάσταση, η δικτατορία, το κίνημα, το πραξικόπημα, όπως θέλει ο καθένας ας το πει,  εδραιώθηκε και κράτησε επτά χρόνια… Για τα αίτια και τις  συνέπειες και τις επιπτώσεις, οι ειδικοί προς τούτο έχουν αναφερθεί…

 Η οικονομία της Χώρας άρχισε να λειτουργεί με περιορισμούς, μερικώς αποκλεισμένη από τις οικονομικές αγορές, λειτουργούσε  τότε με τους ρυθμούς και τους κανόνες της ελεγχομένης παρεμβατικής οικονομίας… Η τράπεζες όλα αυτά τα χρόνια λειτουργούσαν με διοίκηση κυβερνητικής επιτροπείας… Είχε εγκατασταθεί στην διοίκηση εκπρόσωπος της στρατιωτικής εξουσίας( κυβέρνησης) στρατιωτικός επίτροπος.
 Εγώ ως γνωστό όλη την τότε χρονική περίοδο ήμουνα συγχρόνως εργαζόμενος, και φοιτητής της ΑΣΟΕΕ και σπουδαστής του ινστιτούτου τραπεζικών μορφώσεως των τραπεζών Εμπορική και ιονικής του αείμνηστου μεγαλοτραπεζίτη καθηγητού Στρατή Ανδρεάδη…
Ενθυμούμαι ότι:
Ήταν εξεταστική περίοδο της ΑΣΟΕΕ Ιούνιος μήνας.
Είχα προετοιμαστεί να δώσω εξετάσεις στο μάθημα της Λογιστικής. Εζήτησα μέρος από την κανονική μου άδεια, για συμμετοχή μου στις εξετάσεις, Ο Δ/ντής του κατ/τος κ Λαμπράκης δεν μου έδωσε και μου είπε:
- Εδώ θέλουμε υπαλλήλους  για δουλειά να δουλέψουν, δεν  θέλουμε φοιτητές και πτυχιούχους… Δεν σου δίνω άδεια… Υπάκουσα  με την ελπίδα ότι την ημέρα των εξετάσεων θα μου έδινε 2:30 έως 3 ώρες άδεια να πάω να δώσω εξετάσεις και να γυρίσω… Του ζήτησα την πρηγούμενη και πάλι μου αρνήθηκε.
Ήρθε η ημέρα των εξετάσεων  η ώρα των εξετάσεων ήταν 11έως 1:30. Θα του ζητούσα 2:30 ώρες με την πεποίθηση ότι θα μου τις έδινε. Το πρωί άνοιξα ταμείο και του ζήτησα την άδεια. Ήταν κατηγορηματικά αρνητικός… 
Δούλευα φανερά εκνευρισμένος...
Συνεχής πάλη με τον εαυτόν μου…
Το να υπακούσω και να μη πάω να δώσω εξετάσεις το έβρισκα παράλογο ασυγχώρητο στον εαυτόν μου…
Το να μην υπακούσω θα με περάσουν πειθαρχικό και ίσως να με διώξουν ή, το βέβαιο θα με διώξουν…
Τι θα κάνεις Γιάννη;…
Η ώρα περνάει…
Αποφάσισε… Αποφάσισε…
Και είπα:
Ότι ειπεί το κέρμα, η τύχη…
Παίρνω στα γρήγορα ένα κέρμα από την κερματοθήκη να το στρίψω, κορώνα πηγαίνω, γράμματα δεν πηγαίνω.
(Κορώνα ήταν η πλευρά που απεικονίζετε στο κέρμα η όψη  του Βασιλιά και γράμματα ή όψη που απεικόνιζε το Εθνόσημο και γύρο έγραφε γράμματα Βασίλειο της Ελλάδος) 
Το έστριψα και το κέρμα  μίλησε και αποφάσισε, ήρθε κορώνα…
Η απόφαση ελήφθη…
Θα πάω να δώσω εξετάσεις…
Μόλις έφτασε η ώρα 10:30  είχα ειδοποιήσει να έρθει από την πιάτσα αυτή την ώρα ένα ταξί, βγάζω από το χρηματοκιβώτιο και δίνω στο δεύτερο ταμία που τότε ήταν ο κ Ιωαν Κουντουράκης, δυο εκατομμύρια, μαζεύω όλα τα παραστατικά και χρήματα και βιαστικά τα βάζω στο χρηματοκιβώτιο κλειδώνω παίρνω τα κλειδιά στην τσέπη μου  και φεύγω..
Θα γυρίσω σε δύο ώρες…
Το ταξί ήταν ακριβώς απέξω με περίμενε…
Ο δ/ντής από πίσω μου τρέχοντας να του δώσω τα κλειδιά του χρηματοκιβωτίου…
Δεν του τα έδωσα…
-Θα γυρίσω σύντομα σε δύο ώρες του είπα.
Το ταξί έφυγε... 

-Στην Ανωτάτη Εμπορική όσο πιο γρήγορα μπορείς κύριε του είπα,  δίνω εξετάσεις και ο δ/ντης δεν μου έδινε άδεια… Με πήγε σε ελαχίστη ώρα και μου ευχήθηκε καλή επιτυχία (Ώρα του καλή)
Η ευχή του έπιασε.
Έγραψα καλά και επήρα το μάθημα…
Σε δύο ώρες ήμουνα πίσω στο κατάστημα.
Άνοιξα το ταμείο και άρχισα να δουλεύω.
Ο ταμίας κ Κουντουράκη μου επέστρεψε τα δύο εκατομμύρια και τα κλείδωσα στο ταμείο, δεν χρειάστηκαν.
Οι υπάλληλοι όλοι του κατ/τος ανήσυχοι, περίεργοι, αλλά κανένας δεν τόλμησε να μου πει κουβέντα… Περίμεναν όλοι τους να σκάσει η βόμβα επί της κεφαλής μου από τον δ/ντή…
Ο δ/ντής από το γραφείο του μου έριχνε άγριες ματιές σαν πυροβολισμούς  αμίλητος…
Εγώ ατάραχος και ευχαριστημένος εξυπηρετούσα τον κόσμο… 
Όταν μετά από λίγο καταλάγιασε  η φούρια και δεν ήταν πολύς ο κόσμος να περιμένει, ο καλός συνάδελφος ταμίας Γιάννης Κουντουράκης με ρώτησε επιφυλακτικά.
–Πως τα πήγες Γιάννη;…
-Πολύ καλά…
Νομίζω πως θα το περάσω, αν δεν έχω κάνει από την βιασύνη μου καμιά στραβομάρα…
Μετά από αρκετή ώρα μπαίνει ο τότε προϊστάμενος του τμήματος συν/κων και γραμ/τίων και μετέπειτα δ/ντής καταστημάτων και εργασιών  κ Ευθύμιος Χαρίσης…- Πως τα πήγες Γιάννη;…
Φαίνεσαι είσαι ευχαριστημένος, καλά τα πήγες;… Καλά τα έκανες όπως τα έκανες…
-Νομίζω κ Χαρίση πως θα το περάσω το μάθημα…
-Μπράβο Γιάννη σου το εύχομαι…
Συνέχισα να δουλεύω όρθιος με ένταση. Είχε πολύ δουλειά και όλο το βάρος είχε πέσει στον άλλον ταμία. Τα χρήματα του ατάκτως πιασμένα με λάστιχα πεταμένα κάτω στα πόδια του.
Επήρα όλη την δουλειά για να  έχει λίγο λάσκα, να μπορέσει να τα συμμαζέψει… Στο τέλος  της ημέρας βοήθησαν όλοι οι συνάδελφοι, όπως κάθε φορά που υπήρχε μεγαλύτερο φόρτο εργασίας.
Ο συνάδελφος Γιάννης Αναστασόπουλος  καλοπροαίρετος, που περισσότερο από όλους μας ευχαριστιόταν με την επιτυχία και την προκοπή του άλλου, προϊστάμενος λογιστηρίου, πρώτος για κάθε προσφορά βοήθειας.
Αλληλέγγυος σε όλες τις δυσκολίες – καλοσυνάτος!.
Έγινε θυμάμαι εκείνη την ημέρα αμέσως η συμφωνία χωρίς, κανένα λάθος υπολογισμό, συνήθως αναριθμητισμό, ή, πρόβλημα…

Κάθε μεσημέρι μετά την συμφωνία με το λογιστήριο, ο δ/ντής ή, ο εντεταλμένος υπδ/ντής έλεγχε, παραλάμβανε, τα μετρητά του ταμείου και μαζί με τον ταμία υπογράφουν το βιβλίο ταμείου για την λογιστική συμφωνία με το χρηματικό υπόλοιπο, για το υπόλοιπο των αξιόγραφων και το  ότι καλώς έχει ο φάκελος των κλειδαρίθμων… Και μαζί  όλα τα κλείνουν και τα ασφαλίζουν στο χρηματοκιβώτιο..  

Έτσι και εκείνη την ημέρα του φώναξα: 
-Κύριε δ/ντά είμαι έτοιμος να παραλάβετε…
Περίμενα… Περίμενα αρκετή ώρα…
Νόμισα ότι δεν θα ερχόταν ο ίδιος και ότι θα έστελνε τον υπδ/ντή…
Ήρθε αμίλητος, εκνευρισμένος, με βλοσυρό ύφος…
Έλεγξε  το καταγεγραμμένο λογιστικό υπόλοιπο με το ταμιακό και με το λογιστικό φύλλο συμφωνίας υπογεγραμμένο από τον υπεύθυνο λογιστή.
Και άρχισε να ελέγχει την ταμιακή ανάλυση, σε δέματα και δεσμίδες, μετά άρχισε να μετράει τα χύμα χαρτονομίσματα και τα χύμα κέρματα…
Όρθιος αυτός, όρθιος και εγώ παρακολουθούσα όπισθεν του.
Η νευρικότητά του ήταν απερίγραπτη.
Οι σιαγόνες του και οι μυς του, έκαναν συσπάσεις, σπασμωδικές κινήσεις… Μέτρησε όλα τα χύμα  και άρχισε να μετράει αναλυτικά τις δεσμίδες… Αμίλητος αυτός, αμίλητος και εγώ…
Ποτέ δεν γινότανε τέτοιος έλεγχος.
Γινόταν μόνο δειγματοληπτικά  σε μία, δύο, το πολύ τρεις δεσμίδες…
Τώρα έγινε σε όλα μέχρι δεκαρούλας στην κερεματοθήκη…

Αυτός ο έλεγχος συνηθίζεται να γίνεται εκτάκτως το πρωί κατά την πρώτη ημέρα της επιθεώρησης του καταστήματος από την δ/νσην της γενικής επιθεώρησης της τράπεζας, από την επιθεώρηση της τραπέζης Ελλάδος και όταν επρόκειτο να αλλάξει ο ταμίας…
Τότε χιλιάδες σκέψεις περνούσαν από το μυαλό μου…
Είπε πάλι ο Γιάννης στο Γιάννη:
-Γιάννη ετοιμάσου ή, για τα εργαλεία της οικοδομής, ή, δεν θα αποφύγεις, δεν θα γλυτώσεις από την Καλαμπάκα…
Τότε μεριά από την κούραση μου, την ένταση των εξετάσεων και τον εκνευρισμό μου από την επικρατούσα κατάσταση, μόνο ο επικροτητής έλειπε…
-Υπομονή Γιάννη- υπομονή… Θα περάσει και αυτό…
-Υπομονή να μη περάσει του διαβόλου… 
Οι συνάδελφοι παρακολουθούσαν και προσπαθούσαν όπως μετά μου έλεγαν, να μαντέψουν τις εξελίξεις… Τέλειωσε και έκανε αμίλητος μισό βήμα πίσω… Επήρα τα χρήματα και όλα τα παραστατικά τα έβαλα στο χρηματοκιβώτιο τα κλείδωσα και  τα ασφάλισα. Ο δ/ντής έφυγε αμίλητος, φανερά εκνευρισμένος και κάθισε στο γραφείο του… Έτσι τέλειωσε αυτή ημέρα, χωρίς να μπορώ να προβλέψω την εξέλιξη για την αυριανή…
Αυτό, αυτή η συμπεριφορά κράτησε μια εβδομάδα…
Δεν μου κακοφάνηκε η συμπεριφορά του, ο εκνευρισμός του,( και εγώ να ήμουν στην θέση του τότε, ίσως να είχα και χειρότερη συμπεριφορά), αλλά περισσότερο μου κακοφάνηκε, με ενόχλησε αφάνταστα, που μου έδειξε ότι δεν μου έχει εμπιστοσύνη τιμιότητας και που μου μέτραγε μέχρι και τις τρύπιες δεκαρούλες στην κερματοθήκη…
Αυτό για μένα ήταν η χειρότερη προσβολή…
Ήταν ο κλονισμός εμπιστοσύνης και ενώπιον όλων των συναδέλφων…
Αυτό για μένα ήταν άκρως απαράδεκτο….
Και σκέφτηκα μέχρι που να με διώξει να του κάνω καζούρα…
-Όπως το πάει  αυτός γλυκό ψωμί μαζί δεν τρώμε…
Όταν θα έρχεται να παραλάβει το ταμείο, εγώ θα σπάζω τα μασούρια τα κέρματα όλων των κατηγοριών και θα γεμίζω κάθε μέρα την κερματοθήκη  για να κάθεται όρθιος να τα μετράει…
Τότε κέρματα κυκλοφορούσαν των 20 δρχ των 10,5,2,1, και 0,50λεπτών 0,20-0,10-0,05 για να μετράει ένα –ένα τα κέρμα.
Αυτό συνεχίστηκε πάρα πάνω από μια εβδομάδα. Μία ημέρα  που με είδε που έσπαζα τα μασούρια και γέμιζα την κερματοθήκη μου λέει:
- Γιατί τα σπαζεις τώρα τα μασούρια και γεμίζεις την κερματοθήκη;…
-Για να τα μετρήσετε και εσείς κύριε δ/ντά  εφ όσον δεν με εμπιστεύεσθε, μη τυχόν λείπει κανένα κέρμα… καμιά δεκαρούλα…
Από τότε και μετά  έπαψε να μετράει τα κέρματα και  έκανε σε αραιά χρονικά διαστήματα μόνο δειγματοληπτικό έλεγχο σε δεσμίδες…

Μετά από μερικές ημέρες αναρτήθηκαν στην προθήκη της ΑΣΟΕΕ τα αποτελέσματα και πέρασα το μάθημα της λογιστικής με(7,5).  Μαθεύτηκε στο κατ/μα και τότε μόνο στεγνά- μονολεκτικά μου είπε:
-Το πέρασες… συγχαρητήρια…
Αυτό το περιστατικό δεν βγήκε από το κατάστημα…
Ούτε ο δ/ντής να το αναφέρει στην διοίκηση, ούτε  μαθεύτηκε από καλοθελητή  συνάδελφο.
Όμως τέτοιοι  συνάδελφοι καλοθελητές για να κάνουν ηθελημένη ζημιά σε συνάδελφο τότε δεν υπήρχαν στο κατάστημα Περιστερίου…
Όλοι  είχαν ήθος και προσαρμοζόταν με την επικρατούσα νοοτροπία και τις συνθήκες…
Ο χρόνος κύλαγε…
Η Πολιτειακή κατάσταση, σχεδόν η ίδια…
Έγινε δημοψήφισμα, για το πολιτειακό, για την αλλαγή του Συντάγματος της Χώρας.
Έγινε προσπάθεια για συμμετοχή πολιτών στην Κυβέρνηση (της Εθνοσωτήριας επανάστασης, έτσι την λέγανε τότε, και δεν τολμούσε τότε φανερά κανένας να την ειπεί δικτατορία, ας κάνανε και ακόμα κάνουνε τον καμπόσο, εκτός ελαχίστων. )
Τότε συμμετείχαν ελάχιστοι, μερικοί, από τον πολιτικό χώρο, χωρίς ουσιαστικό αποτέλεσμα αποκατάστασης της δημοκρατίας.
Η οικονομική ζωή της Χώρας συνεχιζόταν στο ρυθμό της Κρατικής  παρεμβατικής οικονομίας. Έθεσαν οι κυβερνώντες σε εφαρμογή- σε λειτουργία το πληθωριστικό Παραγωγικό χρήμα...
Άρχισε η χρηματοδότηση δημοσίων έργων, το μηχανικό σώμα του στρατού, η στρατιωτική Μ.Ο.Μ.Α σε πλήρη οργασμό. Έγιναν δρόμοι και μερικά έργα υποδομής στην επαρχία  και με την συμμετοχή, αμειβόμενης εργασία  των πολιτών, έτσι κινήθηκε η  εσωτερική αγορά.
Οι μεγάλοι οργανισμοί κοινής ωφέλειας ΔΕΗ- ΟΤΕ  ήσαν κρατικοποιημένοι, υπό στρατιωτική διοίκηση,  λειτούργησαν όχι με ιδιωτικοοικονομικά κριτήρια. Παρείχαν τις υπηρεσίες τους και σε από μακρυσμένα άγονα  χωριά…

Η περιοχή του Περιστερίου όπως προανέφερα ήταν τότε πλήρως υποβαθμισμένη. Σε πολλές περιοχές, νερό δεν υπήρχε, κυκλοφορούσε ο νερουλάς, με το υποζύγιο και πουλούσε νερό, ηλεκτρικό ρεύμα όχι, φώς με την λάμπα πετρελαίου, για οικιακή χρήση η γκαζιέρα και το πετρογκάζι με την φιάλη υγραερίου, για τις πιο εύπορες οικογένειες, υπόνομοι ανύπαρκτοι, τα απόβλητα, λύματα, από τους βόθρους μεταφερόταν με βυτιοφόρα, οι πλημμυρικές καταστροφές πολλές και με ανθρώπινα θύματα κλπ…
Οι πρόχειρες προσφυγικές ξύλινες παράγκες σε αθλία κατάσταση,  εκεί από το 1922. Την περίοδο αυτή  κατασκευάστηκαν κάποια έργα υποδομής,  φως, νερό, τηλέφωνο, και κατασκευάστηκαν οι νέες προσφυγικές  πολυκατοικίες του Αγίου Αντωνίου και της Ευαγγελίστριας.
Αυτές δωρίθηκαν εις τους δικαιούχους πρόσφυγες και στους απογόνους τους …Άλλαξε η όψη και η πολιτικοοικονομική δομή της εκεί κοινωνίας και η περιοχή του Περιστερίου…
Την 30 Σεπτεμβρίου 1968 έλαβα το υπ αριθμό306 πτυχίο τριετούς υποχρεωτικής φοίτησης του ινστιτούτου  οικονομικής και τραπεζικής μορφώσεως των τραπεζών, Εμπορικής και Ιονικής Λαϊκής τράπεζας. Είχε συμπληρωθεί ο απαιτούμενος χρόνος εργασίας  για  την βαθμολογική κρίση, προαγωγής μου και με την προώθηση λόγω πτυχίου, επήρα προαγωγή σε δύο βαθμούς…

Αμέσως μετά, πριν, ή, περίπου αρχάς του 1969 διέκοψα την αναβολή μου λόγω σπουδών, για να υπηρετήσω και το υπόλοιπο της στρατιωτικής μου θητείας και διαβάζοντας για να πάρω και το πτυχίο της ΑΣΟΕΕ. Υπηρέτησα στο Σ.Γ.Α. Στρατολογικό Γραφείο (Πολεμικής)Αεροπορίας, στην Αθήνα. Το (βασιλικής) είχε καταργηθεί διότι, ο  Βασιλεύς Κωνσταντίνος έγινε έκπτωτος και καταργήθηκε, οριστικά η Βασιλεία στην Χώρα.
Υπηρέτησα την θητεία μου και επανήλθα.
Ο δ/ντής είχε μετατεθεί, ή  αυτή την χρονική περίοδο μετατέθηκε και  ανέλαβε την δ/νση του μεγαλύτερο καταστήματος Ομόνοιας και την δ/ση του καταστήματος Περιστερίου ανέλαβε ο κ Λαμπριανάκος Θεόδωρος και με υπ/ντή τον κ Μπριαμάτο. Συνηθιζόταν λίγο πριν ή λίγο μετά την αλλαγή του διευθυντή  του καταστήματος να γίνεται και τακτική επιθεώρηση του, από την Δ/νση της Γενικής επιθεώρησης της τράπεζας, ώστε να είναι αδιαμφισβήτητα τα οικονομικά στοιχεία και η περιουσία του καταστήματος που παρέδωσε και που παραλαμβάνει ο κάθε Δ/ντής, ώστε αυτά τα οικονομικά στοιχεία να αποτελούν για την Διοίκηση της τράπεζας, συγκριτικά κριτήρια κρίσεως αποδοτικότητας και αποτελεσματικότητας, αξιοσύνης, κάθε διευθυντικού στελέχους, δια την πιο πάνω εξέλιξή του, ή, στασιμότητά του.
Πρωί-πρωί πριν ανοίξει το κατάστημα, ένας συνάδελφος επιθεωρητής , ήταν απέξω. Περίμενε την ώρα να ανοίξει η πόρτα που μπαίνουν οι υπάλληλοι. Η πόρτα άνοιξε, και μπαίνανε οι  υπάλληλοι όπως ερχόταν ένας, ένας τις θέσεις τους να πάρουν. Ήρθα και εγώ στην ώρα μου και τι να δώ, μέσα στο χώρο του ταμείου, ήταν όρθιος ο επιθεωρητής, δεν ενθυμούμαι καλά ή ο κ Νίκος ο Δ……, ή ο κ Στέφανος Ρ.....  Καλημέρα του λέω. Με ύφος τεσσαράκοντα πέντε Καρδιναλίων ανταπέδωσε την καλημέρα και συνέχισε να μου λέει:…
-Επιθεώρηση…  Δώσε μου τα κλειδιά…
-Τα κλειδιά;…  του είπα.
–Ναι τα κλειδιά… Ο δ/ντής δεν είχε έλθει ακόμα, ήταν και ενωρίς.
-Ήρθατε να κάνετε τον ταμία;…
-Όχι για τακτική επιθεώρηση ήρθα… 
-Έτσι;… Δεν θα μου δώσετε την εντολή που έχετε, το έγγραφο,το γράμμα της Δ/σεως γενική επιθεώρησης;..
–Δεν στο έδωσα;
-Όχι βέβαια.
Ανοίγει την τσάντα του και μου δίνει ένα αντίγραφο της εντολής…
-Κύριε επιθεωρητά, θα έρθει και ο κ Δ/ντής που έχει  και το δεύτερο κλειδί, θα ανοίξουμε το χρηματοκιβώτιο και εσείς θα ελέγχετε τι υπάρχει μέσα…
-Ώστε έτσι, δεν έχεις τα κλειδιά;…
-Όχι βέβαια…
-Και ποιός τα έχει;…
-Όπως ο κανονισμός ορίζει… Ο κάθε ένας μας το δικό του.
–Να εδώ στην ζώνη μου το έχω το δικό μου…
Ίσως οι ερωτήσεις του και οι απαιτήσεις του ήταν για να με πιάσει στην φάκα, μήπως τα κλειδιά φυλάσσονταν διαφορετικά  από ότι ο κανονισμός ορίζει… 
Οι ταμίες των τραπεζών τότε τα κλειδιά τα είχανε σε ειδικό προς τούτο άλυσο στην ζώνη τους πάντοτε μαζί τους, δεν τα άφηναν στο σπίτι ή  κάπου στο γραφείο.
Τότε δεν ήσαν τα χρηματοκιβώτια τα πιο ασφαλείας με  τους χρονοδιακόπτες και τους  συνδυασμούς που υπάρχουν τώρα…
Τότε μόνο το κεντρικό θησαυροφυλάκιο είχε και κλειδιά και συνδυασμούς με χρονοδιακόπτες
Τα δεύτερα κλειδιά των χρηματοκιβωτίων των καταστημάτων Αττικής φυλάσσονταν εντός ειδικού ασφαλισμένου φακέλου εις το κεντρικό θησαυροφυλάκιο του Κεντρικού Καταστήματος και του Κεντρικού Θησαυροφυλακίου της τράπεζας εις  θυρίδα στο Θησαυροφυλάκιο της Τραπέζης Ελλάδος…
Ήρθε ο δ/ντής είπε καλημέρα, ανταποδώσαμε την καλημέρα  και του είπα ο κύριος επιθεωρητής  έχει έρθει να κάνει τακτική επιθεώρηση και του έδειξα το σχετικό έγγραφο.
-Καλώς όρισε ο κ επιθεωρητής, σε παρακαλώ να διευκολυνθεί, να κάνει την δουλειά του…
-Ορίστε πάρε τα κλειδιά και άνοιξε…
-Κύριε επιθεωρητά μήπως θέλετε να ανοίξετε εσείς;… Προηγουμένως μου ζητήσατε τα κλειδιά…
-Όχι- όχι, εσύ θα ανοίξεις… Άνοιξα…
-Ορίστε το βιβλίο ταμείου… Το πήρε.
-Λέγε να μου φέρουν το  λογιστικό φύλο συμφωνίας ταμείου.
Το έφεραν, το κοίταξε…
Έβγαλε από την τσάντα του το μπλόκ ελέγχου και άρχισε να μετράει το χρηματικό υπόλοιπο από τα χύμα χαρτονομίσματα, μέτρησε και καταμέτρησε τις χύμα δεσμίδες των χαρτονομισμάτων, και τα δεμένα πακέτα χαρτονομισμάτων όλων των κατηγοριών και μετά μέτρησε κατέγραψε τα κέρματα,  άνοιξε ένα,  ένα τα δεμένα πακέτα και τα κατά μέτρησε.
Ευτυχώς δεν ήσαν πολλά.
Ήρθε η ώρα των συναλλαγών με το κοινό…
Οι συνάδελφοι, τους ενημέρωναν ό,τι το ταμείο έχει επιθεώρηση και πρέπει να περιμένουν λίγο. Δεν αργήσαμε ούτε πέντε λεπτά…
Μόλις έκανε την καταγραφή επήρε το βιβλίο συμφωνίας ταμείου, τα ταμιακά παραστατικά και βγήκε έξω από τον χώρο του ταμείου και κάθισε σε ένα γραφείο και έκανε την δική του επαλήθευση της συμφωνίας.  Και εγώ άρχισα να εξυπηρετώ το συναλλασσόμενο κοινό…
Το ταμείο αυτήν την ημέρα είχε διαφορά, δεν συμφωνούσε το λογιστικό υπόλοιπο με το ταμιακό, είχε πλεόνασμα 27 δραχμών…
Ο επιθεωρητής, έβλεπα ότι συχνά σηκωνόταν επάνω, έκανε βόλτα στο κατάστημα, συνομιλούσε με τους συναδέλφους και με κοίταζε περιέργως…
Σε κάποια στιγμή που δεν είχα πελάτη στο ταμείο, μου λέει:
-Κύριε ταμία να μπω μέσα, κράταγε στα χέρια του το βιβλίο ταμείου,(την ώρα εργασίας δεν έμπαινε  κανένας συνάδελφος μέσα στο ταμείο, απαγορευόταν, πολύ περισσότερο χωρίς να ρωτήσει, και να είναι στην απόλυτη γνώση του ταμία)του απάντησα και βέβαια να μπείτε…
-Ορίστε, τι θέλετε, θα είναι κάτι επείγον…
Έκανε μία σαν γκριμάτσα, το επείγον δεν του άρεσε..
–Δεν είναι επείγον, αλλά να το τελειώνουμε ένα, ένα…
Με κοιτάζει στα μάτια σαν να έχω κάνει σοβαρή παράβαση και μου λέει:
-Να εδώ δεν συμφωνεί το ταμείο…
-Συμφωνεί, πως δεν συμφωνεί;…
-Μα δεν συμφωνεί… Το λογιστικό υπόλοιπο πρέπει να είναι το ίδιο με το ταμιακό…
-Συμφωνεί κύριε επιθεωρητά… 
-Μα τι λες;… Είναι το ίδιο;… Υπάρχει διαφορά και η διαφορά είναι 27 δρχμές…
-Το ξέρω, συμφωνεί κύριε επιθεωρητά και είναι καταγραμμένο στο βιβλίο ταμείου ως πλεόνασμα…
-Μα δεν είναι το ίδιο…
Ο λογιστής του καταστήματος ο συνάδελφος κ Γιάννης Αναστασόπουλος που ήταν πολύ ιδικός στο να βρίσκει τις διαφορές, γέλαγε με την διαφωνία μας. Ήρθε πελάτης στο ταμείο.
-Καλά θα τα ειπούμε το μεσημέρι…
Και βγήκε εκτός ταμείου, φανερά εκνευρισμένος.
Το μεσημέρι μετά το κλείσιμο έκανε πάλι έλεγχο στο ταμείο, και το πλεόνασμα παρέμενε…
-Πάλι δεν συμφωνεί...
-Κύριε επιθεωρητά συμφωνεί, έχω πλεόνασμα και το έχω καταγεγραμμένο.
-Αυτό σου λέω και εγώ …Να το συμφωνήσεις…
-Μου λέτε κύριε επιθεωρητά, να καταγράψω στο χρηματικό λιγότερα κατά 27 δρχ. Τι μου λέτε;… 
Με το ζόρι να γίνω κλέφτης;…
Αυτά ήσαν στο ταμείο, αυτά καταγράφω.
Κάποιο λάθος έχει γίνει και το λάθος είναι λάθος…
Μπορεί να βρεθεί, μπορεί και όχι…
Αυτά τα χρήματα, το σίγουρο είναι πως δεν είναι δικά μου…
Αν δεν βρεθεί είναι της τράπεζας…
Θα πιστωθούν στον ειδικό προς τούτο λ/σμό και μετά θα μεταφερθούν υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου…
Δεν μου ξανά μίλησε και βγήκε από το ταμείο…
Έγραψε ότι έγραψε, δεν ξέρω τι;…
Και χωρίς να με ενοχλήσει άλλο, συνέχισε την επιθεώρηση.
Την επόμενη ημέρα ήρθε και άλλος επιθεωρητής, νομίζω πως ήταν ο Ηλίας  Αναγνωστόπουλος.


Μετά από περίπου μια εβδομάδα έρχεται μία γριούλα που έπαιρνε με επιταγή την σύνταξή της και μου λέει:
-Κύριε ταμία ,παιδάκι μου, να σε ρωτήσω;…
-Ορίστε, λέγε μου, κυρία μου…
-Λιγόστεψε η σύνταξή μου, ή, εγώ έχασα τα λεφτά που μου δώσατε;…
-Πόσα χρήματα γιαγιά, λιγόστεψε η σύνταξή σου;…
-Παιδάκι μου… Εάν τα λογάριασα καλά, είναι, δεν είναι τριάντα δραχμές.
( Τότε το Εθνικό νόμισμα ήταν η δραχμή για τις συναλλαγές του εσωτερικού, για τις συναλλαγές του εξωτερικού χρησιμοποιείτο ή ισοτιμία συνήθως σε δολάρια Αμερικής)
–Για λογάριασε τα καλά γιαγιά και λέγε μου πόσα είναι;…
Πόσα στην λιγόστεψαν;…
Ο κόσμος πολύς ήταν μπροστά στο ταμείο μου.
Μόλις άκουσαν τον διάλογο με την γιαγιά, κανένας δεν βιαζόταν, όλοι τους περίμεναν με αγωνία και περιέργεια να ακούσουν και να μάθουν τι θα ειπεί και τι θα γίνει με την γιαγιά…
-Παιδάκι μου, μου την λιγόστεψαν, είκοσι επτά δρχ.
Τότε είπα με πιο δυνατή φωνή για να ακουστεί…
-Δεν στην λιγόστεψαν γιαγιά την σύνταξή σου… Εγώ έκανα λάθος… Εδώ είναι τα λεφτά, δικά σου είναι και θα τα πάρεις, τα έχω γραμμένο και στο βιβλίο.
Οι επιθεωρητές ακόμα δεν είχαν τελειώσει την επιθεώρηση, δεν είχαν φύγει… Παρακολουθούσαν, την συζήτηση…
Φωνάζω τον Δ/ντή να  έρθει και αυτός να διαπιστώσει πως το πλεόνασμα ανήκει στην γιαγιά, να υπογράψει και να τις τα δώσουμε.
Ήρθε, της τα δώσαμε και χίλιες ευχές μας δίνει…
Περισσότερο φώναξα τον δ/ντή επειδή ήταν κόσμος, για να έλθει ο δ/ντής για να τον δει ο κόσμος και να διαπιστώσει , ότι στην τράπεζα υπάρχει, κύρος, ήθος, τιμιότητα και λάθος να γίνει θα βρεθεί, τα πάντα ελέγχονται και ο κόσμος πρέπει να έχει μεγάλη εμπιστοσύνη στην τράπεζα.
Ο επιθεωρητής ήρθε και αυτός ροδοκοκκινισμένος παρακολουθούσε την όλη εξέλιξη….
Στο τέλος της διαδικασίας απέξω από το ταμείο, μου είπε:
-Μπράβο Γιάννη!… Δεν του  απάντησα.
Ο δ/ντής  από την όλη στάση μου, συμπεριφορά μου και περισσότερο που τον φώναξα μπροστά στον κόσμο και παρούσης τη επιθεώρησης να δώσουμε το πλεόνασμα  από το λάθος μου και αποδώσαμε αυτά τα λίγα χρήματα στην γιαγιά, φάνηκε πως αυτό πολύ το ευχαριστήθηκε…  Και δια όσο χρονικό διάστημα παρέμεινε  δ/ντής στο κατάστημα άλλαξε φανερά η συμπεριφορά του απέναντι μου… Και μετέπειτα όταν έφυγε από το κατάστημα, όπου του δινόταν η ευκαιρία, δυνατότητα έλεγε καλές κουβέντες, για μένα, εκεί που έπρεπε… 





Στο περιστέρι.
  (Μετέπειτα οι νεώτεροι που διοίκησαν τις τράπεζες και έκαναν το δήθεν μορφωμένο, με τα πολλά πτυχία και το λειψό μυαλό, αυτά τα αξιώματα δεν ακολούθησαν και κατάντησαν τις τράπεζες, το καταφύγιο της οικονομίας, την αμέριστη εμπιστοσύνη του λαού στις τράπεζες όπως τις κατάντησαν… Από ασφαλές καταφύγιο αποταμιεύσεως των λαϊκών οικονομιών, και από μοχλό δύναμης οικονομικής ανάπτυξης, σε μεγάλο φόβο κινδύνου, ανυπόληπτες…)   








Στο Περιστέρι, εκεί έβρισκαν καταφύγιο, οι φτωχοί, οι πολιτικά κατατρεγμένοι άνθρωποι από όλες τις περιοχές της Χώρας. Το πνευματικό επίπεδο χαμηλό. Οι περισσότεροι δεν ήσαν μορφωμένοι ίσως να ήξεραν ολίγη γραφή και ανάγνωση. Αποτελούσαν το φθηνό σκληρό εργατικό δυναμικό της Χώρας για τις σκληρές δουλειές, οικοδομή, λατομεία, υφαντουργία κλπ
Η κοινωνική συμπεριφορά τους ήταν ανάλογη, αυθόρμητη, απότομη, σκληρή, πολλάκις προσβλητική.
Στο κατάστημα  ήρθε νεοδιόριστος υπάλληλος, ήταν νέο παιδί που μόλις είχε τελειώσει το γυμνάσιο. Τον έβαλε ο δ.ντής στο τμήμα καταθέσεων κοντά στον έμπειρο ταχύτατο καλό συνάδελφο τον αείμνηστο Ηλία Τζιβολιά… Τον  καλωσορίσαμε και του ευχηθήκαμε καλή σταδιοδρομία… Εγώ τον ρώτησα από ποιο μέρος είναι… Μου είπε από την Μεσσηνία την Καλαμάτα.
Εγώ ταλαιπωρημένος από την μέχρι τότε διαδρομή μου στην τράπεζα και τα πολύ λίγα λεφτά που παίρναμε, που ίσια, ίσια μόλις και φθάνανε να καλύψουν τα έξοδα του μήνα, αυθορμήτως του είπα:
-Καλά, καλά... Μυαλό που έχεις...
Έφυγες από την γη  της επαγγελίας, τον παράδεισο και ήρθες να βρεις την τύχη σου  στην κόλαση, εδώ μέσα…
Ήρθες και εσύ να χορτάσεις ψωμάκι…
Αυτός ευγενικά μου λέει:
- Κύριε από φτωχή οικογένεια είμαι και εγώ… Δεν είμαι από την Γη της επαγγελίας, το χωριό μου  είναι άγονο και ορεινό…
Συνήλθα δεν έπρεπε να τον απογοητέψω και αμέσως το διόρθωσα και του είπα:
-Δεν πειράζει όλοι μας από φτωχά μέρη είμαστε, όλοι πρέπει να ζήσουμε, θα δουλέψουμε και θα ζήσουμε και με τα λίγα, έλα και εσύ εδώ κοντά με εμάς και μαζί με τους άλλους.
Το πρώτο που του έμαθε, ήταν τι είναι κατάθεση, ανάληψη και τι είναι καρτέλα, ο λογαριασμός του πελάτη, και πως είναι ταξινομημένες οι καρτέλες στις καρτελοθήκες. 
Του έμαθε τους αποταμιευτικούς  λογαριασμούς όψεως και ταμιευτηρίου.  Του δίνει ένα  μπλόκ χρώματος πράσινο και ένα χρώματος άσπρο και ένα στυλό.
-Άκουσε συνάδελφε, κύριε Φ…. Νίκο...
Έρχεται ο πελάτης, σου λέει καλημέρα, του ανταποδίδεις τον χαιρετισμό. Αν δεν σου ειπεί αυτός του λες εσύ και τον ρωτάς:
-Τι θα θέλατε να  σας εξυπηρετήσω;
Εδώ σε εμάς όπως βλέπεις το καρτελάκι λέει:
«Τμήμα καταθέσεων»
Θα σου ζητήσουν, ή, να καταθέσουν, ή, να πάρουν χρήματα. 
Άμα σου ζητήσουν για να καταθέσουν, συνήθως θα σου ζητήσουν στο λογαριασμό ταμιευτηρίου, ή, καταθέσεις όψεως.  Για το ταμιευτήριο έχουν  και αυτό το βιβλιαράκι, για τις καταθέσεις όψεως δεν υπάρχει βιβλιαράκι. Τώρα ας υποθέσουμε ότι ήρθε πελάτης και μας ζητάει να καταθέσει στο λογ/μό ταμιευτηρίου, του ζητάμε το βιβλιαράκι του και τον ρωτάμε πόσα θέλει να καταθέσει.
Μας λέει το ποσό
Παίρνουμε το πράσινο μπλόκ, που προηγουμένως όπως βλέπεις έχουμε βάλει τα δύο καρμπόν για να είναι πάντοτε έτοιμο για να μη καθυστερούμε και ψαχνόμαστε όταν έρθει ο πελάτης,( γιατί αυτό δεν είναι καλό).
Όπως βλέπεις  επάνω,  επάνω αριστερά, είναι το όνομα της τράπεζα, μετά λέει: Είσπραξης, δίπλα γράφει, ημερομηνία και στην άκρη δεξιά δρχ….(κενό) για να συμπληρώσουμε αριθμητικώς το ποσό των χρημάτων, από κάτω γράφει ονοματεπώνυμο (έχει κενό) και συνέχεια αριθμ  λογ/μου…. (κενό)  Από κάτω γράφει ποσόν και έχει δύο σειρές κενό…..
Εδώ τώρα δώσε μεγάλη προσοχή!
Εδώ γράφουμε το ποσό των χρημάτων που μας είπε και το έχουμε γράψει πιο πάνω αριθμητικώς, το γράφουμε ολογράφως όσο πιο καθαρά μπορούμε…
Εδώ δεν επιτρέπεται να είναι μουτζουρωμένο ή διορθωμένο ή διαφορετικό από το αριθμητικό ποσό…
Σε περίπτωση που γίνει λάθος και είναι διαφορετικό, ισχύει πάντοτε το ολογράφως. Πιο κάτω εδώ γράφει ο προϊστάμενος ο καταθέτης ο ταμίας. Όταν το συμπληρώσουμε βάζουμε τον πελάτη να υπογράψει, βρίσκουμε την καρτέλα του πελάτη την συμπληρώνουμε αναλόγως στην κατάθεση και στο προηγούμενο ποσό το προσθέτουμε και γράφουμε το νέο υπόλοιπο .Το ίδιο κάνουμε και με  το άσπρο, την ανάληψη, στην ανάληψη ο πελάτης παίρνει λεφτά και τα αφαιρούμε από το υπόλοιπο του λογ/μου του.
 Όταν τα υπογράψει ο πελάτης και έχουμε τακτοποιήσει την καρτέλα την δίνουμε μαζί με τα παραστατικά στον προϊστάμενο, τα ελέγχει υπογράφει και τα παραστατικά τα βάζει σε αυτή, την πρώτη θυρίδα του ταμεία.
Ο πελάτης πηγαίνει με την σειρά του στο ταμείο, καταθέτει τα  χρήματα.
Ο ταμία όταν τα καταμετρήσει  σφραγίζει με την αριθμημένη, μεταλλική σφραγίδα και τα τρία, παραστατικά, κρατάει το πρώτο για το ταμείο, δίνει το κιτρινωπό στο πελάτη και το δεύτερο που είναι πιο ανοιχτό πράσινο το βάζει στην δεύτερη θυρίδα.
Ο προϊστάμενος το παίρνει ελέγχει αν έχει την υπογραφή και την σφραγίδα του ταμία και το τακτοποιεί  για την λογιστική ταμιακή  συμφωνία το μεσημέρι, εμείς κάνουμε την λογιστική συμφωνία των λογ/σμων από τις καρτέλες και τελειώνει η δουλειά…
Μέχρι εδώ σήμερα, μη σε ζαλίζω, τα κατάλαβες;…
Απαντάει:
- Ναι τα κατάλαβα...
-Ότι δεν καταλαβαίνεις θα με ρωτάς… Όταν ρωτάς,  ποτέ δεν θα χάσεις, θα μαθαίνεις…
«Ρωτώντας κούτσα-  κούτσα - σιγά, σιγά  και ο στραβός και ο κουτσός πάει στην Πόλη!...»
Λάθη δεν επιτρέπονται και ιδικά μπροστά σε πελάτες…
Το κατάλαβες;…
-Ναι.
-Θέλεις να με ρωτήσεις κάτι;
Ευγενέστατα και φοβισμένα του λέει:
-Ναι τώρα τα κατάλαβα κύριε Τζιβολιά…
-Εξ  άλλου εδώ θα είμαστε, κάθε μέρα θα μαθαίνουμε και από λίγα.
Ήρθε πελάτης και του είπε:
-Θα σας εξυπηρετήσει ο νέος συνάδερφος.
Ο πελάτης του ευχήθηκε καλή σταδιοδρομία…
Ο Ν…Φ… είπε ευχαριστώ.
Ήθελε κατάθεση. Με την στενή επί επίβλεψη του συναδέλφου εξυπηρέτησε πολλούς πελάτες την ώρα που όταν στο γκισέ δεν ήσαν πολλοί πελάτες, να υπάρχει πίεση.
Όταν ήσαν πολλοί πελάτες δεν τον άφηνε, τους εξυπηρετούσε με μεγάλη ταχύτητα ο ίδιος, αυτός του έβρισκε μόνο τις καρτέλες… Νομίζω πως δεν θα είχε περάσει από τότε που ήρθε ο συνάδερφος Ν Φ μία εβδομάδα και μέχρι τότε καλά τα πήγανε…
Πρέπει να ήταν μέση του μήνα, για να μην είχε πάρα πολύ δουλειά…
Η ώρα θα ήταν γύρω στις δώδεκα.
Έρχεται στο τμήμα καταθέσεων θαρρετά όπως ερχότανε ο εργολάβος οικοδομών κ Μιχάλης  Χ…. που είχε και Ι Χ Μερτσέντες κούρσα, που του προσέδιδε γόητρο,  κύρος κοινωνική μόρφωση και ακόμα, ακόμα η Μερτσέντες ήξερε και πολλά γράμματα…
Τότε στο Περιστέρι κυκλοφορούσαν μόνο πέντε αυτοκίνητα, κούρσες Ι.Χ Μερτσέντες, του Παπάζογλου, του μεγαλοκτηματία οικοπεδούχου Παπασταμάτη, του Νικολέτου και ένας που είχε τα νταμάρια της Πετρουπόλεως…
Τότε στην περιοχή υπήρχε μεγάλη ζήτηση για κατοικία, και ήταν πολύ, πολύ μεγάλος ο οικοδομικός οργασμό, κτίζονταν  με άδειες οικοδομής και τα περισσότερα λαθραία…
Οι αμόρφωτοι, έκαναν τον μορφωμένο, οι ανίδεοι τον ιδικό, ο μάστορας τον μηχανικό,  ο εργάτης τον εργολάβο.
Έκτισαν όλα τα λαθραία σπίτια μέχρι επάνω τα βουνά και πλούτισαν μονομιάς, (έγιναν οι νεόπλουτοι).
Ο πλούτος φέρνει και γοητεία, μόρφωση, αυτός από μόνος του, μονομιάς και γνώση…
Νομίζουν πως φέρνει και λεβεντιά, και προ πάντων κάνουν πως ξέρουν γράμματα και επιστήμες…
Και νομίζουν αυτοί, τους μορφωμένους για αμόρφωτους, τους επιστήμονες που ξέρουν γράμματα και είναι φτωχοί, ως νοητικούς καθυστερημένους, τιποτένιους, ως το τίποτε…
Εδώ για αυτούς μιλάει ο πλούτος!...
Έτσι και αυτή την στιγμή ο κ Μιχ… Χ… είπε με στόμφο στον νέο συνάδελφο…
-Κατάθεση.
–Παρακαλώ το όνομά σας…
-Δεν με  ξέρεις;…
Είπε το όνομά του…
Ο συνάδελφος, πρωτόπειρος από το ύφος του, το στόμφο του και την πομπώδη συμπεριφορά του, έκανε το λάθος…
Αντί για το πράσινο μπλόκ παίρνει το άσπρο και άρχισε να γράφει…
Ο πελάτης που τον είδε του λέει:
-Το πράσινο ρέεε…
Αγράμματος είσαι;… 

Ξύπνα μη σου ρίξω κανά σφάλιαρο…
Δεν πρόφτασε κανένας να αντιδράσει… και  κλάατς  ακούγεται ο σφάλιαρος…
-Πάρτη νε ρέεε, να ξυπνήσεις….
Εγώ αυτή την στιγμή μετρούσα χρήματα  του πελάτη που ήταν μπροστά στο ταμείο μου.
Ασυναίσθητα , αυτομάτως, σαν πιεσμένο ελατήριο πετάχτηκα, πήδησα, δεν ξέρω πως, πάνω από τα προστατευτικά κρύσταλλα του ταμείου, χωρίς να σπάσουν και τον άρπαξα και του έριξα την πρώτη στην μούρη…
Όλοι οι συνάδερφοι παράτησαν τα στυλό και τα χαρτιά και βγήκα έξω από γκισέ και του  έριχναν τις καρπαζιές.
Μαζί με τους υπαλλήλους το κτυπούσαν και οι παρευρισκόμενοι πελάτες. Από τους πρώτους  αν και ήταν εύσωμος, πολύ χοντρός, ήταν ο καλός συνάδερφος ο Γιάννης ο Αναστασόπουλος, ο οποίος σπρώχνοντας τον, τον έβγαλε έξω από την τράπεζα…
Πανζουρλισμός επικρατούσε, χρήματα είχαν ξεφύγει από το ταμείο, σκόρπια στο διάδρομο.
Οι συνάδερφοι τα μάζευαν, δεν τα μάζευαν μόνο οι συνάδελφοι, αλλά τα μάζευαν και οι πελάτες και τα έβαζαν επάνω στο γκισέ του ταμείου. Καταμετρήθηκαν και δεν έλειπε  ούτε δεκάρα!... 
Αυτή ήταν η ηθική ποιότητα του απλού κόσμου του Περιστερίου, φτωχός, αλλά τίμιος, σκληρός αλλά δίκαιος, την άδικη συμπεριφορά αμέσως την καταδίκασαν και απέδιδαν δικαιοσύνη άμεση, χειροδικούσαν, αγράμματος αλλά κοινωνικά  μορφωμένος, σοφός!.
Το γεγονός, αυτό δεν μαθεύτηκε εκτός καταστήματος.
Ο νέος άπειρος τότε υπάλληλος έγινε καλός έμπειρος και ανέλαβε μετέπειτα και διευθυντικά καθήκοντα.
Ο πελάτης κ Μιχάλης Χ…. κατάλαβε το μεγάλο σφάλμα του, την απρεπέστατη συμπεριφορά του και μετά από μερικές ημέρες ήρθε ζήτησε από τον συνάδελφο συγνώμη, και από όλους μας και ήρθε και σε μένα με αγκάλιασε  και μου ζήτησε συγνώμη..
Με ρώτησε και αμέσως μου είπε:
-Αν έγινε κάποια ζημιά, ή χαθήκανε χρήματα είμαι πρόθυμος να τα πληρώσω…
Του απάντησα ότι, δεν έλειψε ούτε δεκάρα.
Δώσαμε αμοιβαίως συγνώμη και γίναμε και φίλοι…
Παρέμεινε καλός πελάτης στο κατάστημα και για να εξιλεωθεί, η ψυχή του, όταν έμαθε ότι παντρεύομαι, από μόνος του επέμενε να διαθέσει την Μερτσέντες του, ως δώρο, στολισμένη για την όλη τελετή του γάμου μου. Εφόσον επέμενε πολύ και με την προτροπή των συναδέλφων μου και περισσότερο του κ Χαρίση δέχτηκα την Μερτσέντες.
Ήταν καταστολισμένη!
Και ο οδηγός της χαρούμενος!...
Παντρεύτηκα την Ελένη Π Χριστοπούλου, την 7/1/ 1973.
Το μυστήριο του γάμου έγινε στο Ι.Ν Ευαγγελισμός της Θεοτόκου στο Περιστέρι.
Προσκαλεσμένοι ήσαν όλοι οι συνάδερφοι του καταστήματος και παραβρέθηκαν όλοι τους.
Από τότε δεν έχω μπει σε Μερτσέντες...
Νομίζω πως δεν έχω χάσει και τίποτα το σπουδαίο…



Το κατάστημα Περιστερίου είναι στην διασταύρωση των οδών Παν Τσαλδάρη και 25 Μαρτίου. Επί της 25 Μαρτίου είναι υπερυψωμένο λόγω της κλίσεως του εδάφους περίπου 1,20μέτρα, η περίμετρος του ήταν με τζαμαρία προστατευμένη με σιδερένια ρολά με ρομβοειδές καινά τα οποία εξασφάλιζαν άνετο φωτισμό, ήσαν μονίμως κατεβασμένα και σφαλισμένα. Ήταν άνετα  στο να βλέπεις από μέσα προς τα έξω και από έξω προς τα  μέσα.  

Σε αυτό το υπερυψωμένο σημείο απέξω πολλές φορές ερχότανε μία γριούλα ρυτιδιασμένη, μαυροφορεμένη,  ταλαιπωρημένη. Ακουμπούσε τους αγκώνες των χεριών στο υπερυψωμένο πρεβάζι της τζαμαρία, με τις παλάμες της  έπιανε τα ρυτιδιασμένα μάγουλά της και στήριζε το κεφάλι της, που ήταν καλυμμένο απάνω στην τζαμαρία, σαν κάτι να προσπαθούσε να δει μέσα…
Την είδαν οι κυρίες συνάδερφοι που είχαν μεγαλύτερη παρατηρητικότητα και στην αρχή νόμισαν πως ήταν ζητιάνα και καθότανε έτσι για να ξεκουράζεται.
Παρατήρησαν όμως, ότι  δεν ήταν, διότι τις ημέρες που πληρωνόταν οι γέροι με επιταγές τις συντάξεις των, ερχόταν η γιαγιά ενωρίς και καθόταν στο σαλονάκι με τα καθίσματα απέναντι ακριβώς από το ταμείο.
Ήταν συνεχώς δακρυσμένη και σχεδόν από τους τελευταίους ερχόταν στο ταμείο για να πάρει την σύνταξη της…
Μία μέρα που είχε πολύ κρύο και η γιαγιά ήταν εκεί κολλημένη στο τζάμι την λυπήθηκε η συνάδελφος η κυρία Χρυσάνθη Μουροπούλου, βγήκε έξω, με καλοσύνη πλησιάζει την γιαγιά και την ρωτάει:
- Γιαγιούλα μου καλή, θέλεις κάτι, θέλεις καμία βοήθεια, γιατί είσαι κολλημένη στο τζάμι, θα κρυώσεις…
-Κόρη μου σε ευχαριστώ πολύ, κάτι κοιτάζω, δεν θέλω τίποτα, δεν κρυώνω, το μόνο που θέλω να μη με μαλώσεις, θέλω να έρχομαι να κάθουμαι εδώ πα, όπως κάθουμαι…
-Γιαγιά έλα να πάμε μαζί μέσα να καθίσεις στο σαλονάκι όση ώρα θέλεις… Από εκεί να βλέπεις, ότι θέλεις, εδώ θα κρυώσεις, έλα…
-Όχι κόρη μη ενοχλώ και με μαλώσουν και αν με μαλώσει εκείνο το παιδί;...
–Ποιο παιδί γιαγιά;… Κανένας δεν σε μαλώνει.. 

– Εκείνο το παιδί κόρη μου, μεν τα σγουρά μαλλιά που είναι μέσα από τα τζάμια κόρη μου…
-Δεν σε μαλώνει γιαγιά, δεν σε μαλώνει… Γιατί να σε μαλώσει;…
-Αν με μαλώσουν οι άλλοι, δεν με πειράζει, θα ειπώ ευχαριστώ και θα φύγω, αν μου ειπεί αυτό το παιδί μία κουβέντα, θα είναι ντέρτι, θα είναι διπλός καημός, θα είναι αβάσταχτος βραχνάς, μεγάλος…
-Γιατί να σε μαλώσει γιαγιά;… Δεν σε μαλώνει…
-Κόρη μου σε ευχαριστώ, χίλια τα καλά σου…
Εγώ εκεί άμα με αφήνετε να ακουμπά, καλά μου είναι…
Καλό μου κάνει ξεκουράζεται το σώμα, εκεί αναπαύεται η ψυχή μου…

Δάκρυα κυλούσαν στα ρυτιδωμένα, αυλακωμένα από τα βάσανα μάγουλα της γιαγιάς. Τα σκούπιζε με το μαύρο τσεμπέρι της να σταματήσουν και αυτά έτρεχαν, έτρεχαν συνέχεια. 

-Κόρη μου όλα τα καλά του κόσμου στο σπιτικό σου σε ευχαριστώ.
Τώρα θα φύγω κόρη μου και άλλη μέρα που θα έρθω, θα έρθω να σε βρω… Αν έχεις βολή κουβεντιάζουμε για λίγο…
-Ναι γιαγιούλα μου χρυσή, να έρθεις όποτε θέλεις, θα ξεκλέψω τον χρόνο, θα βρω την ευκαιρία…
-Σε ευχαριστώ καλή μου κόρη, την ευχή μου… Ο Θεός και η Παναγιά να σε φυλάει
- Στο καλό γιαγιά στο καλό…
Δακρυσμένη έφυγε η γιαγιά σιγά, σιγά.
Σούρνοντας τα πόδια της τα πάει, σαν να είναι εκεί στην γη, στο χώμα κολλημένα, σαν να μην ήθελε η γιαγιά από τον τόπο αυτό να φύγει…
Σαν κάτι να την κρατάει…
Σιγά, σιγά σούρνοντας τα πόδια της έφυγε και στο βάθος του δρόμου εχάθη…
Έφυγε  αλλά άφησε πίσω της, τον προβληματισμό στις δύο κυρίες τις συναδέλφους, στην κ Χρυσάνθη Μουροπούλου και την κ Χαρούλα Κορνηλάκη - Χουντή.
Σαν τι να ήθελε, τι γύρευε η γιαγιά εκεί μέσα στο κατάστημα  που επίμονα κοιτούσε;…
Περίμεναν με ανυπομονησία, πότε θα έρθει να κουβεντιάσουν για να τους φύγει η απορία…
Δεν περάσανε από τότε πολλές ημέρες και να σου η γιαγιά τσούκου- τσούκου ήρθε. Από μακριά κοντοστάθηκε να μην ενοχλήσει…
Την είδε η συνάδελφος, η κυρία Χρυσάνθη Μουροπούλου, αμέσως, είπε συγνώμη στον πελάτη που εξυπηρετούσε,(η κυρία Μουροπούλου ήταν υπάλληλος στο τμήμα εισαγωγικό- εξαγωγικό εμπόριο) και πήγε κοντά της.
-Καλώς την, της λέει.
-Καλημέρα κόρη μου, καλώς σε βρήκα…
Μήπως η ώρα δεν είναι καλή, είναι παράωρα και πρέπει πριν να μου πούνε κάτι, πρέπει κόρη μου να φύγω και έρχομαι άλλη ώρα;…
-Όχι γιαγιούλα μου καλή, έλα μέσα…
Την πιάνει από το χέρι και την πηγαίνει στο γραφείο της, εκεί της βάζει μια καρέκλα να καθίσει…
-Ευχαριστώ παιδάκι μου, ευχαριστώ…  Κάνε τελείωσε την δουλίτσα σου και μη νοιάζεσαι για μένα. Όταν με το καλό τελειώσεις και θέλεις και μπορείς κουβεντιάζουμε λιγουλάκι…
-Θέλεις κάτι γιαγιά, πορτοκαλαδίτσα να σε φιλέψω να βάλεις κάτι στο στόμα σου…
-Ευχαριστώ κόρη μου για την καλή σου γνώμη , δεν θέλω, δεν κατεβαίνει τίποτα τώρα κάτω…
Σε λίγο τέλειωσε την δουλειά της με τον πελάτη… Κοιτάζοντας την γιαγιά που βουβά κυλούσαν τα δάκρυα και τα σκούπιζε με την άκρη του μαύρου της τσεμπέρι, της λέει:
-Γιαγιά τώρα έχω αδειά μπορούμε να κουβεντιάσου ότι θέλεις…
-Κόρη μου το βλέπεις εκείνο το παιδί;…
-Ποιο;…
-Εκείνο με τα σγουρά μαλλιά, που είναι μέσα στο γυάλινο κλουβί…
- Ναι γιαγιά το βλέπω.
–Εκείνο παιδάκι μου που κάθε μήνα μου δίνει τα λεφτά…
-Ναι σου δίνει την σύνταξη σου…
-Αυτό το παιδί, από τότε που ήρθε εδώ, ήρθε  εδώ το παιδί μου.
Κάθε μήνα του λέω καλημέρα, μου λέει καλημέρα, το ξέρω, δεν με ξέρει, έρχομαι και κάθουμαι και το βλέπω,  αλλά δεν με βλέπει, είναι το παιδί μου…
Αυτό μόνο τα λεφτά μου δίνει…
Την συνάδελφο την έπιασε τρεμούλα, δεν ήξερε τι να κάνει, πώς να το χειριστεί. Και από μέσα της λέει:
-Παραφρόνησε η γιαγιά, πάει… πάει…
Σηκώνεται και της λέει:
-Πάω να φέρω λίγη πορτοκαλάδα γιαγιά να βάλω κάτι στο στόμα μου.
-Ναι κόρη μου…
Πήγε και έφερε δύο ποτήρια χυμό πορτοκάλι.
Δίνει το ένα της γιαγιάς.
-Ευχαριστώ κόρη μου…
Και όπως τις το έδωσε, χωρίς να πιει γουλιά, έτσι εκεί  κάτω το αφήνει…
-Αυτό είναι το παιδί μου, είναι ο Γιάννης μου, έφυγε και τώρα ήρθε…

Σιγούλια, σιγούλια σίμωσε κοντά στην γιαγιά και η άλλη συνάδερφος η Χαρούλα και την ρωτάει:
- Γιαγιά μου πότε έφυγε το παιδάκι σας, ο Γιάννης;  Και που πήγε;…
-Κορούλα μου, έφυγε και ήταν σαν αυτόν που ήρθε, λεβέντης.
Έφυγε και πήγε εκεί που πήγανε όλοι οι λεβέντες, επήγε στον καταραμένο πόλεμο και εκεί έμεινε, εκεί πολεμάει και δουλεύει και στέλνει και της μάνας του λεφτά από την δούλεψή του…
Μα τώρα ήρθε, νάτος, ίδιος είναι, αυτός είναι.
Άκουσα τον λένε Γιάννη…
Είναι ο Γιάννης μου…
Σιωπή…
Μιλιά…
Απλώνει η γιαγιά το ροζιασμένο χέρι της, το βάζει στο κόρφο της και κάτι βγάζει, που καλά το είχε φυλαγμένο…
Τους το δίνει… 
-Να κόρες μου δεν είναι αυτός;…
Και τους δείχνει μία φωτογραφία…
Την πήραν στα χέρια του την κοίταξαν, ήταν ολόιδιος… 
Ήταν το παιδί, ήταν ο συνάδερφος που ήταν μέσα στο γυάλινο κλουβί. Ήταν ίδιος ο Γιάννης ο ταμίας…
Σιωπή…
Κόμπος δέθηκε στο λαιμό τους, δεν έβγαινε λαλιά…
Μόνο με μάτια βουρκωμένα κοιτούσε η μία, την άλλη…
Δεν έβρισκαν λόγια παρηγοριάς της γιαγιάς να ειπούνε…
Και άλλες σκέψεις στο μυαλό τους στριφογύριζαν. 
Και είπε σιγανά πάλι, η μία, στην άλλη:
-Λες να είναι και να έγινε  η μετεμψύχωσης;…
Την σιωπή την έλυσε η γιαγιά, αφού αναστέναξε βαθιά, με λυγμό  τους λέει:
-Κόρες μου καλές, εγώ τώρα εδώ ήρθα για άλλη δουλειά, που πρέπει να την κάνω και η ώρα, ο καιρός περνάει. Το ξέρω έχετε δουλειά και εγώ σας έπιασα το κουβεντολόγι, μη σας μαλώσουν κιόλας… Με τα δικά μου βάσανα σας πίκρανα, χωρίς να το θέλω...
Αλλά ο Θεός η Παναγιά, την πίκρα αυτή γλύκα, χαρά να σας την κάνει…
-Γιαγιούλα δεν μας πίκρανες, εσύ όποτε θέλεις να έρχεσαι να κουβεντιάζουμε λίγο και για την δουλειά μας μη νοιάζεσαι, εμείς το κανονίζουμε, η δουλειά μας να βγαίνει, να μη δίνουμε δικαιώματα για μαλώματα…
Εσύ να έρχεσαι… Για να σου αλαφρώνει ο πόνος…
-Κόρες μου ο πόνος αυτός σε κανέναν άνθρωπο να μη λάχει, το μόνο που παρακαλιέμαι να φύγω, να πάω να τον βρώ…
Άλλα δεν μου γίνεται τέτοια χάρη…
Όμως εσείς τώρα μπορείτε να μου κάνετε μια χάρη;
-Τι θέλεις γιαγιά;…
Όλες ήσαστε άξιες και πρόθυμες να με βοηθήσετε και σας ευχαριστώ.
Αλλά εγώ για την περίσταση, λογίζομαι, κρίνω και διαλέγω, πως θα  έχει μεγαλύτερη επιτυχία, καλύτερο αποτέλεσμα, την χάρη αυτή να μου την κάνει η μεγαλύτερη, που είναι πιο σεβαστική και θα την ακούσει…
-Ότι θέλεις εσύ γιαγιούλα….
Αρκεί να περνάει από το χέρι μας…
-Έλεγα κόρες μου να μη σας βάλω σε αυτόν το κόπο, να το κάνω από μόνη μου… Αλλά με κυριεύει ο φόβος, είναι ο ίδιος, είναι το παιδί μου, είναι νευρικός και φοβάμαι αν το κάνω εγώ φοβάμαι μη με αποπάρει…
Και τότε δεν θα έχω μούτρα να βγαίνω ούτε αγνάντια…
Αυτό κόρες μου δεν το θέλω…
Εκεί που στέκω θέλω να στέκουμαι…
-Τι θέλεις γιαγιά να κάνουμε που εσύ με το δίκιο σου ντιριέσαι να το κάνεις;
-Κόρες μου καλές.
«Το δώρο θέλει αντίδωρο».
Μη λάχει και σας κουράζω;
-Όχι, όχι… Της λένε με ανυπομονησία.. Τι θέλεις να μα ειπείς;…
-Την Κυριακή πάμε στην εκκλησιά το πρόσφορο δώρο στον Χριστό, στην λειτουργιά και μετά περιμένουμε με την σειρά μας, να πάρουμε το αντίδωρο από του παππά το χέρι.
Να μη τα πολυλογώ, το παιδί μου, ο Γιάννης μου εκεί έμεινε, δουλεύει ρογιασμένος, χρόνια τώρα στα βουνά τις Ηπείρου και από την δούλεψή του, δεν ξεχνάει, κάθε μήνα έστελνε και στέλνει στην μάνα του, λεφτά δώρα....
Εγώ τι κάνω;…
Δεν πρέπει να στέλνω το αντίδωρο;…
Τώρα κόρες μου ήρθε εδώ μέσα… Νάτος!…
Από καιρό έφερνα ένα μικρό δωράκι, το αντίδωρο που λέμε, και ντιριόμουνα (δίσταζα) να του το δώσω…

Η γιαγιά βγάζει από ένα μικρό σακουλάκι που πάντοτε την βλέπανε και το κράταγε μαζί της και την νομίζανε πως ήταν ζητιάνα, ένα καλοφτιαγμένο μικρό δεματάκι και λέει στην κ Χρυσάνθη, ενώ η συνάδερφος  η κ Χαρούλα Κορνηλάκη κοιτούσε ευχαριστημένη, διότι η γιαγιά την απάλλαξε από αυτή την αποστολή.
-Κόρη μου αυτό δεν είναι κάτι τρανό σπουδαίο, έχει μέσα μια ξουριστική  μηχανή και μια κολόνια…
Χειρίσου το όπως εσύ καλύτερα ξέρεις, να τα δώσεις στο παιδί μου, που είναι τώρα εδώ μέσα, να την βάζει όταν ξουρίζεται…
Είναι όμορφος για να γίνεται πιο όμορφος!…
Εσείς θα τα καταφέρεται καλύτερα από εμένα, και μένα έτσι θα αλαφρώνει η ψυχή μου…
-Ναι γιαγιούλα θα τα δώσουμε…
-Ευχαριστώ κόρες μου, ευχαριστώ, να έχουτε την ευχή μου…
Η γιαγιά σηκώθηκε την βοήθησαν και βγήκε έξω από την πόρτα. Ευχαριστώ κόρες μου.
Θα καθίσω λίγο εδώ στην θέση μου και θα φύγω…
Το γεγονός το έμαθαν όλοι οι συνάδελφοι εκτός από εμένα και όλοι τους απεφάσισαν την επομένη όλοι να βοηθήσουν ώστε γρήγορα να γίνει η συμφωνία του ταμείου και μετά διακριτικά η  συνάδελφος η κ Μουροπούλου Χρυσάνθη να εκτελέσει την επιθυμία της γιαγιάς…
Η συνάδερφος, η κυρία Μουροπούλου, ήταν καλή, σεβαστική υπάλληλος, ίσως μια από τις καλύτερες υπαλλήλους σε ήθος, εργατικότητα και έχαιρε εκτιμήσεως  και σεβασμό από όλους μας.

Στο τέλος της δουλειάς, μετά την συμφωνία του ταμείου, έρχεται μέσα στο ταμείο και μου λέει:
-Γιάννη  θα σου ζητήσω μία χάρη…
-Ευχαρίστως  κυρία Μουροπούλου, αρκεί να μπορώ.
-Ξέρω ότι μπορείς, δεν είναι κάτι που να μη μπορείς.
Πολύ καλά το ξέρεις  ότι ποτέ δεν θα σε έφερνα σε δύσκολη θέση, εάν δεν μπορούσες, δεν θα στο ζήταγα…
-Γιάννη την έχεις δει, την έχεις προσέξει μία γιαγιά που έρχεται συνέχεια;… Κάθεται εκεί απέξω και κοιτάζει μέσα από τα τζάμια…
-Μου φαίνεται πως την έχω δει δύο, τρεις φορές, ούτε την ξέρω, ούτε την θυμάμαι την μορφή της.
- Μα Γιάννη δεν την έχεις προσέξει;…
Εγέλασα…
-Τι θα κάνω εγώ κυρία Μουροπούλου;…
Εδώ όπως βλέπεις δεν προφταίνουμε να κοιτάμε άλλα πράγματα…
Τον κόσμο που περνάει και κάθετε απέξω θα προσέχω ποιος είναι;
Όμως τι έγινε με την γιαγιά;
- Κοίταξε Γιάννη και άκουσέ με.
Αυτή η γιαγιούλα έρχεται πολύ καιρό τώρα κάθεται απέξω κολλάει τα μάτια της στην τζαμαρία και κοιτάζει εσένα…
- Εμένα;…Χα χα... Άστην να κοιτάζει…
Τι μου λες τώρα να ήταν και καμιά νέα  και όμορφη…
Μου λες πως με λιμπίζονται οι γιαγιές και μη χειρότερα…
Για λέγε… Για λέγε…
-Έλα Γιάννη σοβαρέψου… Δεν είναι για αστεία…
-Για λέγε μου, τι έκανα πάλι και δεν το πήρα χαμπάρι;…
-Απολύτως τίποτα... Αλλά δώσε προσοχή και άκουσέ με…
-Για λέγε μου λοιπόν…
-Αυτή η γιαγιούλα, ήρθε προχτές και μου είπε την ιστορία της και τον καημό της…
-Καλά κυρία  Χρυσάνθη,  από  στενοχώριες, ιστορίες και καημούς, ο κόσμος είναι γιομάτος και εγώ, έχω τα δικά μου, τις στενοχώριες του κόσμου, για να τις ακούσω, να τις πάρω εγώ;… 
Έχω τόσες δικές μου, δεν μπορώ άλλες να σηκώσω…
Εγώ δεν μπορώ να κουμαντάρω τα δικά μου βάσανα…
Τα βάσανα των άλλων τώρα…
-Γιάννη μου υποσχέθηκες, να τώρα προηγουμένως ότι, τουλάχιστον θα με ακούσεις, το τι θα σου ειπώ και τι θα σου ζητήσω και διαπιστώνω ότι…
-Αυτό στο υποσχέθηκα, έχεις δίκιο… 
-Λοιπόν αφού βλέπω πως δεν θέλεις να σου το ειπώ όπως το είχα σκεφτεί και όπως πρέπει,  στο λέω έτσι…
-Λέγε το λοιπόν, τι είναι αυτό;...
–Η γιαγιούλα λοιπόν λέει και επιμένει, πως είσαι παιδί της…
-Αυτό είναι καλό, το καλύτερο από όλα… Χά-χά-χά…
Απόχτησα και άλλη μανούλα, θα έχω δύο μανούλες…
Ποιος στην χάρη μου!...
Έχω εγώ τις περιουσίες, τα καπιτάλια και θα θέλει προστασία και αυτή γεροκομιό σαν να λέμε…
Θα βλέπουν τα πολλά λεφτά και θα λένε πως είναι δικά μου, και ας μην έχω τσακιστή δεκάρα στη τσέπη μου…
Καλό είναι αυτό, για λέγε, για  λέγε…  
-Σοβαρέψου Γιάννη…

Λοιπόν η γιαγιά ήρθε προχτές, ευγενική καλοσυνάτη  και μου είπε θέλει να μου μιλήσει. Δεν μπορούσα να της ειπώ όχι…
Είπε την ιστορία για τον Γιάννη της, το παιδί της που σκοτώθηκε στην Αλβανία, στον καταραμένο πόλεμο του 1940 και το παιδί της έμεινε εκεί και δουλεύει ρογιασμένο όπως μας είπε, και δεν την ξέχασε ποτέ του.
Από το βιός του την δούλεψή του κάθε μήνα στέλνει στην μάνα του δώρο( θα εννοούσε την σύνταξη που παίρνει)
Μου είπε ακριβώς έτσι:
«Το δώρο θέλει αντίδωρο»
Και να μη στα πολυλογώ, το παιδί της ο Γιάννης της, νομίζει πως ήρθε και είναι εδώ μέσα και είσαι εσύ….
Και χρόνια τώρα έρχεται απέξω κάθεται στην τζαμαρία και σε κοιτάζει…
Και λέει έτσι της φεύγει ο πόνος αναπαύεται η ψυχή της…

Άρχισα και σοβαρεύουμε, χωρίς να το θέλω, μπήκα στην ψυχοσύνθεση της γιαγιάς, και χωρίς να έχω μεγάλες εμπειρίες μπήκα στον πόνο της.
Κρύος ιδρώτας με έπιασε, αν και δεν καταλάβαινα τότε από κούραση, συγκίνηση και τέτοια.
Η συνάδερφος χωρίς να το καταλάβω με έβαλε σε άλλη διάσταση ζωής… Άρχισα να κουνά τα χέρια μου, αντιπατούσα με τα πόδια μου για να καταλάβω ότι υπάρχω..
Τι είναι αυτά;…
Κουβεντιάζω με την συνάδερφο την Χρυσάνθη, ή, είναι οπτασίες; Αφαιρέθηκα…
Είχα πάει αλλού…
Η συνάδελφος το κατάλαβε, (όπως μου έλεγε μετά, φοβήθηκε μη πάθω κάτι)  και λίγο πιο δυνατά μου λέγει:
-Γιάννη με ακούς;… Νομίζω πως δεν με προσέχεις…
-Ναι σε ακούω και σε προσέχω…
Δεν ήθελα να φανώ ότι κάτι έπαθα, σοκαρίστηκα…
Ήμουνα ο σκληρός… Αλλά…
-Τότε η γιαγιά  δακρυσμένη έβγαλε με το ροζιααμένο χέρι της που έτρεμε, από τον κόρφο της κάτι, μας το δίνει και με τρεμάμενη φωνή πνιγμένη στο κλάμα μας το δίνει.
Ορίστε μας λέει… Ήταν μία φωτογραφεία…
Είναι το παιδί μου ο Γιάννης μου μας είπε…
Νάτο- νάτος τώρα ήρθε εδώ μέσα και έδειξε  εσένα…
Κοιτάξαμε καλά την φωτογραφεία και είσαι ίδιος εσύ…

Η φωνή της άρχισε να αλλάζει χροιά, τα μάτια της βουρκωμένα έτοιμα να τρέξουν… Φαινότανε πως έκανε προσπάθεια να κρατηθεί…
Και εγώ το ίδιο, κοίταζα επάνω, κάτω, δεξιά, αριστερά να μη δακρύσω να μη φανεί  ότι δείλιασα…
- Εεεε, λοιπόν πολύς κόσμος μοιάζει ο ένας με το άλλον…
- Ναι αλλά η γιαγιά λέει πως μοιάζει και η φωνή τα φερσίματα και ο χαρακτήρας, ότι είσαι απότομος και νευρικός σας τον Γιάννη της και σε λένε και Γιάννη…
Ήθελε να σου πει κάτι και  δίσταζε, όπως μας είπε μη την αποπάρεις και τότε δεν θα έχει κουράγιο από την στενοχώρια της ούτε να βγει αγνάντια προς τα εδώ….
-Άλλο και τούτα πάλι… Για λέγε… Τι ήθελε η γιαγιά; 
-Η γιαγιούλα είχε πάντοτε πολύ καιρό τώρα μέσα στο σακουλάκι της ένα μικρό δωράκι, κι εμείς με το σακουλάκι που κουβάλαγε και εκεί που καθότανε νομίζαμε πως ήταν ζητιάνα.  Ήθελε να σου το δώσει είναι το αντίδωρο από το δώρο που κάθε μήνα της δίνεις…
-Εγώ τίποτα δεν δίνω σε κανέναν... Τι δώρα και αντίδωρα μου λες;…
-Άκουσε Γιάννη, η γιαγιά είτε, καλώς είτε κακώς, είτε έχει παρανοήσει, δεν ξέρω τι άλλο μπορεί να συμβαίνει, με λίγα λόγια την σύνταξη που παίρνει από το σκοτωμένο για την Πατρίδα παιδί της που εσύ της την δίνεις σε νομίζει για παιδί της και μου έδωσε αυτό το μικρό δώρο, (όπως το είπε αντίδωρο)και με παρακάλεσε για τους λόγους που σου είπα, που δεν μπορούσε να σου το δώσει η ίδια, να σου το δώσω εγώ…
Θεώρησα ότι είχα ηθική υποχρέωση σε μία γιαγιά πονεμένη να της κάνω αυτή την Χάρη.
Της το υποσχέθηκα…
Σε παρακαλώ να το δεχτείς, έτσι πρέπει, δεν περιμένω να με προσβάλεις, και την βασανισμένη, κατακαημένη, χαροκαμένη γιαγιούλα βάναυσα να προσβάλεις.
Το δώρο είναι τόσο μικρό ασήμαντο, για την γιαγιά θα είναι βάλσαμο ψυχής πρέπει να το δεχτείς, πρέπει να το πάρεις…
Αυτό δεν ξέρεις, αφού είναι μεγάλη επιθυμία της  θα είναι και η ευχή της… Δεν ξέρεις και καμιά φορά…
Η γιαγιούλα εκατό χρονών κοντεύει, φτάνουν οι πίκρες της, μη την πικραίνεις…
Να πάρε το…
Σαν υπνωτισμένος  αμίλητος με συναισθήματα ανάμιχτα μακρινά, αλλιώτικα, σαν από το υπερπέραν το δέχτηκα… 
Μαζί ανοίξαμε το δώρο, ήταν μία κολόνια μία ξυριστική μηχανή και ένα πακετάκι ξυραφάκια.
Η συνάδερφος πήρε την κολόνια ψέκασε στο ταμείο και είπε η ευχή της γιαγιάς σε σένα Γιάννη και σε όλους μας να έχουμε υγεία…
Ήταν ευχαριστημένη εκτέλεσε την αποστολή της…
Βγήκε από το ταμείο, βγήκα και εγώ δεν ξέρω τι με είχε πιάσει φόβος θλίψη, πίκρα άλλα συναισθήματα…
Να μοιάζω με σκοτωμένο…
Επήγα στην τουαλέτα, για να μη με βλέπουν οι συνάδελφοι και  έκλαψα και μου λύθηκε ο κόμπος στο λαιμό…
Την κολόνια εκεί την άφησα και όταν ήταν οι ημέρες που πλήρωνα και τις συντάξεις των γερόντων ψέκαζα και αρωμάτιζα τον χώρο.

Η γιαγιά όταν ερχόταν με καλημέριζε, για όλα τα άλλα ήταν επιφυλακτική, ποτέ δεν μου είχε μιλήσει, αλλά την έβλεπα  πολύ ευχαριστημένη…
Μετά από λίγο χρονικό διάστημα η γιαγιά έφυγε, πήγε να βρει το πραγματικό της παιδί… Εκεί να αγκαλιαστούνε…
Αλλά όπως λένε και από τον κάτω κόσμο ακόμα- ακόμα έρχεται η ευχή… Από τότε και μετά στην τράπεζα πρόκοβα, πήρα και το πτυχίο της ΑΣΟΕΕ και κάθε τόσο έπαιρνα  και κατ εκλογή προαγωγή…
Ήταν η ευχή της, ή, ήταν τυχαίο;…
Όμως… Σεβασμός...
«Χατίρι γέρου ανθρώπου, ποτέ να μη χαλάτε…»


Στο περιστέρι 2
2α:  Ήταν τέλος του μήνα, ως συνήθως στο κατάστημα της τράπεζας ήταν δουλειά πολύ. Από τους συναδέρφους όποιος είχε σπίτι και οικογένεια έπαιρνε από το σπίτι του λίγο ψωμί, τυρί, λίγες ελιές για κολατσιό…
Οι υπόλοιποι παραγγέλναμε και παίρναμε μόνο ένα καφέ το πρωί, από το απέναντι καφενείο των τριών αδελφιών, μας το έφερνε ο Αρτέμης…
Δεν είχαμε  προνοήσει να πάρουμε,  να αγοράσουμε, τα απαραίτητα σκεύη στο κατάστημα, καφέ και ζάχαρη και ο καθένας μας να φτιάχνει ένα καφέ, ή ένα ρόφημα…
Ο καφές αυτός ήταν όπως τον λέγαμε ο τσαγκάρικος, διότι βάσταγε γουλιά, γουλιά, μέχρι το μεσημέρι… όπως ο καφές του τσαγκάρη. 
Εκείνη την ημέρα δεν θυμάμαι αν είχα προφτάσει να παραγγείλω καφέ, από την πολύ δουλειά…
Σε κάποια στιγμή έρχεται ο καφετζής και μου φέρνει ένα καφέ και νερό… 
-Καλά έκανες και μου το έφερες του λέω, δεν πρόφτασα να παραγγείλω.... Αμέσως βγάζω το αντίτιμο να τον πληρώσω τον καφέ μου. Το είχα και ακόμα το έχω ως αρχή μου, βίωμα μου, πρώτα βγάζω το αντίτιμο και μετά παραγγέλνω… Τηρούσα  αυτή την συμβουλή και ακόμα από τότε την τηρώ, αυτή την καλή συνήθεια. Αυτό που μου είπαν τότε οι σοφοί Δ/ντές της τράπεζας:
«Είσαι τώρα ταμίας,  να μη πάρεις  ποτέ από το ταμείο λεφτά και πληρώσεις τον καφέ σου…»
-Ορίστε του λέω  και σε ευχαριστώ.
-Είναι πληρωμένος…
-Ποιος τον πλήρωσε;…
-Ένας παππούς με την ρεμπούπλα, που πριν λίγο είχε έρθει και πήρε την σύνταξή του. Μετά αμέσως ήρθε και παρήγγειλε τον καφέ σου και τον πλήρωσε.. Αυτός στον κερνάει…
Σε είδε όπως μου είπε πως ήσουν κουρασμένος και μου είπε να σου το φέρω γρήγορα.
-Ευχαριστώ τον παππού και σένα Αρτέμη, πραγματικά τον έχω ανάγκη αυτή την στιγμή…
Οι πελάτες που άκουσαν το διάλογο, συναισθάνθηκαν την κούραση μου και μου είπαν:
-Σιγότερα κύριε σιγότερα, ας περιμένουμε και λίγο, πιες τον καφέ σου…
Ήπια μια γουλιά καφέ και λίγο νερό και στυλώθηκε η καρδιά μου…
Αμέσως ένιωσα πως πήρα καινούργια δύναμη, ξαστέρωσε το μυαλό μου, καθαρίσανε τα μάτια μου, άκουγα και έβλεπα καλύτερα…
Τον καφέ αυτόν την στιγμή αυτή τον είχα απόλυτη ανάγκη…
Τον θυμάμαι ακόμα, και μέχρι σήμερα.
Τέτοιο, καλό, νόστιμο, αρωματικό, θεραπευτικό καφέ, δεν έχω ξανά γευθεί…
Ο παππούς δεν ήθελε άλλο καλύτερο διαβατήριο καλοσύνης, υπογεγραμμένο, για να πάει στον παράδεισο!... 
Μνημονεύεται ο παππούς και ο καφές, από τότε και ακόμα μέχρι τώρα…
Καλό θα είναι να προσφέρουμε σε κουρασμένο άνθρωπο, διαβάτη, οδοιπόρο, υπάλληλο, εργάτη, την ώρα της ανάγκης του, έστω το ένα ποτήρι το νερό…

2 β) Παναγή το λέγανε τον κύριο, στην πιάτσα στην αγορά στο Περιστέρι. Σύχναζε εκεί που στάθμευαν τα φορτηγά αυτοκίνητα και περιμένανε να βρουν αγώγι. Τότε τα φορτηγά  με την ανατρεπόμενη καρότσα είχανε πολύ δουλειά, διότι στην περιοχή άρχισε η ανάπτυξη.
Η  οικοδομή είχε πολύ δουλειά και είχαν ζήτηση μεγάλη δουλειά τα φορτηγά για την μεταφορά οικοδομικών υλικών. Εκεί στην πιάτσα αυτή είχαν υπαίθριο στέκι οι οδηγοί και άλλοι.
Εκεί μέχρι να βρεθεί το αγώγι, έπαιζαν τα χαρτιά με στοιχήματα.
Τι είδος χαρτιά έπαιζαν να τα ειπώ δεν  ξέρω, γιατί δεν τα έχω πιάσει ποτέ στα χέρια μου, ούτε για αστείο…
Εκτός από το παιχνίδι την ξερή και αυτή, την ξέρω τόσο πολύ καλά για να με νικάνε, για να με κερδίζουν όλοι οι άλλοι και εγώ να πληρώνω τα κεράσματα…  Τότε μόνο παίζω, όταν πηγαίνω στο χωριό μου με τους παλιούς φίλους… Στο χωριό όταν πηγαίνω  όσες φορές παίζω, παίζω για να χάνω, κάθε φορά να με κερδίζουν και να πληρώνω με χαρά, για να μη με κοροϊδεύουν οι άλλοι ότι είμαι ακοινώνητος…
Εκεί στην πιάτσα  σύχναζε και ο Παναγής, νομίζω πως ήταν εργάτης και έκανε μεροκάματα στο φόρτωμα ξεφόρτωμα … Στην καινή ώρα στην αναδουλειά ό Παναγής και οι άλλοι βρίσκανε δουλειά στα ζάρια και στην χαρτοπαιξία. 

Ο Παναγής ήταν συντηρητικός, όπως φαινόταν, δεν έπαιζε μεγάλα ποσά.
Είχε ανοίξει στην τράπεζα αποταμιευτικό κοινό λογαριασμό όψεως ταμιευτηρίου με την γυναίκα του και κάθε ημέρα έβαζε τα χρήματα που οικονόμαγε από την δουλειά του και τα κέρδη από τα ζάρια και την χαρτοπαιξία…
Αλλά τα κέρδη της χαρτοπαιξίας όπως έλεγε, δεν είναι της προκοπής, είναι καταραμένα…
«Αέρας τα φέρνει αέρας τα παίρνει»
Τα μόνα λεφτά που μένουνε και κάνουνε προκοπή είναι τα καλοδουλεμένα, τα λεφτά του ιδρώτα…
Και έλεγε:
«Από τα καλοδουλεμένα, ο διάβολος παίρνει τα μισά και από τα άλλα τα βλασθημημένα ( εννοούσε της χαρτοπαιξίας και ζάρια) τα παίρνει ούλα…»
Ήταν  γνωστός ο Παναγής στην τράπεζα και ο λογαριασμός του είχε αρκετά χρήματα, τίμιος συνεπείς στις συναλλαγές του.
Τηρούσε με ευλάβεια τους ηθικούς, άγραφους νόμους, των συναλλαγών της χαρτοπαιξίας… Στην χαρτοπαιξία και στα ζάρια είχε λόγο και μπέσα, έπαιζε και επί πιστώσει της ημέρας….
Κάποια μέρα ο Παναγής  έχασε, η τύχη δεν ήταν ευνοϊκή.
Ήταν όμως  συνεπής στις συναλλαγές του, περισσότερο από οτιδήποτε άλλο στις συναλλαγές της χαρτοπαιξίας…
Η χαρτοπαιξία έλεγε έχει δικούς της νόμους και τερτίπια… 
Και εφαρμόζονται οι άγραφοι νόμοι της…
Ο λόγος τηρείται όπως έλεγε απαρεγκλίτως  με αξιοπρέπεια, και με μπέσα!…
Ήρθε ο Παναγής φουριόζος, θαρρετός και ζήτησε γρήγορα ένα κατοστάρικο.

Κόσμος πολύς ήταν στο ταμείο και ο Παναγής βιαζότανε…
Βγάζει την καρτέλα ο μακαρίτης ο Ηλίας ο Τζιβολιάς  και βλέπει υπόλοιπο δρχ 120 μου κάνει νόημα,  μου βάζει στην θυρίδα το παραστατικό της ανάληψη για να του βάλω στην θυρίδα εκτός σειράς 100δρχ
Τα έβαλα, τα παίρνει  του δίνει αμέσως το κατοστάρικο…
Φεύγει ο Παναγής τρεχάτος…
Κατά το μεσημέρι πριν κλείσουμε έρχεται και ζητάει να πάρει και άλλες 50 δρχ. Τότε του λέμε:
-Τα λεφτά τελειώσανε δεν έχει…
Αμέσως έσκασε στα γέλια.
-Με μένα πλάκα κάνετε;..
Ελάτε τώρα και δεν έχει πάει καλά η ημέρα σήμερα, δώστε μου το πενηντάρι και άλλη ώρα αστειευόμαστε…
Τα πράγματα τώρα σοβαρεύανε…
Τα  λεφτά που  είχε σε κοινό λογ/μό είχαν γίνει ανάληψη.
Ήσαν αρκετά!...
Αμέσως φέρνουμε  από το αρχείο τα ταμιακά παραστατικά και συγκρίνουν τα δείγματα των υπογραφών των δικαιούχων.
Την υπογραφή την δεύτερη της συνδικαιούχου.
-Κύριε Παναγή για ελάτε από μέσα να δείτε κάτι. 
Αυτή την υπογραφή και τα γράμματα τα γνωρίζετε;
-Και βέβαια τα γνωρίζω…  Δεν γνωρίζω τα γράμματα της γυναίκας μου;
-Κάνατε καμιά αγορά, κανένα οικόπεδο…
-Όχι βέβαια…
Όλοι πάγωσαν…
-Προχτές ήρθε η γυναίκα σου, με το γιό σου τον λεβέντη και πήρανε τα λεφτά και μας είπανε πως θα αγόραζαν κάποιο οικόπεδο καλό στο Άγιο Ιερόθεο και θα γινόταν τα συμβόλαια  απέναντι, στο συβολαιογράφο τον κ  Ταυουλά… 
-Μα τι μου λέτε;…
-Κύριε Παναγή, ξανθιά δεν είναι η γυναίκα σας;…
-Ναι ξανθιά…
-Και ψιλός, μελαχρινός, περίπου τριάντα  χρονών δεν είναι ο γιός σου;…
-Δεν είναι δυνατόν κάτι άλλο έχει συμβεί… Μα εγώ δεν έχω γιό…
-Η υπογραφή αυτή είναι της γυναίκα σου; Για κοίτα την καλά…
-Είναι της γυναίκας μου…
-Μήπως κύριε Παναγή σας είπε πως έχασε την ταυτότητά της;…
-Όχι… Όχι.. 
Ο κ Παναγής πηγαίνει στο σπίτι βρίσκει την γυναίκα του και της ζητάει την ταυτότητα της και διαπιστώσει ότι είχε την ταυτότητα της…
Αλλά η γυναίκα του είχε και κάτι άλλο, το απόκρυφο, το πονηρό, που στην τράπεζα το εμφάνισε για παιδί τους…
Ο κ Παναγής μετά από πολύ καιρό εμφανίστηκε στην τράπεζα και είχε πάθει εγκεφαλικό…
Την παλιά συνήθεια συνέχισε, κανένας μας δεν το ξανά ρώτησε για το γεγονός τι απέγινε…
Μόνος του μια ημέρα μονολογούσε και είπε:
-Αφού δεν έχεις δικό σου αίμα, γιατί έβαλες στα κόπια σου τον άλλον;…
Στο τέλος αν μένανε, ας έπαιρνε και το Κράτος…
Το Κράτος δεν θα μου έκανε τέτοια ατιμία…
Κανένας μας  δεν του μίλησε και τι να του ειπεί;
Πληγές αγιάτρευτες να ξύνει;…

Αυτό το πάθημα του κ Παναγή μου έγινε μεγάλο μάθημα.
Το πολύ απλό που είπε  στον πόνο του τον μεγάλο.
« Άμα δεν έχεις δικό σου αίμα γιατί  βάζεις σε ξένο αίμα τα κόπια σου;» Μετέπειτα αυτό  μου έγινε βίωμα  και εφιστούσα την προσοχή σε αυτούς που άνοιγαν κοινό λογ/σμό και τους έλεγα αστειευόμενος ( όμως για την σοβαρότητα της πράξεως των συναλλαγών) την ιστορία το πάθημα του κ Παναγή…
Το πάθημα του Παναγή το έλεγα αργότερα και στα σεμινάρια, ως παράδειγμα για κατανοητή πρακτική επιμόρφωση των νέων συναδέλφων…
"Να τους συμβουλεύετε καλά τους πελάτες, μη την πάθουν σαν τον κ Παναγή του Περιστερίου…"
Στο κοινό λογαριασμό, οι συν δικαιούχοι έχουν δικαίωμα χωριστά ο κάθε ένας, να κάνει ανάληψη οποιοδήποτε ποσού χρημάτων χωρίς την συγκατάθεση του άλλου…
Προσοχή, λοιπόν, προσοχή…
Για αυτό σε κοινό λογαριασμό, βάζουμε άτομα πολύ δοκιμασμένα, της απολύτου, απολύτου, εμπιστοσύνης μας….

2γ) Η Μαύρη βίβλος...
Οι τράπεζες ως γνωστόν είναι τα πιστωτικά ιδρύματα τα οποία από τον νόμο, δέχονται  κατ επάγγελμα καταθέσεις, και χορηγούν δάνεια και εγγυήσεις… Ασκούν την οικονομική πίστη..
Και ανάλογα με τους κλάδους, τομείς που εξειδικεύονται και ασχολούνται διακρίνονται σε Εμπορικές, Αγροτικές, Επενδύσεων κλπ.
Και η Εκδοτική τράπεζα, που το Κράτος της έχει εκχωρήσει το εκδοτικό προνόμιο, και τον έλεγχο, των κατά των νόμων λειτουργίας των άλλων τραπεζών..
Τώρα το εκδοτικό προνόμιο έχει αφαιρεθεί από την τράπεζα της Ελλάδος και το  εκδοτικό προνόμιο εκδόσεως Ευρώ το έχει μόνο η Κεντρική Ευρωπαϊκή Τράπεζα για τις Χώρες που είναι ενταγμένες στην Ενωμένη Ευρώπη, η οποία μέσω των κεντρικών τραπεζών εκάστου Κράτους μέλους εν προκειμένω μέσω της τραπέζης Ελλάδος, ελέγχει την εφαρμογή της νομισματικής πολιτικής και οικονομίας. Επομένως τότε η λειτουργία τους διέπετο από τους εκάστοτε νόμους και διατάξεις του Κράτους και τις αποφάσεις της Τραπέζης της Ελλάδος που ασκούσε την Κρατική νομισματική οικονομική πολιτική της Χώρας…
Η πολιτική αυτή ασκείτο μέσω διατάξεων και εγκυκλίων οδηγιών που εκδίδονται σε όλες τις τράπεζες και οι τράπεζες, η κάθε μία για την καλύτερη πρακτική εφαρμογή των διατάξεων και νόμων έβγαζε ερμηνευτικές εγκυκλίους οδηγίες προς γνώση των υπαλλήλων της και βάσει των εγκυκλίων οδηγιών  αυτών εκτελούντο οι τραπεζικές εργασίες…
Όμως στην ζωή, για την εξέλιξη  της οικονομικής ζωής:
«Τα πάντα ρει και ουδέν μένει»
Οι νόμοι και οι διατάζεις δεν ήσαν στατικές…
Συνεχώς άλλαζαν, αλλάζουν και ήταν δύσκολο να τα παρακολουθήσει κάποιος όλα, το τι ίσχυε χθές, τι ισχύει σήμερα και το σήμερα πότε άλλαξε, όση και καλή τάξη και ταξινόμηση να είχε στις εγκυκλίους διατάξεις…

Στο κατάστημα Περιστερίου από μακριά βλέπαμε συνήθως τον υποδ/ντή  να έχει ένα μαύρο βιβλίο να το ανοίγει και να διαβάζει τα γράμματα του, επιφυλακτικά με τα χέρια γύρο, γύρο από αυτό, να μη μπορεί να δει, να μη μπορεί  κανείς μας να καταλάβει τι λέει αυτό το βιβλίο…
Το έκρυβε τόσο καλά, όπως  τα κρύβανε συνήθως οι εγωιστές συμμαθητές μας στο γυμνάσιο το γραπτό τους, για να μη τυχών το δει ο συμμαθητής και γράψει κάτι από αυτόν.
Ήταν όπως την λέγαμε τότε η μαύρη βίβλος.
Απαγορευτική για όλους μας…
Αυτή η βίβλος νομίζαμε ότι μέσα έχει και δίνει οδηγίες  εμπιστευτικές, άκρως απόρρητες για εμάς τους άλλους, που μόνο ο δ/ντής και υποδ/ντής πρέπει να διαβάζει για να  διευθύνουν το κατάστημα…
Την Μαύρη αυτή Βίβλο την κλείδωνε σε  ειδικό πυρασφαλείας ερμάριο και η κίνηση αυτή μας προκαλούσε μεγαλύτερα ερωτηματικά, περιέργεια, μυστήριο…

 Την εποχή εκείνη είχα πάρει το υπ΄αριθμ 306 /30/9/1968 πτυχίο του ινστιτούτου τραπεζιτικών μορφώσεων της τράπεζας,  επήρα κατ εκλογή προαγωγή και δικαίωμα εκπροσώπισης της τράπεζας  με την υπ αρίθμ (407.Β) δεύτερη προσωρινή υπογραφή, προς εξυπηρέτηση των αναγκών του καταστήματος, και έκανα χρέη προϊσταμένου του τμήματος καταθέσεων. Ενθυμούμε ότι τότε ήρθε μία περίπτωση δεσμευμένου λογαριασμού καταθέσεων κατοίκου εξωτερικού, που έπρεπε να την αποδεσμεύσουμε και να την αποδώσουμε…
Εγώ πρωτόπειρος  ως προϊστάμενος στο τμήμα καταθέσεων, δεν τα ήξερα όλα και κανένας μας δεν είναι δυνατό να τα ξέρει όλα, προσπαθούσα αγωνιωδώς να βρω τις εγκυκλίους για να διαβάσω την διαδικασία, νομική και λογιστική, αποδέσμευση των καταθέσεων και ομολογουμένως δυσκολευόμουνα…
Ύστερα από λίγη ώρα, που μου φάνηκε αιώνας, βρήκα την εγκύκλιο, την διάβασα, την κατανόησα και έκανα την διαδικασία για να πάρουμε έγκριση από την Τράπεζα της Ελλάδος για να αποδώσουμε την κατάθεση στον δικαιούχο. Μόλις τελείωσα τα έγραφα υπογεγραμμένα με Β υπογραφή από εμένα, τα πήγα  στον υπδ/ντή για πρώτη Α υπογραφή.
Τα υπέγραψε…
Αλλά, εκεί είδα επάνω στο γραφείο του την Μαύρη Βίβλο.
Ήταν ανοιχτή και όταν αυτός διάβαζε το διαβιβαστικό για την τράπεζα της Ελλάδος και υπέγραφε, εγώ διάβαζα τι έγραφε μέσα αυτή η κρυφή και απόκρυφη Μαύρη Βίβλος που την φίλαγε σαν επτασφράγιστο μυστικό…
Και η Μαύρη Βίβλος ήταν ανοιγμένη και έγραφε:
Αποδέσμευση δεσμευμένων προθεσμιακών καταθέσεων…
Στενοχωρήθηκα αφάνταστα, δεν μίλησα όμως διότι και αυτός μαζί με τον δ/ντή είχε υπογράψει την πρόταση να μου χορηγηθεί του δικαίωμα της δεύτερης Β προσωρινή υπογραφή, η οποία είναι και το δοκιμαστικό σκαλοπάτι για την περαιτέρω βαθμολογική εξέλιξη μου σε διευθυντικές θέσεις…
Είδα ότι έγραφε κωδικοποίηση Χατζηγιάννη…
Ρώτησα στην τράπεζα της Ελλάδος και μου είπαν πως υπάρχουν δύο κωδικοποιήσεις, μία αφορά τις καταθέσεις όλων των κατηγοριών και η άλλη των χορηγήσεων  Ενέγγυες πιστώσεις, Εγγυητικών Επιστολών  κλπ και χορηγούνται στις τράπεζες και σε όλα τα καταστήματα των τραπεζών και ενημερώνονται  με αποστολή των φυλλαδίων όταν υπάρχουν αλλαγές στις διατάξει και στους νόμους…
Αγόρασα ή την πήρα δωρεά, δεν θυμάμαι, από την τράπεζα της Ελλάδος αυτή την Μαύρη Βίβλο...
Την έφερα στο κατάστημα και την άφησα ελεύθερη επάνω στο γραφείο μου, για να βόσκω μάθηση και τραπεζική γνώση,  εγώ και όλοι οι μικροί στο βαθμό συνάδελφοι του καταστήματος …
Μόλις την είδαν ξαφνιάστηκαν νόμισαν ότι ήταν η δικιά τους.
Αλλά αυτή ήταν δικιά μου η καινούργια!…
Από τότε η Μαύρη Βίβλος έγινε Λευκή!...
Ήσαν δύο και ελεύθερες!...
Προς διάχυση της γνώσης και διευκόλυνση όλων μας…
Την γνώση τώρα και τότε οι παλαιότεροι συνάδερφοι δεν την έδιναν πολύ εύκολα…
Έπρεπε να κουραστείς, να έχεις υπομονή και επιμονή  και να την κλέψεις….  Κλέβοντας  την έμπειρη γνώση, δεν υπήρχε και δεν υπάρχει ποινικός νόμος για τιμωρία!...



2δ) Το απολειφάδι...
Την περίοδο αυτή ανακατατάξεις στην δ/νση του καταστήματος έγιναν πολλές και περισσότερο οι αλλαγές σε δ/ντές και υποδ/ντές του καταστήματος.
Ήταν η πολιτική της διοίκησης της τράπεζας και πολύ περισσότερο  ήταν απόφαση του κ γενικού, του Κυριακόπουλου  που σοφά όριζε ότι, κάθε τρία, τέσσερα, το πολύ χρόνια τα διευθυντικά στελέχη της τράπεζας των καταστημάτων θα μετατίθενται.
Πρώτον για  μη πιάνουν, επικίνδυνες φιλίες με τους πελάτες, και μόνιμες δεσμευτικές δημόσιες σχέσεις, οι οποίες θα φέρνουν επικίνδυνες, εξελίξεις, ρουσφέτι, στην εκτέλεση των εργασιών της τράπεζα με απρόβλεπτες εξελίξεις… Δεύτερον για να μεταφέρουν την όποια γνώση τους από το ένα κατάστημα στο άλλο.
Να δίνουν και να παίρνουν γνώση και εμπειρία…
Ο κ γενικός Δ/ντής επιγραμματικά έλεγε:
-Αν θα σας κεράσει ο επιχειρηματίας στις δημόσιες σχέσεις σας, που είναι επιβεβλημένες και πρέπει  όλοι σας να κάνετε, έστω και ένα καφέ, να έχετε υπό όψιν σας ότι, σας τον κέρασε με τον σκοπό να σας το ζητήσει, για να σας το πάρει τουλάχιστον εκατονταπλάσιο σε εξυπηρέτηση, σε ρουσφέτι…
Και ίσως σας ζητήσει να προβείτε σε πράξεις, εξυπηρετήσεις, παράτυπες και παράνομες…
Προσοχή λοιπόν…
Αν είσαστε σε περιβάλλον που πρέπει να το δεχτείτε το κέρασμα, αμέσως, σε άμεσο χρόνο πρέπει να του το ανταποδώσετε…
Ώστε να μη έχετε υποχρέωση… και δέσμευση…
Η τράπεζα για αυτό το σκοπό χορηγούσε στα διευθυντικά στελέχη της ανάλογα, επίδομα περιποιήσεως πελατείας…
Και δεύτερον, ότι είχε να αποδώσει ο καθένας, σε οργάνωση, αποδοτικότητα και αποτελεσματικότητα, το απόδωσε σε αυτό τον χρόνο…
Άλλωστε, όπως έλεγε είναι καλές οι μετακινήσεις…
Η κίνηση φέρνει φρεσκάδα…
Και για να φρεσκάρεται και το νερό!!!...
Φρέσκο, γάργαρο, νερό στο κανάτι από την κεφαλόβρυση, από την πηγή!...  Όπως σωστά έλεγε…
Τότε φρεσκαρίστηκε σχεδόν όλο το κατάστημα.
Μετατέθηκε ο κ  Γ Λαμπράκης, ο κ Ν Κοκρής ο κ Ευθ Χαρίσης, ο κ Δημ Καγιόπουλος σε  διευθυντικές θέσεις. Δ/ντής ήρθε ο κ Θ Λαμπριανάκος, υπδ/ντής ο κ Μπριαμάτος προϊστάμενος,  λογιστηρίου ο κ Ν Ζαφείρης, ο Τάσος Νικολόπουλος  χορηγήσεις ο κ Μάριος Κωστούλας και αντικατέστησε τον κ Γιαν Αμανάκη και καταθέσεις εγώ και τότε μου χορηγήθηκε μόνιμο δικαίωμα εκπροσώπησης της τράπεζας με την υπ αρίθμ (407Β) δεύτερη υπογραφή…
Τότε οι υπεύθυνοι για την αύξηση των αποτελεσμάτων του καταστήματος θεώρησαν καλό να κάνουν περικοπές  δαπανών και εξόδων…
Έβαλαν φραγμό στα τηλέφωνα και  ακόμα με λουκετάκι ήσαν κλειδωμένα, για να μη μπορούν να παίρνουν, αλλά μόνο να δέχονται κλείσεις.
Τότε κάθε τηλεφώνημα χρεωνότανε ανά λεπτό με την αστική μονάδα και τα υπεραστικά με την πιο ακριβή μονάδα…
Κάθε αριθμός τηλεφώνου παρακολουθείτο για τα έξοδά του και εάν τα έξοδα αυτά δικαιολογούντο και  εάν είχε τουλάχιστον τα αντίστοιχα έσοδα… 
Ελεύθερα τηλέφωνα ήσαν του δ/ντου, του υπδ/ντου και  του τμήματος καταθέσεων, που ήταν ενταγμένο και το τμήμα κίνηση κεφαλαίων και γινόταν η τηλεφωνική μετάδοση των εντολών  της κίνηση κεφαλαίων…
Τότε δεν υπήρχανε τα κινητά τηλέφωνα που τώρα ο καθένας μπορεί να έχει άμεση εμπιστευτική και ελεύθερη επικοινωνία με τους δικούς του ανθρώπους.
Οι υπάλληλοι στην ανάγκη για να επικοινωνήσουν έπρεπε να ζητήσουν την άδεια, να πάρουν τηλέφωνο από τα τρία τηλέφωνα του Δ/ντού  και των δύο προϊσταμένων…
Κανένας συνάδελφος δεν πήγαινε  στην ανάγκη να πάρει τηλέφωνο από το τηλέφωνο του Δ/ντού…
Το δικό μου το είχα αφήσει ελεύθερο, και είχαν το θάρρος οι συνάδελφοι να επικοινωνούν…
Όμως θεωρούσα προσβολή περισσότερο για τον εαυτό μου να κάθομαι στο γραφείο μου να εργάζομαι και είτε να θέλω, είτε να μη θέλω και όμως να ακούω την συνομιλία του συναδέλφου μου, υπαλλήλου.
Για να μη προσβάλω περισσότερο τον εαυτόν μου, σηκωνόμουν και έφευγα από το γραφείο μου για το λίγο χρονικό διάστημα που διαρκούσε η προσωπική συνομιλία του συναδέλφου…
Ήρθαν οι νέοι λογαριασμοί του ΟΤΕ.
Συγκρίναμε τους νέους λογαριασμούς των τηλεφωνικών εξόδων με τους παλαιότερους και οι αποκλίσεις ήταν μηδαμινές…
Οι συνάδελφοι εμφανώς είχαν δυσανασχετήσει, αφού όλοι μας προσπαθούσαμε για το καλό της τράπεζας και του καταστήματος…

Το κατάστημα  του Περιστερίου στην κατάταξη των καταστημάτων ανάλογα των αποτελεσμάτων και της αποδοτικότητας των υπαλλήλων είχε καταταγεί τότε, μεταξύ των πρώτων  της πρώτης κατηγορίας καταστημάτων.
Προς αντιμετώπιση της άσχημης κατάστασης συνεννοηθήκαμε οι προϊστάμενοι των τμημάτων και με τα πειστικά στοιχεία, ότι αυτό το μέτρο δεν ωφελεί, αλλά περισσότερο βλάπτει, μειώνει το γόητρο του τραπεζιτικού υπαλλήλου και έναντι των πελατών και γενικότερα μαραζώνει τον ενθουσιασμό και το καλό κλίμα του καταστήματος….
Υποβάλαμε αρμοδίως  προφορικά το αίτημα μας και είπαμε ότι με βάσει αυτούς τους λογαριασμούς των τηλεφωνικών εξόδων –εσόδων τις όποιες αποκλίσεις, υπερβάσεις θα τις πληρώσουμε εμείς και τα τηλέφωνα πρέπει να είναι ανοιχτά…. Πράγματι εισακούστηκε η εισήγησή μας.
Και με ανοιχτά τα τηλέφωνα δεν υπήρχαν αποκλίσεις, ποτέ δεν πληρώσαμε τίποτα γιατί δεν υπήρχε υπέρβαση εξόδων και αποκαταστάθηκε η ηθική τάξη, η αξιοπρέπεια των συναδέλφων….
Τότε  έγινε και κάτι το παράδοξο.
Οι υπεύθυνοι θέλησαν να μειώσουν και τα έξοδα καθαρισμού.
Μέχρι τότε το κατάστημα έπαιρνε και χρησιμοποιούσε σαπούνι το στέρεο,  την πλάκα, το άσπρο και το πράσινο.
Κάποια μέρα στις τουαλέτες βλέπουμε να υπάρχει σαπούνι μόνο πράσινο και αυτό κομμένο στα τέσσερα…
Όλοι μας παραξενευτήκαμε, αλλά η χρησιμότητα ήταν ίδια, δεν δώσαμε μεγαλύτερη σημασία…
Τις τουαλέτες τις χρησιμοποιούσαν στην ανάγκη και οι πελάτες…
Μία ημέρα πήγε στην τουαλέτα ένας πελάτης μόλις βγήκε λέει:
-Δεν πιάνεται στα χέρια εκείνο το απολειφάδι  το πέταξα.
Θα σας φέρω πέντε κιλά σαπούνι για να μη φτωχύνετε… 
Όλοι το ακούσαμε και γελάσαμε…
Εγώ ευχαριστήθηκα με την λέξη απολειφάδι που είχα να την ακούσω από τότε που ήμουν στο χωριό μου…
Συνέχεια τις επόμενες ημέρες  το σαπούνι όταν λιγόστευε λίγο και γινότανε απολειφάδι εξαφανιζότανε  και όταν δεν υπήρχε έβαζαν από το κομμένο σαπούνι και κατ αυτόν τον τρόπο, δεν γινόταν η ποθούμενη οικονομία, γιατί κάποιος από όλους τους συναδέρφους μόλις γινότανε απολειφάδι το πέταγε μέσα στην λεκάνη και έτσι αντί από την μία πλάκα να πετάγεται ένα απολειφάδι πεταγόταν τέσσερα, δηλαδή τρία στράφι…  Που και τα τρία μαζί θα ήταν ακόμα ένα μεγάλο κομμάτι για χρήση… Και αντί η δαπάνη της καθαριότητας να μειώνεται αυξανόταν..

Ο Διονύσης ο Μπριαμάτος,  ήταν έξυπνος άνθρωπος  με την επικρατούσα κατάσταση φώναζε και ρωτούσε:
-Ποιος πέταξε το απολειφάδι;… Ποιος το πέταξε;…
Κανένας… 
- Αλλά κρυφίως γέλαγε και έλεγε: Καλά το έκανε όποιος το έκανε, με έβγαλε εμένα από τον κόπο… Να τα πετάω…
Το απολειφάδι  οι περισσότεροι ξέραμε ποιος το πέταγε, το πέταγε ο πιο ταχύτερος υπάλληλος του καταστήματος στην λήψη και στην μετάδοση των εντολών κινήσεως κεφαλαίων, ο (Δ.Φ)  γιατί δεν πιανότανε στα χέρια και  πραγματικά ήταν εκνευριστικό, να προσπαθείς να πλύνεις τα χέρι σου και να ακούς τα τηλέφωνα να χτυπάνε για να πάρεις τις τηλεφωνικές εντολές, χώρια που οι άλλοι συνάδερφοι από τα άλλα καταστήματα και περισσότερο της επαρχίας, όταν δεν σήκωνες αμέσως το τηλέφωνο με τον τρόπο τους ο καθένας τους στην έλεγε την ειρωνεία…
Και η ταχύτητα που τότε απαντούσαμε, σηκώναμε το τηλέφωνο μετριόταν, το τηλέφωνο δεν επιτρεπότανε να χτυπήσει πάνω από τρείς φορές χωρίς να απαντήσουμε…
Τον έλεγχο αυτό συνήθως τον έκανε η δ/ση καταστημάτων και εργασιών και η περιφεριακή δ/ση στην οποία ανήκε το κατάστημα. 
Αυτό δεν διορθώθηκε μέχρι που έγινε πάλι η μεγάλες αλλαγές στο κατάστημα…


2 ε) Μετατέθηκαν οι δ/ντής υποδ/της και προϊστάμενος χορηγήσεων και μερικοί συνάδελφοι… Επέστρεψε ως δ/ντής καταστήματος ο κ Ευθ Χαρίσης και ήρθε ως υπ/δντής ο κ Γ Αντωνόπουλος. 

Ο κ Ευθ Χαρίσης θεωρείτο και ακόμη και τώρα μνημονεύεται ως ευεργέτης του επαγγελματικού κόσμου του Περιστερίου, διότι ως προϊστάμενος συναλλαγματικών -γραμματίων και τώρα Δ/ντής  προσπαθούσε, έβρισκε λύσεις  και δεν διαμαρτυρούσε, ή, απέφευγε να διαμαρτυρήσει γραμμάτια, συναλλαγματικές, ακάλυπτες  επιταγές εμπόρων, και επιχειρηματιών. Προσπαθούσε να μη κάνει το μεγάλο κακό, αλλά το συμβιβαστικό καλό...
Είχε προσωπική εμπειρία και ζούσε από μέσα τις δυσκολίες, τις ανάγκες  των εμπόρων και επιχειρηματιών.
Περισσότερο το πρόβλημα ήταν από την έλλειψη ρευστότητας των επιχειρήσεων την ώρα της ανάγκης των.
Το γνώριζε πολύ καλά διότι η σύζυγός του διατηρούσε ένα μικρό βιβλιοχαρτοπωλείο…
Έλεγε συγκεκριμένα:
-Για να φτιάξουμε  ένα αυτοδημιούργητο έμπορα, επιχειρηματία, θέλουμε τουλάχιστον τριάντα πέντε χρόνια.
Μέχρι τα δέκα πέντε τον ταΐζουμε (οι γονείς του) και αν σπουδάζει, τουλάχιστον μέχρι τα είκοσι πέντε… 

Μετά αρχίζει να δουλεύει υπάλληλος για να κάνει αποταμίευση μερικά χρήματα και στα τριανταπέντε, με σαράντα βάζει τα καπιτάλια του, το μυαλό του και επιχειρεί να ανοίξει επιχείρηση να παραγάγει… 
Και εμείς οι τραπεζιτικοί, βέβαια την δουλειά μας κάνουμε,  εφαρμόζοντας κατά γράμμα τον νόμο και τας εγκυκλίους οδηγίες,  αλόγιστα σε τέσσερα λεπτά, του καταστρέφουμε τον αγώνα τουλάχιστον σαράντα χρόνων… 
Με το να  τον διαμαρτυρήσουμε να τον σφραγίσουμε τον γράφουμε στον μαύρο πίνακα στον Τηρεσία, ως κακόπιστο και μετά αυτός ας πάει να ξαγκιστρώσει, να ξαγκιστρωθεί.
Αμέσως, τον πετάμε έξω από την αγορά…
Η αγορά δεν τον εμπιστεύεται, τον θεωρεί κακόπιστο…
Δεν τον πιστώνει… Τον καταστρέφουμε…
Τον καταστρέψαμε…
Και που θα βρούμε τον άλλον να επιχειρήσει;
Να κερδίσει, ή, να χάσει; 
Θέλουμε σαράντα χρόνια…
Και τολμηρούς ανθρώπους…
Προσοχή λοιπόν να μη καταστρέφουμε αλόγιστα τους επιχειρηματίες…
Αυτά, για να πάει η οικονομία μπροστά, πρέπει να είναι το έσχατο μέτρο…
Και μόνο σε ανθρώπους και επαγγελματίες εκ φύσεως κακόπιστους…

 2ζ) Την εποχή αυτή στην Χώρα έγιναν σημαντικά γεγονότα, ανετράπη με κίνημα η εξουσία  της ομάδας Παπαδόπουλου και επεκράτησε η ομάδα Ιωαννίδη με συνέπειες δυσμενείς για την Χώρα μας. Τότε τον Ιούλιο 1974 έγινε η πρώτη Τουρκική εισβολή  του Αττίλα εις την Κύπρο και ακολούθησε και η δεύτερη, με κατάληψη μέρος του νησιού και η κατοχή του μέχρι και σήμερα. Έγινε επιστράτευση και έκλεισαν πάλι οι τράπεζες...

Τότε προ των μεγαλύτερων κινδύνων, αναίμακτος παραδόθηκε η διακυβέρνηση της Χώρας στους πολιτικούς, με πρωθυπουργό τον τότε αυτοεξόριστος τ Πρωθυπουργό Κωνσταντίνο Καραμανλή…
Και το πρώτο που έκανε, γύρισε πιο συνετός.
Ομαλοποίησε την πολιτική κατάσταση, επέτρεψε την ίδρυση πολιτικών κομμάτων και νομιμοποίησε το κουμουνιστικό κόμμα…
Δεν πρέπει να αναφερθώ σε περισσότερα για την πολιτική ζωή, διότι δεν είμαι ειδικός και ίσως γράψω ανακρίβειες…
Τότε άρχισε να οργανώνεται η πολιτική ζωή σε κόμματα και το πολίτευμα σε  προεδρευόμενη κοινοβουλευτική δημοκρατία.
Ιδρύθηκαν πολιτικά κόμματα και το κάθε ένα με την διακήρυξη του και τις ιδέες του για τον τρόπο διακυβέρνησης της Χώρας. Ο λαός οργανώθηκε στα κόμματα και στα συνδικαλιστικά σωματεία.
Σιγά-σιγά όμως έγινε το μεγάλο κακό, τα κόμματα αφανώς ποδηγέτησαν τον συνδικαλισμό, τον καθοδηγούσαν και τον ήλεγχαν απολύτως…
Και εξυπηρετούσαν περισσότερο τα πολιτικά συμφέροντα των κομμάτων παρά τα εργατικά συμφέροντα.

Οι πέντε ιδιωτικές τράπεζες ΑΕ  που ήσαν ενταγμένες στο όμιλο επιχειρήσεων  του καθηγητή Στρατή Ανδρεάδη, με κυβερνητικές αποφάσεις και υποχρεωτικές (ΑΜΚ) αυξήσεις μετοχικού κεφαλαίου, χωρίς το δικαίωμα συμμετοχής των παλαιών μετόχων και συμμετοχή στην (ΑΜΚ )μόνο του Κράτους. Έτσι με αυτό τον τρόπο χάθηκε το πλειοψηφικό  πακέτο των ιδιωτικών μετοχών και αυτομάτως και το δικαίωμα άσκησης διοίκησης από τους ιδιώτες στις πέντε τράπεζες και στις  συνδεόμενες με τις τράπεζες επιχειρήσεις του ομίλου που τότε οι τράπεζες είχαν το πλειοψηφικό πακέτο των μετοχών των… 

Κατά αυτόν τον τρόπο οι διοικήσεις των τραπεζών ήταν διορισμένες από τις εκάστοτε κυβερνήσεις, οι οποίες μέσω των τραπεζών ασκούσαν την οικονομική πολιτική τους, (αναποτελεσματικά) κατά τα συμφέρον των πολιτικών κομμάτων και όχι της συνολικής Εθνικής οικονομίας. 
Οι συνάδελφοι πολλοί ήσαν ενταγμένοι εμφανώς  στις συνδικαλιστικές παρατάξεις. Οι οποίες η κάθε μία είχε δικό της τρόπο και θεωρία διεκδίκησης των εργατικών δικαίων και δικαιωμάτων, ανάλογη της καθοδήγησης του κόμματος. Την εποχή αυτή των συνεχών μετακινήσεων του προσωπικού ήρθε στο κατάστημα  ο συνάδελφος Π Α  ο οποίος ήταν ενταγμένος σε συνδικαλιστική παράταξη με το πιστεύω ότι, το κεφάλαιο και οι τράπεζες καταδυναστεύουν τον εργαζόμενο, και κερδίζουν υπέρμετρα από τον εργαζόμενο υπάλληλο.
Για να μειώσει την υπέρμετρη εκμετάλλευση, ηθελημένα δεν απέδιδε όσο έπρεπε να αποδώσει και η τράπεζα τον έκρινε στάσιμο  στις κρίσεις των προαγωγών… Στο κατάστημα ευχαρίστως, σχεδόν κανένας, εκ των προϊσταμένων  δεν τον ήθελε στο τμήμα του, διότι θα είχε αρνητική αποδοτικότητα…
Όλοι δυσανασχετούσαν και έριζαν μεταξύ τους…
Μια ημέρα που υπήρχε εμφανή ένταση λέω αυθόρμητα στον δ/ντή τον κ Χαρίση –Κύριε δ/ντά  πάρτε μου από το τμήμα των καταθέσεων και κινήσεως κεφαλαίων που προΐσταμαι όποιον υπάλληλο θέλετε και αυτόν τον συνάδερφο (Π Α)  το παίρνω εγώ… 

-Κύριε συνάδελφε θέλεις να έρθεις στο τμήμα μου;…
-Ναι θέλω…
Ήρθε.
Τον έβαλα αν θυμάμαι καλά στις εισερχόμενες εντολές…
-Θα κάνεις όση δουλειά θέλεις, θα σταματάς όποτε θέλεις, αν θέλεις να βγαίνεις και έξω από το κατάστημα να βγαίνεις, δεν σε πιέζω στη δουλειά, το μόνο που θέλω ότι κάνεις, να το κάνεις σωστά και να μου λες εγκαίρως, ότι αυτές είναι οι εκκρεμότητες, δεν θέλω να τις κάνω… 
Αυτές τις εκκρεμότητες θα τις βγάζω εγώ και όλα θα είναι καλά….
Ομολογώ ότι ο συνάδερφος ΠΑ ενεργοποιήθηκε, ουδέποτε όσο συνεργαστήκαμε τον παρατήρησα, έβγαζε πολύ και καθαρή τραπεζιτική δουλειά, έγινε αποδοτικός και στον χρόνο επάνω με την πρόταση την δική μου και την εισήγηση του Δ/ντή εγκρίθηκε η κατά εκλογή προαγωγή του, και κάλυψε τον χρόνο στασιμότητάς του…
Είχε βέβαια τις ιδέες του, τις οποίες σεβόμουν και για τις οποίες ουδέποτε μου έδωσε, ή, του έδωσα  αφορμή για πολιτική κουβέντα…
Τώρα πλέον συνταξιούχοι ίσιοι και ομότιμοι, αυτός προσφάτως, αυτά και τα άλλα μου τα θύμισε…
Η οικονομική ζωή στην δυτική Αττική εξελισσόταν ταχέως και ήταν αναγκαία η παρουσία της τράπεζας σε διάφορες περιοχές.  Τότε άνοιξε στο Περιστέρι ακριβώς απέναντι κατάστημα η Εθνική τράπεζα.
Η Ιονική τράπεζα για μεγαλύτερη και φιλική εξυπηρέτηση του κόσμου και για να αυξήσει περισσότερο τις καταθέσεις της από την λαϊκή αποταμίευση, που αν και είναι όψεως, και αμέσου ζήτησης, έχει αποδειχτεί ότι το μεγαλύτερο ποσοστό των λαϊκών καταθέσεων παραμένουν ακίνητες για μακρύ χρόνο και καθίσταται έτσι σε μακροχρόνια φτηνή  κατάθεση, χρήσιμες ακόμα και για μακροχρόνιες χρηματοδοτήσεις, οργάνωσε για το σκοπό αυτό  κινητή αυτοκίνητοτράπεζα, υπηρεσία υπαίθρου, ενταγμένη στο κατάστημα στο τμήμα καταθέσεων  για να περιφέρεται  στην γύρο περιοχή, σε ορισμένο χρόνο θα είναι σε ορισμένο χώρο στην προκαθορισμένη πλατεία πχ Ν Λιόσια, Μπουρνάζι, Δάσος Χαϊδαρίου κλπ.

Οι λαϊκές αυτές αποταμιεύσεις αποτελούσαν τα διαθέσιμα κεφάλαια για την χρηματοδότηση του Εμπορίου, της βιοτεχνίας και βιομηχανίας… Ήταν ο μόνιμος αιμοδότης της οικονομίας… Την αυτοκίνητο τράπεζα υπηρεσία, επάνδρωσαν ο οδηγός που κάθε ημέρα ερχόταν από το κεντρικό, ο συνταξιούχος αστυνομικός Ν Διαμαντόπουλος που είχε υπηρετήσει στο περιστέρι και ήξερα την περιοχή και τους ανθρώπους της και δύο υπάλληλοι του καταστήματος ο (Γ.Κ) και ο (Π.Α)… Η υπηρεσία υπαίθρου προσέλκυσε σημαντικό αριθμό  λαϊκών  καταθέσεων και το σπουδαιότερο ήταν ότι και  αυτοκινητοτράπεζα  ήταν η κινητή διαφήμιση της Ιονικής και Λαϊκής τράπεζας και θεωρείτο τότε η πιο φιλική και εξυπηρετική τράπεζα.
Τότε την περίοδο του Σεμτεμβρίου 75 ορκίστηκα και επήρα και το υπ αρίθμ 12393/ 1975 πτυχίο της (ΑΣΟΕΕ) Ανωτάτης Σχολής Οικονομικών και Εμπορικών Επιστημών και αμέσως την 1/1/76 πήρα προαγωγή λόγω πτυχίου στο βαθμό του λογιστού Α με βαλλερ 1/7/74  και είχα δικαίωμα  κατ εκλογής κρίσεως στο επόμενο βαθμό.
Με τα γράμματα, τα πτυχία  μαθαίνεις μέρος από την συσσωρευμένη καταγεγραμμένη επιστημονική εμπειρία των επιστημόνων. Και το σπουδαιότερο που μαθαίνεις είναι η διεύρυνση της σκέψης, την μεθοδολογία, τον τρόπο της έρευνας και η αποδοτικότερη πρακτική εφαρμογή.
«Ήτοι προσπαθείς να επιτύχεις το μέγιστο αποτέλεσμα με την  ελάχιστη δαπάνη» Αλλά  οι σπουδές στο πανεπιστήμιο είναι τέσσερα χρόνια, οι σπουδές, οι εμπειρίες της ζωής κάθε ανθρώπου είναι τουλάχιστον σαράντα…

Τότε θυμήθηκα την εικόνα του μακαρίτη του πατέρα μου, εκεί που έχτιζε και τα λόγια του… Πολλά γράμματα δεν ήξερε, γνώριζε ολίγη γραφή και ανάγνωση, από την αριθμητική τις τέσσερες πράξεις και από την γεωμετρία πολύ καλά ήξερε, να μετράει, να τετραγωνίζει την επιφάνεια, να κυβίζει τον όγκο, και πρακτικά να φτιάχνει τα τόξα, τις καμάρες στις εκκλησιές και στα γεφύρια….
Ήταν κτίστης πετράς πελεκάνος, ήταν από αυτούς τους Λαγκαδιανούς  μαστόρους…
Τότε όταν εμείς τα παιδιά σαν τσαπώναμε λιγάκι, το καλοκαίρι μετά το σχολείο, μας έπαιρναν για την μαστοριά, να κουβαλάμε υλικά με τα γαϊδούρια και τα μουλάρια για το χτίσιμο, για να βγάλουμε το φαγητό μας, το ψωμί που τρώγαμε και τα μερικά έξοδα για να συνεχίσουμε στα γράμματα στο γυμνάσιο…
Εκεί ο πατέρας μου έπιανε την άμορφη πέτρα και με το σφυρί  και την σμίλη της έδινε μορφή. Την έβαζε  και την έχτιζε στο τοίχο.
–Γιάννη την βλέπεις την άσχημη την άχρηστη πέτρα τι ωραία που στέκεται καμαρωτή στον τοίχο;…
Και μαζί με τις άλλες αγκαλιασμένες, μονιασμένες που θα είναι,  θα γίνει αυτό το γεφύρι, που θα στέκι εδώ αιώνες, χρήσιμο για να περνάνε γενιές και γενιές κόσμου…
Αυτό ήταν το γεφύρι στην Σπάρτη στο δρόμο κοντά στα Χάνια της Σελασίας – Βουτιάνους…
Έτσι και στην ζωή για να γίνει προκοπή, ο κόσμος πρέπει να είναι μονοιασμένος, αγκαλιασμένος, όπως βλέπεις τις πέτρες που αγκαλιάζει στηρίζει και βοηθάει η μία την άλλη…
-Την βλέπεις αυτή την πέτρα, που είναι εκεί χτισμένη την λέμε κλειδί. ( ήταν μία σχεδόν μικρή πέτρα, φτιαγμένη σε σχήμα, μορφής ισοσκελής πυραμίδας). Αυτή κλειδώνει για να είναι στέρεες όλες οι άλλες στο τόξο, στην καμάρα.
Φαίνεται μικρή μπροστά στις άλλες και όμως αυτή κρατάει και τις άλλες…
Και στο σεισμό ακόμα όταν η καμάρα πάει να ανοίξει, να πέσει, αυτή κατεβαίνει και σφηνώνει και δεν αφήνει να πέσει όλο το οικοδόμημα…

Έτσι και μεθαύριο όταν μεγαλώσεις που θα κάνεις με κόσμο, να μη υποτιμάς την αξιοσύνη και την χρησιμότητα κανενός ανθρώπου, ας φαίνεται ότι είναι παρακατιανός, δεν ξέρεις που, πότε και σε τι θα φανεί χρήσιμος…
Αν μπορείς τον κάνεις καλύτερο, χρήσιμο, όπως έκανα εγώ την πέτρα από το νταμάρι χρήσιμη, κάνετε τον και εσύ…
Αυτή την συμβουλή, αυτό το μάθημα μετέπειτα το τηρούσα απαράκλητα… Προσπαθούσα να είμαι αλληλέγγυος και να βοηθάω όσο μπορώ κάθε συνάδελφο για το καλύτερο και όλοι τους μετά βοηθούσαν φιλότιμα και εμένα.
Ήμουνα και είμαι πεπεισμένος, πως η αξιοσύνη του ενός, όση και πολύ μεγάλη και αν είναι, είναι μία… Η κινητοποίηση, η οργάνωση, η αξιοποίηση, και η διοίκηση έμψυχου υλικού, ανθρώπων έχει μεγάλη αξία, διότι χρησιμοποιείς την αξιοσύνη των πολλών… Ο ένας, είναι πάντοτε ένας… Εκτός εάν ο ένας, είναι κάτι το αλλιώτικο…  Το σπάνιο… Και το τέλειο, το σπάνιο, μόνο στον έναν δεν υπάρχει… 
Σπουδαίο πράγμα είναι να μπορέσεις να διοικήσεις έμψυχο υλικό, ανθρώπους δοτούς που τους εξέλεξαν άλλοι και σου τους έδωσαν  για να τους διευθύνεις, να κάνεις δουλειά, χωρίς ουσιαστικές παρεμβάσεις και από την εργατικότητα αποδοτικότητα και την αξιοσύνη των, να εξαρτάται και η αξιοσύνη η δική σου, η δική σου επιτυχία….
Η απόδοση μου ήταν πολύ καλή τα δελτία αξιολόγησης μου εξαίρετα και από την γενική Επιθεώρηση της τράπεζας…
Η επιστολή εισήγηση του Δ/ντού  προς την διοίκηση για την κατά εκλογή προαγωγή μου ήταν έτοιμη για να αποσταλεί…
Αλλά, όσο λιβάνι και να καίς, ο διάβολος να μη πλησιάζει, αυτός βρίσκει την ευκαιρία τρυπώνει, την διαβολιά να κάνει…
Πλούσιο γνωστό πρόσωπο, μακρινός συγγενής εξ αγχιστείας, ήρθε στην τράπεζα και διαπραγματεύτηκε να καταθέσει σε προθεσμιακή κατάθεση σημαντικό ποσό  χρημάτων. Όλοι οι συνάδελφοι που άκουσαν το ποσό είπαν:
-Ο Βέργος την έχει σίγουρη την κατά εκλογή προαγωγή…
Αυτό το άκουσε και αυτός…
Ως γνωστό η προσέκλυση καταθέσεων καταγραφότανε στο ενεργητικό κάθε υπαλλήλου και στο ενεργητικό  αποδόσεως του καταστήματος…
Έγινε η διαπραγμάτευση των όρων της κατάθεσης και συμφώνησε και υποσχέθηκε να φέρει τα χρήματα…
Όμως χρήματα στην τράπεζα ποτέ δεν ήρθανε…
Γιατί  έμαθε  ότι και εγώ από αυτή την κατάθεση θα έχω ωφέλεια, θα πάρω προαγωγή…
Τίποτα δεν μένει κρυφό υπό τον ήλιο…
Μαθεύτηκε ότι τα κατέθεσε σε άλλη τράπεζα…
Τότε  κάποιος συνάδελφος από αφέλεια, ή, σκοπίμως είπε:
-Ο Βέργος δεν μπορεί να επηρεάσει ούτε και το οικείο περιβάλλον…
Βέβαια αυτό ήταν προσβολή στο πρόσωπό μου και στενοχώρια χωρίς λόγο και αφορμή…
Και αντί για ευχή, η κατάρα…
Ο δ/ντής επηρεάστηκε, θύμωσε, περισσότερο από την φράση του συναδέρφου και έστειλε τα δελτία αξιολόγησης χωρίς την επιστολή εισήγηση του, για κατά εκλογή προαγωγή μου…
Ανακοινώθηκαν οι κρίσεις, οι κατά εκλογή προαγωγές και δεν είχα συμπεριληφθεί.
Τότε μου είπε ο δ/ντής,  ότι για αυτήν την αιτία, από εκνευρισμό και  από λάθος του, δεν έστειλε την επιστολή και το έχει μεταν
oιώσει.
Στεναχωρήθηκα, αλλά κακία δεν του κράτησα, γιατί και εγώ στην θέση του δ/ντού σε ανάλογη περίπτωση, την κρίσιμη κακιά στιγμή, την ώρα του που συνεμπήκε ό διαβόλου, ίσως έτσι και χειρότερα θα έκανα…
Εκεί  πολύ καλά κατάλαβα και το ένιωσα, ότι από πλούσιο, από νεόπλουτο, καλό μη περιμένεις....
Ακόμα, ακόμα και σε τίποτα αυτόν να μη τον ελαττώνεις, από την ζηλοφθονία του, να μην αποχτήσεις μιά μπουκιά ψωμί πάρα πάνω,  μη τυχών στα πλούτη του τον πλησιάσεις…
Πεισμάτωσα χωρίς κακία, από αυτή την συμπεριφορά όλων και ενέτεινα τις προσπάθειες μου και αύξησα τις καταθέσεις σε πολύ μεγαλύτερο ύψος του ποσού που δεν ήρθε και σε καλύτερη και αποδοτικότερη για την τράπεζα σύνθεση, από τις προθεσμιακές καταθέσεις,  που τότε ήσαν υψηλότοκες, δηλαδή μεγαλύτερο κόστος για την τράπεζα, με  καταθέσεις σε απλό ταμιευτήριο…
Στο επόμενο εξάμηνο, τρεις συνάδελφοι από το κατάστημα πήραμε κατ εκλογή προαγωγή…

Μετά από λίγο χρονικό διάστημα έγινα πάλι ανακατατάξεις στο κατάστημα. Ο δ/ντής κ Χαρίσης ανέλαβε δ/ντής της δ/σεως Καταστημάτων και εργασιών της τράπεζας, ο Μ Κωστούλας ο προϊστάμενος χορηγήσεων επήγε δ/ντής σε κατάστημα και εγώ με εντολή στης δ/σεως προσωπικού να αναλάβω προϊστάμενος χορηγήσεων…
Κατά αρχάς έφερα αντιρρήσεις, διότι στο τμήμα χορηγήσεων δεν είχα δουλέψει, δεν είχα πρακτική εμπειρία, μόνο θεωρητικά ήξερα από δάνεια και πιστώσεις… Καλή η θεωρητική κατάρτιση, αλλά στην πράξη είναι αλλιώς…
Μου είπαν ότι η απόφαση είναι αμετάκλητη, η, δέχομαι ή έρχεται από πίσω ο άλλος, με τα επακόλουθα…
Δέχτηκα και την επόμενη αφού παρέδωσα το τμήμα καταθέσεων, παρέλαβα το τμήμα χορηγήσεων. Ο συνάδελφος κ Μ Κωστούλας μου είπε ότι πρόφταινε να μου πει, σε δύο ημέρες που είμαστε μαζί.
Παρέλαβα, ανέλαβα το τμήμα...
Ά
φησα το γραφείο του προϊσταμένου κενό και κάθισα μπροστά στο γκισέ και μαζί με τον υπάλληλο εξυπηρετούσα τους πελάτες.
Ήθελα να μάθω την δουλειά από κάτω προ τα επάνω, από την αρχή, από την καλημέρα που θα ειπεί ο πελάτης και θα ζητήσει  να εξυπηρετηθεί μέχρι την αποπληρωμή του δανείου…
Την εποχή αυτή δεν θεωρείτο τραπεζιτικός με κύρος, με την οντότητα του τραπεζιτικού, αυτός που δεν ήξερε καλά χορηγήσεις Δανείων – Πιστώσεις και Εγγυητικές Επιστολές.
Δ/
ντής στο κατάστημα ήρθε ο κ Μ Βασιλόπουλος και παράλαβε το κατάστημα ύστερα από έλεγχο της Γενικής επιθεώρησης… Δεν παρέμεινε στο κατάστημα για πολύ, και αντικαταστάθηκε από τον κ Νίκο Σχίζα, που ήταν Δ/ντής στο κατάστημα Παλαιάς Λαχαναγοράς.

Θεωρώ σκόπιμο να αναφέρω ότι, ο κ Ν Σχίζας είναι πατριώτης μου, είναι μεγάλος αγωνιστής της ζωής, παιδί πολυμελούς οικογένειας, έμεινε ορφανός από πατέρα. Ο πατέρας και τα τρία αδέρφια του πατέρα του, σκοτώθηκαν κατά το βομβαρδισμό του στρατιωτικού αεροδρομίου του Άραξου  από τους Γερμανούς χωρίς μετέπειτα οι οικογένειες τους να πάρουν από την πολιτεία βοήθημα, (σύνταξη) διότι ήσαν πολίτες εργαζόμενοι στα οχυρωματικά έργα του αεροδρομίου… Και έμειναν οι
τρείς πολυμελής οικογένειες απροστάτευτες στους πέντε δρόμους…
Δούλεψαν όλοι τους σκληρά και τίμια και επέζησαν αξιοπρεπώς…
Ο Νίκος πριν ακόμα τελειώσει το δημοτικό εργαζόταν.
Εργαζόμενος σε διάφορες δουλειές τέλειωσε το νυχτερινό γυμνάσιο και την (
ΑΣΟΕΕ) Ανωτάτη Σχολή Οικονομικών και Εμπορικών Επιστημών.
Αργάστηκε το σώμα του και ο νους του  στην βιοπάλη της ζωής!…
Και  συγκαταλέγεται ανάμεσα στα πρότυπα ήθους, για τους νέους του χωριού μας…
Στην τράπεζα είχε καλή φήμη, εργατικού τίμιου, φιλότιμου, προκομμένου,  καλός γνώστης των τραπεζικών εργασιών, αποτελεσματικός, αποδοτικός με αξιώσεις…
Όταν ήρθε στο κατάστημα τον καλός όρισα, του σύστησα όλους τους συναδέρφους που τους περισσότερους τους ήξερε…
Μετά  το τέλος της δουλειάς της ημέρας πήγα και του είπα:
-Κύριε δ/
ντά  είμαστε πατριώτες, σε ξέρω και με ξέρεις, αλλά θα σου ειπώ κάτι.
–Έλα Γιάννη λέγε μου, τι θέλεις από εμένα;…
-Τίποτα…
Όμως ξέρω ότι είσαι άνθρωπος αξιώσεων, και θέλω εδώ που ήρθες δ/
ντής να πετύχεις…
Επειδή εγώ στις χορηγήσεις δεν είμαι και τόσο καλός, όπως ίσως θα ήθελες και επειδή δεν θέλω εγώ να είμαι εμπόδιο στην επιτυχία σου, αν νομίζεις ότι δεν μπορώ να ανταποκριθώ, όπως θα ήθελες, θέλω σε παρακαλώ να μου το
ειπείς και να φροντίσεις και να φροντίσω να μετατεθώ…
Ώστε να έρθει κάποιος άλλος συνάδερφος πιο άξιος…
Αυτό θα είναι και εύκολο, διότι στο κατάστημα έχω περίπου δέκα πέντε χρόνια…
-Γιάννη αυτό το εκτιμώ ιδιαίτερα…
-Άκουσε όμως, για να έρθω εδώ, ξέρω την όλη κατάσταση του καταστήματος και με τι ανθρώπους έχω να κάνω δουλειά…
Μου είπες πως δεν ξέρεις καλά χορηγήσεις και καλά έκανες και μου το είπες.
Δεν μπορεί όμως να μη ξέρεις τίποτα και να μη θέλεις να μάθεις…
Επίτρεψέ μου  να σου
ειπώ, πως εσύ οπωσδήποτε θα ξέρεις δύο πραγματάκια  από δουλειά και πελατεία και εγώ ας ειπούμε, σαν δ/ντής να ξέρω τρία…
Αν εσύ θα μου
ειπείς τα δύο που ξέρεις και εγώ θα σου ειπώ τα τρία που ξέρω και τα κατανοήσουμε και τα μάθουμε, θα ξέρουμε και δύο μας από πέντε…
Τα πέντε θα τα
ειπούμε στους είκοσι συναδέλφους, θα μας ειπούν και αυτοί από ένα ο καθένας τους και έτσι θα πολλαπλασιάζεται η γνώση όλων μας..
Μη φοβάσαι, ότι, δεν ξέρουμε θα το μάθουμε και εσύ που λες πως δεν ξέρεις, θα προσπαθήσεις, θα διαβάσεις, θα ρωτήσεις και θα μάθεις…
Σου έχω απόλυτη  εμπιστοσύνη.
Με αυτό το προσωπικό που έχουμε θα το ενεργοποιήσουμε, θα δουλέψουμε και θα πετύχουμε…
Τότε θεώρησα τον εαυτόν μου πιο  υπεύθυνο και ένοχο σε κάθε τυχόν αποτυχία… Μου έδειξε απόλυτη εμπιστοσύνη, μου έδωσε απόλυτη ελευθερία πρωτοβουλιών και αποφάσεων και εγώ δεν ήθελα
εφ ενός να προσβληθώ, γιατί ήταν πατριώτης μου, αφ εταίρου να γίνω καταχραστής της εμπιστοσύνης του…
Και περισσότερο να γίνω εγώ αιτία της δικής του αποτυχίας…
Και έγινα καλός και στις χορηγήσεις και σε όλη σχεδόν την τραπεζική εργασία, από τα κάτω προς τα επάνω…
Από την γραμμή των πρόσω!!!... Όπως έλεγα…
Την τραπεζική δουλειά και κάθε δουλειά, τέχνη και επιστήμη πρέπει να την γνωρίζουμε καλά από την βάση,(από τα θεμέλια) προς την κορυφή…  

Όλοι μαζί οι συνάδερφοι τότε  αγαπημένοι, με κατανόηση δουλεύαμε και το κατάστημα επήγε ακόμα πιο καλά σε αποτελέσματα…
Την περίοδο αυτή στο κατάστημα επικρατούσε περισσότερο ενθουσιασμός αισιοδοξία, γνώριζε ο καθένας μας, ότι σε όποια δυσκολία  μας ο δ/
ντής θα είναι συμπαραστάτης μας…
Όμως δεν παρέμεινε για πολύ  στο κατάστημα.
Η διοίκηση με την ατασθαλία του Μετσοβίτη πού έγινε  τότε στο κατάστημα Θεσσαλονίκης της Ρούσβελτ, τον έστειλε δ/
ντή στο κατάστημα για να το επαναφέρει στην τάξη και σε πορεία ηθικής ανάπτυξης  και αποτελεσμάτων…
Ήταν ο μοναδικός μέχρι τότε Πελοποννήσιος που έγινε  δ/
ντής σε κατάστημα της Θεσσαλονίκης…
Ήταν περίοδος αρχή της δεκαετίας του 1980.
Τα πολιτικά κόμματα στην πλήρη οργάνωσή τους, τα πολιτικά πάθη άρχισαν να αυξάνονται και να οξύνονται.
Οι συνδικαλιστικές παρατάξεις πλήρως ενταγμένες στα πολιτικά κόμματα απέσχον του σκοπού των και  εξυπηρετούσαν περισσότερο τις επιθυμίες των πολιτικών κομμάτων, παρά διεκδικούσαν τα εργατικά δικαιώματα.
Οι συνάδελφοι οι περισσότεροι ήσαν ενταγμένοι σε αυτές τις παρατάξεις και οι εκάστοτε διορισμένες διοικήσεις της τράπεζας ανάλογα αντάμειβε αυτούς…
Και τότε ήσαν, ο δικός μας, ο δικό σας, οι ανένταχτοι αυτοί που δεν ήσαν  εμφανώς πουθενά…
Και δεν είχαν πατερούλη προστάτη…
Αυτοί που δούλευαν για την πρόοδο της τράπεζας…
Οι συνδικαλιστές κυρίαρχοι…
Καθόριζαν την υπηρεσιακή ανέλιξη του κάθε συναδέρφου, είτε ήταν άξιος, είτε ήταν φελλός, αρκεί να ήταν γραμμένος στο κόμμα, να προσφέρει στην παράταξη και το κόμμα να είναι στην εξουσία ή, κοντά στην εξουσία.
Αυτοί νέμονταν τους τίτλους, τις προαγωγές, τους θώκους, αναλόγως της κομματικής  δύναμης των,και έκαναν την μοιρασιά κατά αναλογία της δύναμης κάθε κόμματος, τέσσερα, τρία, δύο, ένα, μηδέν…
Το ένα ήταν το μερδικό των ανένταχτων που ήσαν ικανοί χρήσιμοι για να καλύπτουν την ανικανότητα των φελλών…
Τότε στο κατάστημα ήρθε δ/
ντής ο κ Σ Δήσιος, καλός χαρακτήρας ανθρώπου, σε μικρότερο βαθμό από εμένα. Που από τον κανονισμό του προσωπικού της τράπεζας, απαγορεύεται να είναι ο δ/ντής σε μικρότερο βαθμό από τον προϊστάμενο, τον υπδ/ντή κλπ χωρίς ο υπάλληλος αυτός, να έχει πειθαρχικά διωχθεί  και να έχει κριθεί στάσιμος…
Όταν ήρθε αμέσως μου είπε:
-Κύριε συνάδερφε, γνωρίζω ότι έχεις μεγαλύτερο βαθμό από μένα, σε σέβομαι και εκτιμώ την προσωπικότητά σου και τον βαθμό σου, όμως η διοίκηση της τράπεζας με έστειλε στο κατάστημα για δ/
ντή, δεν έχουμε συνεργαστεί γνωρίζω ποιος είσαι θέλω να με βοηθήσεις…
Κατ ουσίαν εσύ θα είσαι….
-Δεν έχω εγώ τέτοια κολλήματα, και αναστολές, θα σε βοηθήσω…
Και πράγματι συνεργαστήκαμε,  απόλυτα με αλληλοσεβασμό…
Μόνο μία φορά είχαμε έντονη διαφωνία.
Στο κατάστημα τότε μεταξύ των πελατών είχαμε πολλά βενζινάδικα και πολλούς διακινητές, εμπόρους πετρελαιοειδών, με πολλά βυτιοφόρα.
Ένας από αυτούς ο μεγαλύτερος ήταν ο επονομαζόμενος (Σακαφλιάς) με μεγάλο καθημερινό τζίρο σε μετρητά και μεγάλες  αποταμιευτικές καταθέσεις, και καταθέσεις όψεως με μεγάλο βαλεριακό υπόλοιπο, επωφελείς για την τράπεζα…

Ήρθε στην τράπεζα και ζήτησε από τον δ/
ντή, η αυτοκινητοτράπεζα, υπηρεσία υπαίθρου να πηγαίνει και να σταματάει απέξω από το μαγαζί του, να μετράνε τα λεφτά την είσπραξη και να την καταθέτουν…
Μου το είπε:
Ρώτησα τους συναδέρφους της υπηρεσίας υπαίθρου και τον αστυνομικό που συνόδευε το αυτοκίνητο και μου είπε πως ο χώρος είναι επικίνδυνος σε περίπτωση ληστίας…
Υπάρχει άμεσος τρόπος διαφυγής του και ότι ο (Σακαφλιάς) από ανεπιβεβαίωτες  πληροφορίες δεν είναι και τόσο αγαπητός στην αγορά…
Πολύ επικίνδυνος χώρος…
Επισκέφτηκα και εγώ τον χώρο και τον έκρινα επικίνδυνο…
Εκεί ο συνάδερφος Π Α  μου λέει:
-Κύριε
υποδ/ντά εγώ είμαι ένας, έχω μόνο τον εαυτό μου, οι άλλοι έχουν οικογένεια παιδάκια, πρέπει να μας σκοτώσουν για να διαφυλλάξουμε  τα λεφτά την περιουσία του Σακαφλιά;
Λεφτά έχει ας πάρει δύο ανθρώπους να τον φυλάνε…
-Το κρίνεις επικίνδυνο;…
-Όχι μόνο εγώ, αλλά όλοι μας…
-Καλά Παναγιώτη…
Όσο θα είμαι εγώ στο Περιστέρι, αυτό δεν πρόκειται να το υπογράψω, δεν θα γίνει…
Ο δ/
ντής επέμενε και με κατέστησε υπόλογο αν θα φύγει ο πελάτης…
Τότε του είπα:
-Εγώ ανθρώπους δεν σκοτώνω…. Αν φύγει ένας καλός πελάτης δέκα θα φροντίσουμε να έρθουν… 
Αυτή ήταν η μόνη διαφωνία μας με τον αείμνηστο συνάδερφο κ Σ Δήσιο…

Μετά από δέκα ημέρες απέξω στο μαγαζί του πυροβόλησαν τον Σακαφιά, και ευτυχώς το πάχος της κοιλιακής του χώρας τον γλίτωσε και ίσως με την έντονη διαφωνία μου, γλίτωσαν και οι συνάδερφοι…
(Το γεγονός αυτό το είχα ξεχάσει προσφάτως ο συνάδερφος κ Π Αλεξίου την  ημερομηνία 2017 των εκλογών του συλλόγου συνταξιούχων, μου το θύμισε)

Τις περιόδους των απουσιών του Δ/
ντού  με εντολή της Γενικής Διεύθυνσης ανελάμβανα την δ/ση του καταστήματος.
Την περίοδο αυτή που έκανα χρέοι δ/ντού ήρθε στο κατάστημα ο ένας από τους ιδιοκτήτες του καταστήματος που το είχαμε ενοικιάσει το ακίνητο και μου είπε πως έχουν αποφασίσει να το πουλήσουν…
Τον ρώτησα για την τελευταία χαμηλότερη τιμή που έχουν αποφασίσει να το πουλήσουν.
Μου είπε την τιμή.
Η τιμή που μου είπε ήταν πολύ κάτω από την αγοραία τιμή της περιοχής.
Έκανα υπολογισμό το ενοίκιο που πληρώνουμε με  την τιμή και με την σκέψη ότι το ενοίκιο το δίνουμε και εξαφανίζεται, δεν μας μένει τίποτα και ότι φτιάχνουμε, ή,προσθέτει τη τράπεζα μένει στο ακίνητο, θεώρησα καλό μη τυχόν και πουληθεί γρήγορα και μας διώξουν,που στην περίπτωση αυτή, τα έξοδα μετεγκατάστασης θα ήταν περίπου το ήμισυ της αξίας του ακινήτου, θεώρησα πως ήταν συμφέρον για την τράπεζα να τον αγοράσει.
Τότε αμέσως έπιασα και έστειλα εμπιστευτική επιστολή στην Γενική Δ/
ση  με κοινοποίηση  στον Πρόεδρο της τράπεζας.
Πρόεδρος τότε ήταν ο διορισμένος από την κυβέρνηση, ο νεαρός οικονομολόγος κ Στάθης Παπαγεωργίου.

Μόλις έλαβαν την επιστολή, χωρίς καμία ειδοποίηση μου, ξαφνικά βλέπω τον πρόεδρο ένα πρωί  να μπαίνει στον κατάστημα της τράπεζας.
Εγώ αυτή την στιγμή δεν ήμουνα στο γραφείο του δ/
ντή.
Αμέσως ρώτησε ποιος είναι και που είναι ο δ/
ντής.
Αμέσως πήγα στο γραφείο του δ/
ντή τον καλός όρισα και προσφέρθηκα να κεράσω κάτι.
Δεν ήθελε, ήταν εκνευρισμένος αν και στην ηλικία ήταν πολύ μικρότερός μου…

Κάθισε στην μπροστινή πολυθρόνα του γραφείου και μου λέγει:
-Ώστε έτσι κύριε δ/
ντά, αυτονομείστε και κάνεις τα δικά σου και συμφωνείς και την κατώτερη τιμή για να κάνεις αγορές…
-Ποιος σου είπε εσένα πως θέλουμε να αγοράσουμε το μαγαζί;;;…
-Κύριε πρόεδρε, δεν  δεν συμφώνησα, δεν αγόρασα κανένα μαγαζί...
Πρόταση έκανα για να αποφασίσετε εσείς να το αγοράσει η τράπεζα.
Αν όμως είχα το δικαίωμα θα το αγόραζα… 
-Γιατί έκανες αυτή την πρόταση εφόσον ξέρεις πως η πολιτική της τράπεζας είναι να μην αγοράζει, να μη επενδύει να στεγαστεί σε ιδιόκτητα ακίνητα…
-Κύριε Πρόεδρε, μου επιτρέπετε να σας κάνω μία ερώτηση;
Ο Πρόεδρος ξαφνιάστηκε.
Φάνηκε σαν να ενοχλήθηκε…
-Για κάνε την μου…
-Κύριε πρόεδρε, ήρθατε με τον οδηγό σας απ εθεία στο κατάστημα, ή, κάνατε μία βόλτα στην περιοχή του Περιστερίου;… 
-Όχι, ήρθαμε απευθείας στο κατάστημα…
-Καλό θα ήταν να κάνατε και μία βόλτα στον κεντρικό άξονα της αγοράς του Περιστερίου από την γέφυρα της Λένορμαν, Άγιο Αντώνη, Π Τσαλδάρη έως την διασταύρωση με την Θηβών…
-Και τι θα γινότανε;…
-Κύριε πρόεδρε, θα βλέπατε και θα συγκρίνατε και θα διαπιστώνατε πως το ακίνητο αυτό είναι στο τρίγωνο, είναι το μάτι του Περιστερίου....
Και μόνο η μόνιμη διαφήμιση που θα γίνεται μόνο από την εμφάνιση στην μετώπη  της φίρμας της τράπεζας μας, αυτό και μόνο είναι το τίμημα, η αξία της αγοράς του ακινήτου.
Εγώ πρόταση έκανα για να αποφασίσετε αρμοδίως εσείς…
Αυτή είναι η γνώμη μου…
Σηκώθηκε αναψοκοκκινισμένος, και λέει στον οδηγό του:
-Πάμε...
Σε μένα μου είπε:
-Θα γυρίσουμε…
Μετά από λίγο επέστρεψαν και μου λέει:
-Τα δίπλα μαγαζιά τίνος είναι πουλιόνται;.
-Είναι του ιδίου ιδιοκτήτη του
Παπασταμάτη και του Παπάζογλου.
-Διαπραγματέψου, τι αέρα θέλουν οι επαγγελματίες για να φύγουν, να τα αγοράσουμε όλα γύρο-γύρο…
-Κύριε πρόεδρε, εγώ μέχρι εδώ, δεν θέλω να έχω περισσότερη ανάμειξη.
Η τράπεζα έχει τις αρμόδιες υπηρεσίες, για να διαπραγματευτούν καλύτερα σε αυτά από εμένα…
Το ακίνητο το αγόρασαν και απέκτησε η Ιονική τράπεζα ιδιόκτητο ακίνητο στο μάτι του Περιστερίου…
Μετά από  αυτό το γεγονός , σε λίγο χρόνο μετατέθηκα ως
υπδ/της στο κατάστημα Κάτω Πατησίων….            


















Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου