Τρίτη, 16 Απριλίου 2013

Η σκούφια

 ’’Σε μία σκούφια δύο κεφάλια δεν χωράνε!..’’ 
Κάποτε τα περασμένα χρόνια ήσαν δύο σκούφιες, όμοιες, ίδιες και απαράλλακτες, όμορφες, καλές και ωραίες επάνω σε δύο ανθρώπινα μαστορικά Γορτυνιακά   κεφάλια και εκεί έστεκαν καμαρωτές και με μεγάλο νάζι. 
Όμως κάπως τα έφερε η τύχη, η ζωή να γίνουν από δύο σκούφιες που ήσαν μία, που δεν μπορούσαν να την ξεχωρίσουν, να την διακρίνουν, σε ποιόν ανήκει.  Και μαλώνανε τα δυο κεφάλια, για να χωρέσει  αυτή, η  μία όμοια σκούφια, που απόμεινε, στα δύο μαζί κεφάλια!...
Τί λέτε; Γίνεται; 
Και πώς; 
Οι σοφοί ας το ειπούνε…  
Όμως γεγονός και αλήθεια είναι, πως δυο μαστορικά κεφάλια  χωριστά  την διεκδικούσαν και την νόμιζαν το κάθε κεφάλι,  πως είναι η σκούφια   η δική του, η ίδια, η όμοια σκούφια, που πρώτα ήσαν δύο και τώρα έγινε μία. 
Αν γίνεται και γίνει αυτό και λυθεί το πρόβλημα, ο κόσμος της μαστοριάς, η κοινωνία του χωριού, θα ησυχάσει….
 Ήταν και τότε τα χρόνια δύσκολα από το φταίξιμο του μυαλού των ανθρώπων και την ανικανότητα  και τότε, των ανίκανων  ηγετών, ανίκανοι, ανίδεοι, να δώσουν στο  κόσμο, στο λαό κατευθύνσεις, οδηγίες . 
Η χώρα  τότε είχε εμπλακεί στον Ιταλό Γερμανικό καταστροφικό πόλεμο…. 
Ο πόλεμος τέλειωσε…  
Δεν τέλειωσαν όμως, τα βάσανα του λαού, οι ταλαιπωρίες και η πείνα του κοσμάκη.  Αλλά και σαν να μην έφτανε αυτά, οι μεγάλοι οι φίλοι μας, μας έριξαν την μόλεψη, τον λοιμό, τον λιμό, του αλληλοσπαραγμού, του εμφυλίου πολέμου.  
Μετά από αυτή την μεγαλύτερη   κατάρα και καταστροφή, τα πράγματα κάπως ησύχασαν και άνοιξαν μερικές κρατικές δουλειές, σε έργα υποδομής , σε δρόμους, σχολειά, γεφύρια και λιμάνια. Ήρθε  και στο χωριό η πληροφορία, πως στην Στυλίδα,  στην Λαμία υπάρχει ανάγκη, ζήτηση για μαστόρους κτιστάδες…  
Αμέσως συνάχθηκαν τα μπουλούκια, οι κομπανίες των μαστόρων και ξεκίνησαν για την Στυλίδα να δουλέψουν. 
Πρωί,  πρωί, μπονόρα, ξεκίνησε και ένα μπουλούκι από το χωριό μας για τα Λαγκάδια που πέρναγε συγκοινωνία, το λεωφορείο που ερχόταν από τον Πύργο για Τρίπολη να ταξιδέψουν. Συγκοινωνία δεν υπήρχε τότε στο χωριό και έπρεπε να περπατήσουν δύο ώρες δρόμο μέχρι τα Λαγκάδια.  
Μεταξύ των άλλων μαστόρων  ήσαν  από το χωριό μας Σέρβου  Γορτυνίας της Αρκαδίας,  και οι μαστόροι  ο Βασίλης ο Μαραγκός ο Τσούρης, ο Γιάννης ο Μπόρας ο Ντόρος και μαστορόπουλο ήταν και ένα  μικρό παιδί  το οποίο τότε, ήταν δεν ήταν  δέκα πέντε χρονών, ο Στέλιος ο Σχίζας του Κωστόπουλου. 
Τώρα όλοι τους αυτοί, είναι καλό ταξιδεμένοι… Πήγαν για το μεγάλο ταξίδι!... 
Πήγαν με το δισάκι τους στο ώμο ο καθένας τους , γεμάτο, τίγκα,με τα καλά εφόδια τους την καλοσύνη τους, τα εργαλεία τους και τα συμπράγκαλά τους, για το καλό καζάντι των επουρανίων. 

Κίνησαν μπονόρα το πρωί,  πρωί πριν χαράξει  για τα Λαγκάδια με τα πόδια και με το δισάκι τους στον ώμο, που μέσα είχε τα μαστορικά εργαλεία και τα χρειαζούμενα. Έφτασαν στα Λαγκάδια νωρίς. Πέρασαν από τα μαγαζιά που είχαν με τους μαγαζάτορες μεγάλη φιλία. Μπήκαν και στο μαγαζί του Κωστή του Ανθούλη, εκεί είδαν κάτι καλές τραγιάσκες, σκούφιες, και είπε ο ένα στον άλλον ψιθυριστά. 
-Τι λες Βασίλη, καλές είναι οι σκούφιες να πάρουμε από μία; 
-Ναι Γιάννη καλές είναι,  αλλά, τα οποία δεν υπάρχουν… 
Τα ακούει αυτά τα λόγια ο μπάρμπα Κωστής που δεν άφηνε να φύγει φίλος, γνωστός, κανένας άνθρωπος όταν έμπαινε στο μαγαζί  του χωρίς να ψωνίσει το κάτι τις, είτε είχε, είτε δεν είχε λεφτά και τους λέει: 
-Δεν έχετε λεφτά;…, Δεν πειράζει, έχετε το ασήμι στα χέρια σας, έχετε τα πλούτη στις γνώσεις σας, στην εξυπνάδα, στην εργατικότητα, στην τιμιότητά σας, στην υπόληψή σας, στα λογικά σας…  
Εσείς ξέρουτε καλά την ασημότεχνη, δεν θα πεινάσετε, ούτε εσείς και ούτε η φαμελιάς σας…. 
Του μάστορα η γυναίκα και φαμελιά μέχρι το μεσημέρι θα μείνει νηστική… Μετά θα είναι χορτάτη…  Αρκεί δουλειά να υπάρχει…  
Και τα πολλά να τα θέλετε και το λίγο μεροκάματο να μη το αφήνετε… να το αγαπάτε…  
Αλλά τι σας τα λέω εγώ αυτά, από τέτοια εσείς ήσαστε μανούλες… 
Πάρτε την σκούφια και όταν γυρίσετε με το καλό από το ταξίδι, μου την πληρώνετε... 
Καλά θα πάει το ταξίδι, να προσέχετε να έχετε την υγειά σας και πολλά καλά καζάντια θα φέρετε… Τότε μου τα πληρώνετε, και ό,τι θέλει η φαμελιά να μη ντιρρηέται  [αντίρρηση] να έρχεται να ψωνίζει… 
Θα τους στέλνω και εγώ στο χωριό κάπου,  κάπου και κανένα φελί μπακαλιάρο να αλμυρίζει το στόμα των παιδιών να πίνουνε νεράκι…. και όταν με το καλό γυρίσουτε… τα βρίσκουμε… 

Κοιτάζει ο Βασίλης τον Γιάννη και τον ρωτάει: 
-Τι λες Γιάννη να πάρουμε από μία ο καθένας; 
Και αμέσως πιάνει μια σκούφια στα χέρια του και την κοιτάει. 
-Καλή μου φαίνετε πως είναι… -Για φόρεσέ την να την ιδώ!... 
Την φόρεσε, ήταν το νούμερό του. 
-Καλή είναι, του λέει και σου πάει… 
Ας πάρουμε από μία ο καθένας… 
Σε ξένο τόπο πηγαίνουμε,  ξένος κόσμος θα μας βλέπει, ας έχουμε μία καινούργια σκούφια, για καλή, να έχουμε μια στάλα νόστα, όταν βγαίνουμε στην αγορά, την Κυριακή στην εκκλησιά. Ανάμεσα σε κόσμο θα είμαστε, να μη μας περνάνε για μπίτι… 
Το κεφάλι κοιτάζει ό άλλος και από  εκεί καταλαβαίνει 
Κόψε κεφάλι και βγάλε συμπέρασμα!... 
Άμα το κεφάλι είναι περιποιημένο, καθαρό και έχεις και τα άρβυλα γυαλισμένα και τα άλλα τα απαλλαξίδια είναι καθαρά, ας είναι και μπαλωμένα, σε πλησιάζει ο άλλος να σου πει την καλημέρα, να σου ειπεί μια κουβέντα… 
-Στα ξένα θα είμαστε και έχουμε και το μερμήγκι ανάγκη… 
-Και να ξέρεις για να είναι τα άρβυλα την Κυριακή καθαρά και να γυαλίζουνε, αν δεν έχεις άλλη μπογιά βερνίκι, να τα περνάς με μία στάλα λάδι… και ας το στερηθεί ο λαιμός σου… 
Και αυτό, να το ειπείς μη το ξεχάσουμε και στους νεότερους, στους τριώτες… 
Τώρα αυτοί που είναι στα καλά τους, λεβέντες, στα ντουζένια τους και τους λιμπίζονται οι τσούπες… 

Πιάνει και ο μαστρογιάννης ο  Ντόρος μια σκούφια και την φοράει του ήρθε και αυτού καλά, κουτί που λέμε… 
-Με γεια σας, με γεια σας, τους λέει ο μπάρμπα Κωστής ο μαγαζιάτορας . 
Βγάζουνε τα λεφτά να τους τις πληρώσουν… 
Ο μπαρπα Κωστής που ήταν επαγγελματίας, σε τέτοια, άφταστος, και έμπορας καλός, μεγάλος, έμπειρος, γνώριζε πως τα λεφτά αυτές τις ώρες στους μαστόρους ήταν λιγοστά, με χαμόγελο τους λέει: 
-Άμα ήταν να πάρω  τώρα λεφτά από εσάς τις έδινα τις σκούφιες και αλλού… 
Κρατάτε τα λεφτά μη σας χρειαστούν… Κρατάτε καμιά δεκάρα να έχετε επάνω σας, έχετε ή μη θέλουτε να  σας δώσω; 
Να πάτε στο καλό, καλό ταξίδι, τις σκούφιες τις γράφω… 
Τον χαιρέτησαν, έβαλαν τις παλιές σκούφιες στο δισάκι του ο καθένας και έφυγαν…  
-Γεια σου μπάρμπα Κωστή, με το καλό να σε ξαναβρούμε…. 
-Στο καλό, στο καλό, καλό ταξίδι, καλά καζάντια!... Με το καλό να ξανά ερθούτε…  

Τότε ήταν κακή εποχή, υπήρχε δυστυχία μεγάλη, και εξαθλίωση, δεκάρα δεν κυκλοφορούσε πουθενά και οι μαστόροι για να πάνε ταξίδι έπαιρναν δανεικά λεφτά και για τα εισιτήρια ακόμα… 
Και ο μαγαζάτορας ο μπάρμπα Κωστής ο Ανθούλης, αυτός ο άνθρωπος έκανε αυτές τις καλοσύνες, τις διευκολύνσεις, βρισκότανε στον κάθε έναν, στων  άλλων  την περίσταση, στην ανάγκη τους. 

Σε λίγο, τούτ, τουτ, τουτ, ακούστηκε η κόρνα του λεωφορείου, που από μακριά ειδοποιούσε τους ταξιδιώτες, τους επιβάτες να είναι έτοιμοι για να επιβιβαστούν. 
Όλοι τους μαζευτήκανε στην στάση. 
Νάτο, ξανάφανε,  ήρθε… 
Ο  νεαρός, το παιδί, ο Στέλιος δεν είχε ξαναμπεί σε λεωφορείο, δεν είχε ταξιδέψει με αυτοκίνητο, δύο τρία ταξίδια είχε πάει μαστορόπουλο με τα γαϊδομούλαρα με τα πόδια, στα χωριά της Τριφυλία και της Πυλίας στη Μεσσηνία.  Μπήκαν όλοι τους μέσα, οι μαστόροι ο Ντόρος και ο Τσούρης φορώντας τις καινούργιες σκούφιες τους και το μαστορόπουλο ο Στέλιος. 
Εκάθισαν στις θέσεις τους και ξεκίνησε το λεωφορείο.  Του Στέλιου του φάνηκε, τι ωραία… μαλακωσιά το κάθισμα, έτρεχε το λεωφορείο, περίεργο συναίσθημα χαράς, φαινόμενο ανεξήγητο, έτρεχαν και όλα τα δέντρα και τα καταράχια και προσπερνούσαν δίπλα από το λεωφορείο!... 
Από το κοίταγμα,  κοίταγμα, που ήθελε να τα δει όλα, τίποτα να μη του ξεφύγει ζαλίστηκε, τον έπιασε πονοκέφαλος, ανακατοσούρα στην κοιλιά, στο στομάχι. 
Οι μαστόροι που ήξεραν από τέτοια, τον ορμήνεψαν να μη κοιτάει έξω πολύ κοντά, αλλά η ματιά του να βλέπει μακριά, να κλείσει λίγο τα μάτια του και θα του περάσει. Έτσι και έκανε και μετά δεν ζαλιζότανε καθόλου και έκανε και τον συμβουλάτορα, ορμήνευε τα άλλα μαστορόπουλα για να μάθουν, να μη ζαλίζονται… να μη τους έρχεται η σκοτούρα!...
Έφτασε το λεωφορείο στην Τρίπολη, αποβιβάστηκαν, επήραν ο καθένας τους το δισάκι του στον ώμο και τα μπαγκάζια τους και περπατώντας επήγαν στον σταθμό του τρένου. 
Εκεί έβγαλαν από το τράϊστο τους λίγο ψωμοτύρι ο καθένας τους και έφαγαν ήπιαν νερό από την βρύση που ήταν εκεί για να σταθούν στα πόδια τους…. 

Δεν πέρασε πολύ ώρα και ακούγεται τουουτ τουουουτ και είδανε τον καπνό από το φουγάρο του τρένου… 
Νάτος, νάτος ο μουτζούρης!... 
Και το τρένο που ερχότανε από την Καλαμάτα μπήκε στο σταθμό… 
Άνθρωποι και πράγματα ανεβοκατέβαιναν γρήγορα. 
Η ζωή σε άλλους ρυθμούς. 
Εκεί ο Στέλιος και τα άλλα μαστορόπουλα άρχισαν να καταλαβαίνουν πως το μυαλό τους  πρέπει να είναι ξύπνιο, τα μάτια τους να είναι όχι τέσσερα, αλλά δεκατέσσερα, να έχουν και από το κώλο μάτια. Γρήγορα, εμπρός, γρήγορα, εμπάτε μέσα, ακούγετε η φωνή των μαστόρων… που διάταζε τα μαστορόπουλα… 
Από αυτή την στιγμή κατάλαβαν πως η συμπεριφορά του πατέρα, του μπάρμπα, του συγγενή, του μάστορα, δεν ήταν η ίδια που ήταν στο χωριό. Εδώ, από εδώ και πέρα, κάθε κουβέντα είναι διαταγή, είναι πειθαρχία και ο λόγος, η κουβέντα, πρέπει να εκτελείται αμέσως, Χωρατέματα,  δεν παίρνει. Διότι η σφαλιάρα,  από τον μάστορα δεν είναι για χάιδεμα, αμέσως στο σβουριστώ πέφτει.  

Το τρένο ξεκίνησε, καπνός πολύς έβγαινε και γέμισε ο ουρανός,  τσαφ τσούφ, τσούφ, τσούφ,   κρακα  τρούκα κρακ, κρακα  τρούκα κράκ, ακουγιώτανε,  κουνιόταν πέρα δώθε και το τρένο έτρεχε πάνω στις σιδερένιες ράγες και πέρναγε ανάμεσα σε δέντρα, βουνά, λόφους, λαγκάδια, κάμπους, ανηφόρες, κατηφόρες και ισιώματα, άλλοτε τρέχοντας πολύ και άλλοτε σιγότερα… Σε ένα μέρος ήταν ανηφόρα πολύ και η μηχανή του τρένου έκανε, ακουγόταν,  αργά, αργά, τσαφ  τσουφ  τσαφ τσουφ και πήγαινε πολύ σιγά, σιγά. 
Οι μαστόροι είπαν: Πάει ο μουντζούρης κάλτησε … Κατεβάτε να το σπρώξουμε… 
Το μαστορόπουλο ο Στέλιος που ήταν στο παράθυρο και κοίταγε τα άγνωστα μέρη, αμέσως πρόθυμος τους είπε: 
-Να πηδήξω από το παράθυρο; Αμέσως πηδάω!...
Οι μάστορες σαν ελατήριο πετάχτηκαν και δύο τον βούτηξαν από την μέση. 
-Όχι ρε, δεν είναι το γαϊδούρι που κάλτησε, αυτό είναι το τρένο, εδώ είναι η κακιά σκάλα, έχει μεγάλη ανηφόρα και δυσκολεύεται να την ανεβεί, δεν θέλει στύλωμα,  ούτε σπρώξιμο, σαν το γαϊδούρι…  Και ο Στέλιος κοίταγε να δεί την σκάλα, την σκάλα την κακιά… μα δεν την έβλεπε… 
-Μπράβο,  μπράβο, έτσι πρόθυμος να είσαι, αλλά, να σκέπτεσαι λίγο και θα γίνεις γρήγορα καλός μάστορας!... 
Ο Στέλιος χάρηκε, με τα λόγια, τα παινέματα των μαστόρων. Φαντάστηκε τον εαυτόν του από τώρα κιόλας μάστορα!… Να δίνει διαταγές και αυτός στα μαστορόπουλα… 
Ζόμπολα και λάσπη και όλη την μέρα να κάθεστε… είπε από μέσα του. 
Έφθασαν στην Αθήνα στο σταθμό Πελοποννήσου, είχε νυχτώσει για τα καλά, φώτα πολλά, και  τα σπίτια κοντά,  κοντά,  κολλητά το ένα με το άλλο, δεν πρόφτασε να ιδεί περισσότερα. 
Το κεφάλι του από την βουή πόναγε, αλλά μιλιά και τι να ειπεί;… 
Και σε ποιόν να το ειπεί; 
Την απάντηση την ήξερε… 
Σε πονάει;… 
Πόνα το και εσύ!...
Αυτή θα ήταν η γιατρειά!...  

Επήραν πάλι τα δισάκια τους στον ώμο και περπάτησαν για να πάνε στον σταθμό Λαρίσης για πάρουν το άλλο τρένο που πηγαίνει για Λάρισα, Θεσσαλονίκη και θα κατέβαιναν στο σταθμό της Λαμίας. 
Έφτασαν ιδρωμένοι  στην ώρα τους, επιβιβάστηκαν, το τρένο  ξεκίνησε τσάφ, τσούφ, τσαφ, τσουφ, τσαφ,  τσουφ, τακ, τουκ, τάκ, τουκ έτρεχε πολύ γρήγορα πάνω στις ράγες… 
Σε λίγο  οι μαστόροι έβγαλαν τις καινούργιες σκούφιες του και τις ακούμπησαν ο καθένας επάνω στο δισάκι του, που το είχε βάλει ανάμεσα στα πόδια του, έγειραν το κεφάλι τους, και αποκοιμήθηκαν. Αποκοιμήθηκαν κατάκοποι όπως ήσαν όλοι οι μαστόροι και τα μαστορόπουλα. 
Μετά από κάμποση ώρα μια φωνή ακούστηκε να λέει, τα εισιτήρια σας, τα εισιτήρια σας παρακαλώ. Όλοι ξύπνησαν. 
Ήταν ένας άνθρωπος  καλοντυμένος, που φόραγε ένα καλό καπέλο, που έμοιαζε με τις καινούργιες  τραγιάσκες, σκούφιες, του  μαστρο Γιάννη του Ντόρου και του μαστρο Βασίλη του Τσούρη. 
Αυτός ήταν ο ελεγκτής. 
Πέρναγε από όλα τα καθίσματα και έκανε τον έλεγχο των εισιτηρίων.. 
Του Στέλιου του άρεσε αυτός ο άνθρωπος και το παρουσιαστικό του και η δουλειά του. 
Μόλις έφυγε οι μαστόροι ξανά κοιμήθηκαν. 
Το μαστορόπουλο ο Στέλιος εντυπωσιασμένος δεν έκλειναν τα μάτια του, συλλογιζόταν και έλεγε  και εγώ μπορώ να την κάνω αυτή την δουλειά. Ας πάω και εγώ από πίσω του να βλέπω τι άλλο κάνει.  Δεν χάνει καιρό, γρήγορα παίρνει την σκούφια του μάστορα του Βασίλη του Μαραγκού, την φοράει και καμαρωτός,  καμαρωτός, πήγανε πίσω από τον ελεγκτή, να μάθει την δουλειά του!...  
Πήγε σε όλα τα βαγόνια, εμπρός, πίσω. 
Κάποια ώρα ακούνε το τρένο να σφυρίζει έντονα ήταν νύχτα, τουουου …. Τουουουου….  
Ο ελεγκτής ξαφνιάστηκε και λέει: 
Τι διάβολο, νυχτιάτικα να είναι τώρα μπροστά, λες να είναι κανένα παλιογάϊδουρο και δεν κάνει πέρα και βάζει έξω το κεφάλι του από τα παράθυρο να δεί. 
Το ίδιο έκανε και το μαστορόπουλο, το παιδί ο Στέλιος, έβγαλε το κεφάλι του έξω από το παράθυρο και προσπαθούσε να ιδεί. 
Και τι είδε; 
Είδε και κατάλαβε,  τον άρπαγα, τον κλέφτη, τον αέρα, να του αρπάζει την σκούφια και να τρέχει…. Αρχίζει να φωνάζει: 
-Κρατείτε τον, κρατείτε τον, ρε γαμώτο κρατείτε τον…  
Την σκούφια μου, την σκούφια μου, κρατείτε το τρένο να κατεβώ, να τον κυνηγήσω, κρατήστε τον,  η σκούφια, η σκούφια μου… 
 Οι άλλοι που τα άκουγαν αυτά, γέλαγαν. 
Ο ελεγκτής τον καθησύχασε και του έδωσε να καταλάβει πως το τρένο δεν σταματάει και η σκούφια πάει χάθηκε. Μπορεί, του είπε,  να είναι τυχερό κανένα τσοπανόπουλο που βόσκει τα γιδο πρόβατα και την βρει και την βάλει στο κεφάλι του… 
Με τα λόγια αυτά, παρηγορήθηκε 
Το τσοπανόπουλο θα την έχει μεγαλύτερη ανάγκη από τον μαστροβασίλη… 
Ο μάστορας έχει και άλλη σκούφια, ας φορέσει την παλιά… 
Το τσοπανόπουλο που να την βρει;…  
Με αυτές τις σκέψεις παρηγορήθηκε και γύρισε σιγά,  σιγά σαν την γάτα να μη ξυπνήσει τους μαστόρους. 
Κάθισε στην θέση του, έγειρε το κεφάλι του, έκλεισε τα μάτια του για να κοιμηθεί, μα ο ύπνος  δεν τον έπαιρνε. 
Σκεπτότανε και  διαλογιζότανε, να το ειπεί, ή να μη το ειπεί;... 
Αν το έλεγε, η σβουριχτή σκαμπίλα ήταν σίγουρη. 
Και μετά την θα γινότανε; 
Ο κλέφτης, ο αέρας, θα την έφερνε πίσω; 
Όχι… 
Με το να το ειπώ, ωφέλεια καμία!... Μόνο τις σφαλιάρες που θα φάω.. 
Γιατί να το ειπώ;… Γιατί;… 
Να το ειπώ; Θα το ειπώ… Δεν θα το ειπώ… 
Και απεφάσισε αμετακλήτως ότι και να γίνει να μη το ειπεί… 
Και ας πάει να βρει την σκούφια του… ο μάστορας.  
Ας του την δώσει ο Θεός αλλιώς, ας βρει τον τρόπο ο αέρας που  του την πήρε, κάπως αλλιώς, διαφορετικά ας του την ξεπληρώσει… Ας την φέρει πίσω…  
Τι φταίω εγώ; ….
Εγώ την πήρα, εγώ την έχω;… 
Ο αέρας την πήρε!...  
Την πήρε και την πήγε μπουναμά στο τσοπανόπουλο!... 
Με αυτές τις σκέψεις, πέταξε τις ευθύνες από πάνω του και γλάρωσαν τα μάτια του… Λαγοκοιμήθηκε. 

Μετά από λίγο μια φωνή ακούστηκε, όσοι είναι για Λαμία να ετοιμάζονται, για Λαμία, για Λαμία, έτοιμοι να κατεβούνε. 
Οι μαστόροι ξύπνησαν. 
Ξύπνησαν στα γρήγορα τα μαστορόπουλα με διαταγή, τα πράγματα σας έτοιμοι,  σε λίγο κατεβαίνουμε.  
Ο μαστρο Ντόρος πιάνει την σκούφια του, την φοράει, παίρνει το δισάκι του, και κατεβαίνει. 
Το μαστορόπουλο ο Στέλιος, κατέβηκε από τους πρώτους… 
Ο μάστορας ο Βασίλης   απλώνει το χέρι του να πάρει την σκούφια του να την φορέσει, ψάχνει και δεν την βρίσκει, μεριάζει το δισάκι του μήπως έχει πέσει κάτω και την έχει πλακώσει, τίποτα.... 
Κοιτάει δεξιά, κοιτάει ζερβά, κοιτάει μπρος, πίσω, τίποτα… 
Άφαντη η σκούφια…. 
Μαζί με την δική του είπε, θα την έχει πάρει στα χέρια  του ο Ντόρος… 
Παίρνει το δισάκι του και γρήγορα κατεβαίνει. 
Πηγαίνει με βήμα ταχύ  κοντά στον Ντόρο και του παίρνει την σκούφια από το κεφάλι… 
-Η σκούφια μου λέει… 
-Τι λες Βασίλη, η σκούφια είναι η δική μου… 
-Δεν την πήρες Γιάννη; 
-Όχι… Τι δουλειά έχω εγώ με την δική σου σκούφια; 
Τρέξε, τρέξε, μέσα θα είναι πριν φύγει… 
Τρέχει, τρέχει, κοιτάζει πάλι, μα δεν την βρίσκει… 
Τουουτ, τουουτ τουουτ, το σήμα, το τρένο  για να ξεκινήσει να φύγει, τρέχει και κατεβαίνει, χωρίς την σκούφια στα χέρια… 
-Δεν την βρήκες του λέει ο Ντόρος. 
-Όχι, όχι, πώς να την βρω, πώς να την βρω;… Που την σκούφια εσύ την έχεις πάρει…  Η σκούφια που φοράς είναι η δικιά μου…  
-Τι λες η κούφια αυτή είναι δικιά μου…
- Όχι είναι η δικιά μου… την γνωρίζω από την μυρωδιά ,του ιδρώτα μου.  
-Τι λες η σκούφια, εκεί μέσα στο τρένο έμεινε και τώρα έφυγε και πάει…
-Το ξέρω ότι έφυγε, αλλά σε ποιανού κεφάλι πάει;… 
Τα πράγματα άρχισαν να παίρνουν άλλη τροπή, μπήκε ο διάβολος και κάθισε σταυροπόδι, έπεσε η φαγωμάρα…  
-Σωπάστε ρε, είπανε οι άλλοι μαστόροι, που κάνετε έτσι για μια σκούφια, μεθαύριο, στο πανηγύρι όλοι μαζί θα σου αγοράσουμε μια σκούφια… 
-Όχι, όχι και τι με περάσατε εμένα, που θα μου αγοράσετε σκούφια… 
Δεν είναι για την σκούφια, είναι για το γαμώτο… 

Το μαστορόπουλο άρχισε να τρέμει, τραβήχτηκε λίγο στην άκρη. 
Να το μαρτυρήσει, τι να κάνει; 
Και πάλι επήρε την απόφαση να το βουλώσει, γιατί τώρα θα έτρωγε ξύλο και από τους δύο, και στην συνέχεια από όλους μαζί, γιατί με τα καμώματα του έφερε και έριξε την γκρίνια, την φαγωμάρα … Έπρεπε να το ειπώ από  την αρχή… 
Τώρα πρέπει να το βουλώνω!...Πρέπει σιωπή!  
Ο Ντόρος λέει: Ψάξτε το δισάκι μου, ψάχτε τα πράγματά μου. 
Κανένας δεν τόλμησε, δεν καταδέχτηκε να κάνει αυτή την απρέπεια… 
Ούτε και ο μάστορας ο Βασίλης ο Τσούρης το ήθελε. 
Αυτό ήταν προσβολή μεγάλη, και ο Ντόρος δεν είχε ακουστεί για τέτοια… για… τα ξένα, δεν τα ήθελε… Τα δικά του υποστήριζε και διεκδικούσε.
- Βασίλη του λέει ο μαστοπανάγος, εγώ κάποια στιγμή που ξύπνησα για λίγο, πριν ή μετά που πέρασε ο ελεγκτής, τις είδα και την δύο σκούφιες να είναι εκεί, του Ντόρου επάνω στο δισάκι του και την δική σου φορεμένη στο γόνατό σου. 
Φαίνεται, πως μόλις σηκώθηκες έπεσε η σκούφια κάτω,  σπρώχτηκε κάτω από τα καθίσματα και δεν την είδες  και έφυγε μαζί με το τρένο, δεν πειράζει εσύ να είσαι καλά και άλλες πολλές σκούφιες θα αγοράσεις… 
Το μαστορόπουλο ο Στέλιος ηρέμησε. Κατάλαβε πως κανένας δεν το είχε ιδεί την σκούφια να φοράει… 
Κακιά ώρα ήταν είπε, πέρασε και πάει, έτσι τις γλίτωσα  και εγώ τις σβουριχτές… 

Το ταξίδι συνεχίστηκε με ηρεμία, επήγε καλά και με καλά καζάντια γυρίσανε στο χωριό. Αλλά η αμφιβολία για την σκούφια, αμφιβολία. 
Κάλιο το μάτι παρά το όνομα! 
΄΄Φοβού τάς διαβολάς κ'άν ψευδείς  ώσιν’’ 
Να φοβάσαι τις συκοφαντίες ακόμη και όταν είναι ψευδείς….   
Το μαντάτο μαθεύτηκε στο χωριό. 
Εκεί τίποτα δεν μένει χωρίς να σχολιαστεί…
 Όχι μόνο αυτά που έγινα, αλλά οι καλοθελητές προσθέτουν και άλλα. 
Υπάρχουν πάντα οι συνδαυλιστές και αυτοί που για καλαμπούρι ρίχνουν πολύ ή λίγο λάδι στην φωτιά.
Ο Ντόρος φόραγε την δική του σκούφια την καλοπληρωμένη και έβγαινε πάντα περιποιημένος στην αγορά.  
Οι καλοθελητές έλεγαν, μαστροβασίλη, την βλέπεις την σκούφια του Ντόρου  δεν λερώνεται, δεν λειώνει!… 
Και ο άλλος, συμπληρώνει: 
-Πώς να λειώσει και πώς να λερωθεί;… 
Ολονυχτίς με το άστρι, η Ντόραινα την πλένει και την   μοσχοσαπουνίζει, με το φεγγάρι την στεγνώνει, να μη την ξεθωριάσει ο ήλιος!... 
Πώς να λιώσει η σκούφια πια;… Πώς;…  
Λειώνει;… Δεν λειώνει… 
-Τι λες και εσύ Κωσταντή, που όλη την ώρα τώρα σκεφτικός. ακούς και δεν λαλάς καθόλου;
 - Με τα τέτοια, αμ δεν λερώνεται,  δεν λιώνει!… 
Ο μαστρο Βασίλης με αυτά που άκουγε, δεν έπαιρνε φωτιά, μα ούτε και ο Ντόρος γιατί  ο ένας είχε τις αμφιβολίες και ο  άλλος, ήταν η σκούφια δική του και καλοπληρωμένη.  
Μόνο κάπου- κάπου σε φίλο μπιστικό, ο μαστροβασίλης ο Τσούρης στον μαστρονικόλα έλεγε, όταν την σκούφια έβλεπε στου Ντόρου το κεφάλι. 
-Αμ η δική μου είναι, από μόνη της το φωνάζει, εμένα που με λείπει και δεν την χάρηκα καθόλου Νικόλα.
- Μη το λες και σου ξεφύγουνε κουβέντες, που δεν είναι σίγουρες και μετά πίσω δεν μαζεύονται… Σε μένα τα λες, πες τα να σου περάσει, εγώ είμαι τάφος… Αλλού κουβέντες Βασίλη μην απλώνεις!...  

Τα χρόνια πέρναγαν οι μαστόροι τα κρέμασαν τα σφυρό μυστριά και τα μαστορικά εργαλεία στην αστράχα. 
Ο Στέλιος το μαστορόπουλο, έγινε μάστορας καλός και προκομμένος, ποτέ όμως δεν ξέχασε το τρένο της Λαμίας, το ελεγκτή, την σκούφια, μα περισσότερο τους μαστόρους και το χουνέρι που τους έκανε, αυτό που το κρατάει  στα απόκρυφα του έως τα τώρα και ήθελε την σκούφια, που τους την πήρε και του την πήρε ο αέρας, πίσω να την γυρίσει. 
Να έρθουν τα πράγματα στα ίσια τους, το δίκιο, με το άδικο, να μη παλαντζάρει!..  
Για να μη κρύβεται για πάντα η αλήθεια!… 
Και μένει η αμφιβολία, η διχόνοια.  
Σε ένα ταξίδι στο γυρισμό  για την Λαμπρή, αγοράζει και φέρνει μαζί του στο χωριό, δύο όμοιες καλές, καινούργιες, σκούφιες, και τις ημέρα της Λαμπρής που το απόγευμα γίνεται, η λειτουργία, η Γιορτή της αγάπης και την  ημέρα, την ώρα αυτή όλοι τους, αν έχουν φιλονικήσει, εχθροί και φίλοι αγαπιούνται και λένε Χριστός Ανέστη- Αληθινός ο Κύριος, αυτή την ώρα ο μάστορας ο Στέλιος, τους βγάζει  από τους γερομαστόρους, από τον Τσούρη και τον Ντόρο την σκούφια τους την παλιά, στα χέρια τους,  τους την δίνει και τους φοράει και στους δύο, την σκούφια την όμοια την καινούργια, τους φιλάει το χέρι, συγχώρεση  τους ζητάει. 
Και τους λέει: 
Θυμάστε;…. 
 -Την σκούφια, τότε στο τραίνο, εγώ την πήρα, για να κάνω το ελεγκτή, και  από μένα την άρπαξε, την πήρε ο αέρας, την πήγε μπουναμά στο τσοπανόπουλο!...  
Οι γερομαστόροι αλληλοκοιτάχτηκαν  και το βλέμμα τους έλεγε πολλά και ας μη  μίλησε η γλώσσα, ας μη ψιθύρισαν τα χείλη. 
Τα μάτια τους βούρκωσαν, και το παιδί, το μαστορόπουλο, τον Στέλιο, με τρεμουλιαστή φωνή τον ευχήθηκαν... 
Το αγεράκι εκεί στο τουράκι της κάτω εκκλησιάς που καθόσανται και λίγο, λίγο φύσαγε, έδιωξε την αμφιβολία, αλάφρωσε την ψυχή και έφερε την πραγματική ομόνοια, αγάπη και γαλήνη. 
Το δίκιο, με το άδικο, να μη παλαντζάρει!...  
Και να, πως χώρεσαν τα δύο μονοιασμένα μαστορικά  κεφάλια, στην ίδια, όμοια σκούφια!...  

Γιάννης Στ Βέργος{ Γορτύνιος}

05.04 2013

Σημ   Για την γραφή των ονομάτων έλαβα  την έγκριση 


προς Εμένα
Elias Boras
11:16 μ.μ. (Πριν από 9 ώρες)

Αγαπητέ φίλε, Γιάννη! Η ιστορία είναι πραγματικά αληθινή! Συγχαρητήρια που με τον γνωστό σου φιλολογικό τρόπο την φέρνεις στην δημοσιότητα! Τέτοιες ιστορίες είναι τυπικές για την εποχή της νεανικής μας περιόδου και πρέπει να παραμείνουν γνωστές στους απογόνους μας.   Συγκινούμαι όταν τις διαβάζω. Να είσαι καλά και να συνεχίσεις, στο γνώριμο για σένα φιλολογικό στιλ, την εξιστόρηση και άλλων τέτοιων! Γεια σου. Ντόρος


Date: Sun, 7 Apr 2013 22:08:24 +0300
Subject:
Η σκούφια
From: 
vergos.ioannis.st@gmail.com
To: 
boras-doros@hotmail.de



Λεξιλόγιο: 
 Ανακατωσούρα = μεγάλη δυσφορία, ζαλάδα, πονοκέφαλος με στομαχικές διαταραχές, τάση εμετού κλπ
Ασημότεχνη= η τέχνη που πληρώνεται με ασήμι, με λεφτά, η τέχνη του κτίστη.
Αστράχα= το επάνω μέρος του τοίχου του σπιτιού, ψηλά, κοντά στην σκεπή. Εκεί  είχαν φτιάξει τις κρύπτες, για τα πολύτιμα, χρυσά λίρες κειμήλια, εκεί στα αγροτικά σπίτια είχαν ξύλινα, μεγάλα καρφιά εντοιχισμένα και κρέμαγαν ότι ήθελαν να είναι προφυλαγμένο, να μη το φτάνουν τα παιδιά, συνήθως κρέμαγαν τα όπλα με τα εκρηκτικά, μπαρούτι, σκάγια, καψούλια.  
Δισάκι= δύο σακιά, συνήθως υφαντά στο αργαλειό, τα οποία ήσαν ενωμένα, υφασμένα στο επάνω μέρος από την μία μεριά του ανοίγματος τους με το ίδιο πλατύ ύφασμα, καταλλήλως να μπορεί να φορτωθεί, στο σαμάρι του αλόγου, του μουλαριού, του γαϊδουριού και στον ώμο του ανθρώπου.  
Γλάρωσε= γλαρώνω= Τα μισόκλειστα μάτια λίγο πριν τον ύπνο.
Λαγοκοιμήθηκα= λαγοκοιμάμαι= κοιμάμαι όπως κοιμάται ο λαγός, με ανοικτά μισάνοικτα τα μάτια, έτοιμος με τον παραμικρό θόρυβο κίνδυνο, αμέσως τρέχει να φύγει.
Ζερβά= αριστερά 
Διαβολή= Άδικη κατηγορία, συκοφαντία
Ζόμπολα= μικρές πέτρες, που τις έχτιζαν οι χτίστες με λάσπη στο ενδιάμεσο του πέτρινου τοίχου, των σπιτιών.
Καζάντι= Το κέρδος, από την δουλειά, από το ταξίδι.
Κάλτισε= καλτίζω= σταματάω, δεν μπορώ από την κούραση να προχωρήσω, με εγκατέλειψαν οι δυνάμεις μου, πέφτω κάτω χωρίς δυνάμεις.[το φορτωμένο γαϊδούρι κάλτισε]
Κομπανίες= Ομάδες ανθρώπων που ο καθένας τους γνωρίζει να κάνει μια δουλειά που συμφωνούν μεταξύ τους να εργαστούν ομαδικά, συλλογικά να παραγάγουν έργο.
 Καταράχια =Ράχες απότομες, κακοτράχαλες, πλαγιές βραχώδεις γυμνές από δέντρα, με λίγη βλάστηση.
Μαντάτο= το νέο, το παράξενο νέο, συνήθως όχι το ευχάριστο νέο, το κακό νέο.
Μόλεψη= μόλυνση, η οποία δύσκολα,  απολυμαίνεται, και μεταδίδεται πολύ γρήγορα.  Μπίτι= καθόλου, τελείως, άρνηση.
Μπαγάζια= τα πράγματα του ταξιδιού, αποσκευές.  
Μπουναμάς= μποναμάς. Το δώρο χωρίς να το περιμένεις, και χωρίς να ξέρεις ποιος σου το έκανε.
Μουντζούρης= Μαύρο κατάμαυρο πράγμα, συνήθως μουντζούρης ήταν το όνομα του μαύρου γαϊδάρου, του Κυπριακής καταγωγής, Το τρένο  το έλεγαν έτσι τότε που όταν κινείτο με την ατμομηχανή και χρησιμοποιείτο για καύσιμη ύλη το κάρβουνο και από την κάπνα όλο το τρένο ήταν κατάμαυρο.
 Νόστα= Νοστιμιά, καλή εμφάνιση, ευχαρίστηση όψη του ανθρώπου, καλλωπισμός.
Ντουζένι= ντούζα=  τυλωμένος, ντουζένια φουσκωμένος,  γεμάτος, χορτάτος, γεμάτος δύναμη, ορμή, ανδρισμό, ερωτισμό, ομορφιά, σεξουαλικότητα.
Λιμός= διαρκείς  έλλειψης τροφίμων, πείνα.  
Λιμπίζομαι= θαυμάζομαι, με λιμπίζονται, με θαυμάζουν για την ομορφιά μου, για τα σωματικά και πνευματικά μου χαρίσματα, αλλά περισσότερο, αρέσω για τον ερωτισμό μου. επιθυμώ κάτι που φαίνεται ωραίο, λιμπιστός, γυαλιστερός, καθαρός, ζηλευτός, επιθυμητός, λιγουρεύομαι τον άντρα ή την γυναίκα, η ένα πολύ καλό φαγητό.
Λοιμός= επικίνδυνη  μεταδιδόμενη θανατηφόρα αρρώστια.
Μπουλούκι= ομάδα ανθρώπων, ζώων, που είναι, ή πηγαίνουν μαζί.  
Παλαντζάρει= Πηγαίνει πάνω κάτω, σαν την παλάντζα της ζυγαριάς, που για να ισορροπήσει πηγαίνει πάνω κάτω, δεν είναι σταθερός. Αυτός που αλλάζει θέση, γνώμη και αποφάσεις, ευμετάβλητος, ασταθής χαρακτήρας, στην γνώμη του στις υποσχέσεις του στις πεποιθήσεις του, που δεν πρέπει να τον εμπιστεύεσαι.
Πλόχτη= Πλεχτή με καλάμια, η και ξύλα κατασκευασμένη αποθήκη ζωοτροφών, συνήθως άχυρων.
Σβουριχτό= σβουριστώ=  Αυτό, το κάτι τις που γυρίζει γύρο-γύρο σαν την σβούρα.
 Σκοτούρα= Ζαλάδα έντονη και επίμονη, χωρίς καλή αίσθηση, η ανάλογα λανθασμένη ψευδή αίσθηση του χώρου. Αίσθηση σκιασμένου, σκοτεινιασμένου περιβάλλοντος χώρου.
Σκούφια =Εργατικό καπέλο με γείσο.  
Σφαλιάρα= Σκαμπίλι καρπαζιά συνήθως στο μάγουλο
 Τράϊστο= μικρό σακίδιο, σακούλι, το οποίο έβαζαν μέσα την ατομική,  λιτή, ξηρά τροφή της ημέρας[οι ξωμάχοι] οι οδοιπόροι και οι στρατιώτες για τρεις ημέρες.
Τραγιάσκα= περιποιημένη σκούφια, φτιαγμένη με καλό ύφασμα.
Τριώτες= Κατηγορία βοηθών τεχνιτών, μαστόρων κτιστάδων που αμειβόταν με το μερδικό, μερίδιο, που ήταν τα δύο τρίτα του μερδικού του μάστορα.
Φαμελιά= Οικογένεια.
Φελί= Κομμάτι, ξυρού παστωμένου αλατισμένου βακαλάου.   
Χουνέρι=  το μεγάλο πάθημα που τον κοροϊδεύουν οι άλλοι, κακό, απρόσμενη ζημιά
Χωράτεμα=  για αυτό, χώρος που δεν υπάρχει, δεν χωράει, δεν έχει θέση, χώρο, το αστείο, δεν αστειεύομαι.






Date: Sun, 7 Apr 2013 22:08:24 +0300
Subject:
Η σκούφια
From: 
vergos.ioannis.st@gmail.com
To: 
boras-doros@hotmail.de
Αγαπητέ Γιάννη καλημέρα!
Σου στέλνω ένα σχόλιο για την "Σκούφια" ή την "Τραγιάσκα". Ψάχνω στην ιστοσελίδα σου να την βρω και δεν την βρίσκω! Την ανάρτησες? Σε ποια ενότητα?
 Doros

Σχόλιο
"Σκούφια" ή "Τραγιάσκα"? Πριν μερικές δεκάδες χρόνια άκουσα μια ιστορία για αυτό που εσύ ονομάζεις Σκούφια. Στο χωριό μας την ονόμαζαν απ' ότι θυμάμαι και Τραγιάσκα. Την Ιστορία αυτή δεν την θυμάμαι καλά, ούτε και που την έχω ακούσει. Σου την γράφω με την ελπίδα ότι από την διήγηση και την δημοσίευση αυτής, ίσως βρεθεί κάποιος που πιθανώς να την γνωρίζει καλύτερα ή να την ερευνήσει. Στις αρχές του περασμένου αιώνα είχε  επισκεφθεί μια ομάδα Ρουμάνων εργατών την Ελλάδα. Ήταν πιθανώς κουμουνιστές. Στην Ρουμανία τότε, αυτό το σκέπασμα της κεφαλής (η σκούφια), ήταν πολύ διαδεδομένο στην εργατιά. Σε αντίθεση με την Ρεπούμπλικα (ή Ρεμπούπλα) που ήταν  γνώρισμα αυτών που θεωρούσαν το εαυτόν τους κάτι καλύτερο από τους εργάτες. Δεν γνωρίζω αν και στην Ελλάδα την εποχή εκείνη ήταν επίσης πλατειά διαδεδομένο. Πιθανώς ναι αφού ακόμη και στα Λαγκάδια μπορούσε κάποιος να την αγοράσει. Κατά την αποχώρηση τους στον σταθμό Λαρίσης στην Αθήνα, αποχαιρετώντας τους Έλληνες συντρόφους τους, πετούσαν τις Σκούφιες τους ψηλά φωνάζοντας: Τραγιάσκα, Τραγιάσκα Γκραίτσια! Δηλαδή: Ζήτω η Ελλάδα. Από τότε καθιερώθηκε  και στην Ελλάδα αυτός ο όρος για την σκούφια.

Σημ: Δεν είμαι φιλόλογος. Με το λεξιλόγιο προσπάθησα να αποδώσω την εννοιολογική σημασία των λέξεων τι εννοούσαν οι τότε άνθρωποι.Κάθε σχόλιο για καλύτερη απόδοση των είναι επιδιωκόμενο και επιθυμητό.  


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου