Παρασκευή, 30 Νοεμβρίου 2012

Το δίλημμα

Καλά περνούσε ο κόσμος στη επαρχεία, στα χωριά!...
Ανέμελα, χωρίς πολλές, μεγάλες στενοχώριες, με γλέντια, χορούς και πανηγύρια. 
Ήρθανε όμως τα χρόνια τα άσχημα, από το μυαλό των ηγετών, το φταίξιμο των ανθρώπων. Συνεμπήκε, χωρέθηκε  και ο διάβολος και έπεσε η κατάρα… 
Η γκρίνια, η φαγωμάρα!… 
Χωρίς αιτία και αφορμή, οι άνθρωποι μαλώνανε μεταξύ τους… Και ολημερίς ήσαν στα δικαστήρια!..  Τις καλλιέργειες στα χωράφια τους τις παράτησαν… 
Δεν  πρόσεχαν, δεν τάιζαν τις κότες!...
Και αυτές πεισμάτωσαν, να  τους γεννάνε αυγά, σταμάτησαν!...
Δεν θέλουν…  
Στην αρχή η λίγη γκρίνια, σαν την φωτιά απλώθηκε και έγινε πολύ, μεγάλη… 
Το κακό έχει παραπάρει… 
Και ο παπάς του χωριού, που όλοι οι άνθρωποι από τις συμβουλές του, δεν παίρνανε, δεν είχε τίποτε άλλο να κάνει, κατέφυγε στην μοναδική ελπίδα. 
Στην Παναγιά!.. 

Βάρεσε την καμπάνα της εκκλησιάς, παράκληση να κάνει. Κάλεσε ο παππάς με την καμπάνα της εκκλησιάς της Παναγιάς , όλους τους χριστιανούς του χωριού, με κατάνυξη να κάνουν προσευχή και λιτανεία να κάνουν μέσα στο χωριό την θαυματουργή εικόνα της Παναγιάς και όλοι μαζί να  την παρακαλέσουν, το κακό της γκρίνιας, της φαγωμάρας,  της μεγάλης λαίλαπας, να μη φτάσει  στο χωριό τους. 
Αυτή που έρχεται και είναι στα σύνορα, αμέσως το πισάχναρο  να την αναγκάσουν  να πάρει και να φύγει.  Και στο χωριό τους να μη πλησιάσει, αρρώστια σοβαρή, μεγάλη. 
Μα ούτε στη εποχή της, η γρίπη!.. 

Η προσευχή όλων τους, ακούστηκε στα ουράνια και η φωνή του άκακου παπά να λέει: 
-Χριστέ και Παναγιά, διώξτε το κακό από την περιοχή μας, από τους γείτονες μας, από το χωριό μας.  Η περιοχή  μετά την παράκληση και την λιτάνευση της Ιεράς εικόνας, ως εκ θαύματος,  τους ήρθε η Θεία φώτιση, Ουράνια ευλογία, τους ήρθε η λογική, ειρήνευσε για μερικά χρόνια  ο κόσμος, ησύχασε από την μεγάλη γκρίνια.. και η περιοχή, το χωριό πρόκοβε. 
Και τάιζαν και πρόσεχαν τις κότες!... 
Και γένναγαν αυτές, τότε αυγά πολλά, γεμάτη, χόρτασε η πλάση!...  
Ο παππάς αυτό που έγινε, το είχε σαν μεγάλο θαύμα!… 

Ξάφνου, μια μέρα επίσημη, κατά το σχόλασμα της εκκλησιάς, που μοίραζε  ο παππάς  από την ωραία Πύλη στους χριστιανούς το αντίδωρο, πλησίασε ένας χριστιανός θαρρετά και του παπά του λέει: 
-Πάτερ μου, μη κάνεις απόλυση, μη βγάζεις το πετραχήλι και βάλε φωτιά, λιβάνι στο θυμιατό, λέγε πάλι το ευλογητός, να κάνουμε την παράκληση, να κάνουμε αν το κρίνεις και λιτανεία. 
Για το κακό που ήρθε στην περιοχή μας.  Να φύγει γρήγορα, να μην έρθει δίπλα μας, να μην έρθει στο χωριό μας και μπει η κακιά αρρώστια στο σπιτικό μας… 
-Εγώ και όλοι σας μαζί, πριν τρία χρόνια παράκληση κάναμε και το κακό σταμάτησε, δεν θα κάνουμε συνέχεια τα ίδια… 
Άμα είναι στη περιοχή,  άφησε τον, ας είναι, μακριά να είναι από το χωριό μας. 
Τώρα δεν ευκαιρώ…  
Ας κάνουν παράκληση οι άλλοι… 
Και εσείς κάνετε τον σταυρό σας… 
Τώρα… δεν ευκαιρώ… 

Έχουμε  κανονίσει με τον Στέλιο, τον Νίκο, το Θανάση, να παίξουμε στο καφενέ  την πρέφα, δεν είναι τώρα ώρα για τέτοια δουλειά, για τέτοια λόγια και εγώ έδωσα τον λόγο μου και δεν τον παίρνω πίσω. Τώρα τον λόγο μου δεν τον αθετώ… και δεν πρέπει…. 
Και μη μιλάς, φύγε, μη το ακούνε οι άλλοι,  που στέκουνε παρέκει.. 
Αλλού είναι το κακό, άστο να είναι…  Μακριά είναι… 
Μακριά από το χωριό μας!... 
Κάνει ο παππάς το σταυρό του, στην εικόνα του Χριστού, της Παναγιάς και λέει:
- Μακριά από το χωριό μας… Παναγιά μου!... 
Και ο χριστιανός του λέει: 
- Αφού το λες εσύ παπά, εσύ που  είσαι του Θεού, κάτι περισσότερο θα ξέρεις, ας είναι. 
Και έτσι, όπως τα λες παπά, μακριά να είναι το κακό από το χωριό μας!..  
Ο χριστιανός σταυροκοπιέται και συνέχισε να λέει: 
- Και η Παναγιά να μας φυλάει… 
Φιλάει το χέρι του Παπά, κάνει πάλι το σταυρό του, ασπάζεται όλες τις εικόνες και φεύγει… 
Φεύγει ο Χριστιανός, ο Μήτρος από την εκκλησιά και βιαστικός ο παππάς ξεντύνεται, βγάζει τα Ιερά του Άμφια με ευλάβεια και με γοργό το βήμα, άργησε, στο καφενέ πηγαίνει και στρώνονται στην πρέφα και λογαριάζουνε με ακρίβεια, ο Θανάσης, ο Νίκος, ο Στέλιος και ο παππάς τα καπίκια… 

Κάποια στιγμή, κάποιος είπε φωναχτά, πως το κακό ήρθε και έφτασε στο διπλανό χωριό... 
Παπά τώρα τι κάνουμε;… 
Τώρα κοντεύει θα μπει στα σύνορά μας   
Και ο παππάς αυθόρμητα καλοσυνάτα είπε: 
-Εκεί τρέξτε να το κωλώσετε, αν μπορείτε και μη μας ενοχλείτε!... 
Τώρα είναι η ώρα σοβαρή, δεν παίρνει άλλες κουβέντες. 
Η Ντάμα ο Βαλές έχουν προτεραιότητα, θέλουν προσοχή μεγάλη  το που, το πότε, θα ρίξουμε τον Άσσο, τώρα είναι εδώ το ενδιαφέρον, έχουμε καιρό για τα άλλα… 
Τώρα… Για αυτά τα άλλα…  Ότι ειπεί ο Θεός!…  
Τώρα, πρωτεύει η πρέφα!...
Η πρέφα συνεχίστηκε, χωρίς καμία καθυστέρηση, χωρίς καμία δυσκολία… 
Την συμβουλή του παπά για την αρρώστια, στο άλλο στο διπλανό χωριό να  την κωλώσουν, εκεί να την καθηλώσουν, δεν  την άκουσαν και η αρρώστια, η συμφορά, γρήγορα  τα σύνορα διάβηκε  με ευκολία, χωρίς καθυστέρηση καμία και στο χωριό το δικό τους μπήκε… 
Αρρώστησαν μονομιάς τρεις. 
Έπεσαν στο στρωσίδι… 

Την ερχόμενη Κυριακή μπαίνει η Φανή φουριόζα στην εκκλησιά και λέει στο παπά την ώρα της Θείας κοινωνίας: 
-Παπά  σε παρακαλώ να μη τελειώσεις όλη την Θεία κοινωνία, μπήκε εκεί που είμαστε καλά, μια χαρά, το κακό στο χωριό μας…  
Ήρθε στο σπιτικό μας…
Ο Στέλιος μου αρρώστησε, βαριά για να πεθάνει.
Εζήτησε να έρθεις  να τον ιδείς, να ιδωθείτε και να τον κοινωνήσεις, να πάει μου είπε, όπως πρέπει, σαν τον καλό Χριστιανό στον άλλο κόσμο.
-Καλά, πήγαινε και έρχομαι στον φίλο μου τον Στέλιο, που μέχρι χθες παίζαμε μαζί την πρέφα. Πηγαίνει ο παππάς στην εκκλησιά να πάρει να πάρει την Θεία κοινωνία. 
Τα Άχραντα Μυστήρια!...

Μπροστά στη Αγία Τράπεζα γονατιστός προσεύχεται….
- Θεέ μου, Παναγιά μου, λυπήσου τον, αυτόν, αλλά περισσότερο, λυπήσου  τα παιδιά του και αφήστε τον να ζήσει λίγο…. 
Αλλά Παναγιά μου, μακριά και από το δικό μου σπίτι, το σπιτικό μου… 
Επήγε γοργά ο παππάς με την Θεία κοινωνία και κοινώνησε τον φίλο του τον Στέλιο, και με την κοινωνία και την προσευχή του παπά και την δική του, ο Στέλιος μετά από λίγες μέρες έγιανε και έμεινε κοντά την φαμελιά του… να προστατέψει, να αναθρέψει τα μικρά παιδιά του. 
Αλλά το κακό, η αρρώστια σύνορα δεν βάζει, κτύπησε την πόρτα στο σπιτικό του παπά. 
Την πόρτα άνοιξε και μέσα μπήκε!... 
Συνάντησε  μπροστά της τον παπά, αμίλητα τον σπρώχνει, τον ρίχνει με της μιας, μονομιάς, κάτω στο κρεβάτι. 

Ο Παππάς στο ψηλό τον πυρετό, μονολογούσε και έλεγε:
-Άμα το έχει βάλει ο Θεός βουλή, κόντρα στην βουλή του Θεού, εγώ δεν πηγαίνω, το  μόνο που τον παρακαλώ, είναι να γιάνω, και αν και τούτο δεν θέλει, δεν του είναι μπορετό, δεν το κρίνω, μόνο μια χάρη Του ζητάω. 
Αυτή την χάρη θέλω να μου κάνει. 
Άνοιξαν τα Ουράνια!... 
Κατέβηκε ο Άγγελος από τον ουρανό και το ρωτάει: 
-Ποια είναι η χάρη που ζητάς; 
Και ο παππάς του λέει:
-Μακριά από μένα!…
-Αυτό δεν γίνεται, το κάτι τις πρέπει να πάρω, για αντάλλαγμα, ότι θέλεις, από τους ανθρώπους σου, να μου δώσεις!….
-Τότε… Ας πάρεις αντί για εμένα, την παπαδιά, που είναι και μεγαλύτερη από μένα δύο χρόνια... 
Αυτή με ξεγέλασε στον γάμο, μου είπε πως είναι μικρότερη... 
Έτσι θα είναι καλά, δίκαια, για να έρθει το πράμα στα ίσια του και μετά ας ιδείς, Εσύ και ο Μεγαλοδύναμος, ο Θεός μας και με μένα, τι θα κάνει!... 
Μετά  από τα δύο  χρόνια, που τότε θα είμαστε με την παπαδιά ίσια, στα ίσια, ίσια… και πάτσι!...  

Ο Άγγελος έμεινε βουβός, άφωνος…  
Δίλημμα, τι να κάνει; 
Ο Θεός που είδε και τα άκουσε αυτά, χαμογέλασε και κάλεσε το Άγγελο Γαβριήλ στον ουρανό!.. 
Δεν πήρε τότε κοντά Του κανέναν. 
Την άφησε, την παπαδιά, την μάνα, στο σπιτικό της,  με τα μικρά παιδιά της,  να  τα αναθρέψει και τον παπά στη εκκλησιά Του, να λειτουργάει, με την  καλοσύνη του και την αφέλειά του!...  
Με την δικαιοσύνη, την δικιά του!...

Γιάννης Στ Βέργος{Γορτύνιος}
19.11.2012

1 σχόλιο:

  1. Όλοι, όλοι μας, όταν μας έρθει το κακό, το μεγάλο κακό, λιγοψυχούν, δακρύζουν…
    Μόνο έναν άκουσα, που όταν του ήρθε το κακό, σαν να ήταν το μεγάλο καλό, με αγαλλίαση, το Θεό να δοξάζει!..
    Και αυτά τα λόγια, με χαμόγελο μου είπε: «Δοξασμένος ο Θεός, που το έστειλε, αυτό, σε μένα και δεν το έστειλε σε κανένα άλλον Χριστιανό!... Που έχει από εμένα, εδώ, μεγαλύτερες, υποχρεώσεις…» Ήταν Μεγάλη Πέμπτη.{Ηλίας.Θ.Χειμώνας Στρατιωτικός γιατρός, καρδιολόγος}
    Τέτοια και άλλα, μας έλεγες, θαυμαστά!..
    Που τότε σε θαυμάζαμε και τώρα… σε θυμόμαστε!…

    ΑπάντησηΔιαγραφή