Τρίτη, 9 Απριλίου 2013

Το δώρο, θέλει αντίδωρο...

Τα λόγια της γιαγιάς Σταύραινας.
Αύγουστος 2011
Αυτό που έγινε στο χωριό, στη λαϊκή συνέλευση, που θέλησαν να εφαρμόσουν  τον νόμο του Καληκράτη, τον δεκαπενταύγουστο, κοντά στην γιορτή της Παναγιάς, το πανηγύρι του χωριού της, το έμαθε και μια γιαγιά, κοντά  εκατό χρονών και σάλεψε, σε  παραλήρημα ο νους της…!
Με λυγμούς και με δάκρυα, όποιος της μιλάει του λέει:

Παιδάκια μου, σαν άκουσα πως τότε, εκεί αποφασίστηκε, πως οι μεγάλοι, οι καλοί, που πάντοτε, από όσο μπορούσανε, κάνανε το καλό στο χωριό και στον κόσμο του, κακό δεν έχω ακούσει να έχουνε κάνει, και το καλό τους αυτό, που τότε κάμανε, ακόμα είναι καλό και τώρα ακόμα συνεχίζει, το καλό να γεννάει το καλύτερο!...
Και το καλό αυτό να γίνεται όλο και πιο μεγάλο!...

Δεν ξέρω πως αλλιώς, αυτούς τους λένε, αυτούς, που δεν έχουν κακία μέσα τους και πάντοτε για το καλό πασκίζουν, που εσείς οι γραμματιζούμενοι, έτσι κάπως άκουσα πως τους ονοματίζεται, έτσι κάπως άκουσα   να τους λέτε, τους λέτε ευεργέτες!
Μα εγώ αυτούς, τους λέω καλούς ανθρώπους!...

 Άκουσα, αν  άκουσα καλά και δεν κάνω λάθος  και δεν λαθεύει ο νους μου,  πως εκεί δεν χωράνε, στον τόπο  που γεννήθηκαν και τόσο αγάπησαν και τα τόσα καλά που έκαναν, στον τόπο και στον κόσμο, που είχε τότε μεγάλη ανάγκη.
Πως σε αυτούς δεν τους επιτρέπουν, δεν τους αφήνουνε,   να στέκονται σε μία γωνιά, στην άκρη, στη ράχη, στην πλατεία του χωριού τους, δίπλα στην εκκλησιά της Παναγιάς, που όλοι μας μαζί τότε, με κόπο φτιάξαμε  και έγινε με τα μεγάλα ενέργειτά τους.

 Εκεί που τιμητικά  τους πρέπει, να στέκονται, μαζί με τους ζωντανούς ανθρώπους, για να αγναντεύουν το ηλιοβασίλεμα, τον ήλιο που πάει να δύσει, να χαίρονται και αυτοί ανάμεσα στον κόσμο, να ευφραίνεται η ψυχή τους. Και από  ψηλά τον Ουρανό, να στέλνουν  στον κόσμο την ευχή τους.

Να ακούνε  στις γιορτινές, τις επίσημες τις μέρες, στις χαρές, από σιμά την καμπάνα της Παναγιάς , που είναι το χάρισμα, στην χάρη της, το χάρισμα  το δικό τους, όταν κτυπά χαρμόσυνα, τότε που ο παπάς με τους ψαλτάδες,  στην εκκλησιά μέσα ψέλνουν, ύμνους χερουβικούς.
Το Δόξα σοι τον Δείξαντα το φώς… Να αγάλλεται η ψυχή τους…! Για να έρχεται Θεία φώτιση από τον Ουρανό, ευχές και ευλογία από ψηλά,  στον κόσμο και ο κόσμος να προκόβει.

Για αυτό που άκουσα, πως απόφαση πάρθηκε μεγάλη, αυτοί, εκεί να μη χωράνε, δεν το χωράει ο νους μου, μα ούτε, όπως μου φαίνεται  τα νογητά  του λογικού ανθρώπου. Μεγάλο κακό  εκεί εγίνει.

Σουβάλα  τρανή μου ήρθε, εσάλεψε ο νους μου.  Και αν δεν έχω περάσει εγώ αφότου γεννήθηκα με ορφάνια και τις μεγαλύτερες στενοχώριες, μα αυτά τα βάσανα ήσαν Θεϊκά προστάγματα, μα τούτα όμως εδώ, είναι τα έργατα των ανθρώπων.
Κατά τα νογητά μου, κοντεύω εκατό χρονών, μεγάλο κακό  είναι αυτό… που όμοιο του, τρανύτερο στο χωριό και στο ντουνιά χωρίς αιτία και αφορμή, καμία φορά, ποτέ  δεν έχει ματαγίνει.  

Αχαριστιά –αχαριστιά το μεγαλύτερο κακό. Και πώς να σταματήσει…

 Ούλα τα κακά, είναι κακά, μα της αχαριστία το κακό είναι ποιότερο κακό, από όλα τα άλλα!

Ο κλέφτης, ο ψεύτης, ο λήσταρχος και ο φονιάς ακόμα έχει και αυτός, με το δικό του το μυαλό, τα δίκια του, έχει κάτι να ειπεί,  κάτι να απλογιθεί ,εδώ τι απολογηθήκανε τι κατηγόρια τους είπανε, για τους λένε σε αυτούς, εκεί, να μη χωράνε;…  

Ποιο  είναι το κακό που κάνανε, πέστε το μου και εμένα να το μάθω να μη πάω στραβή  με βάρος  στην ψυχή στον Άδη.

Αυτοί εκτός από τα γενικά καλά που βοήθησαν και έγιναν στο χωριό δρόμο, σχολειό, εκκλησιά, τότε που υπήρχε μεγάλη ανάγκη, βοήθησαν από το χωριό μας, καμιά εξηνταριά παιδιά και πάρα πάνω, να βρούνε στην ξενιτιά, ψωμί, δουλειά  και το ψωμάκι  αυτό το τίμησαν και με την αξιοσύνη τους, μεγάλη προκοπή κάνανε και να κάνουν, και όλοι αυτοί μετά το χωριό τους δεν ξέχασαν και όσο μπορούν για τα κοινά του χωριού,  και τους άλλους, τους βοηθάνε.

Αυτό εδώ, εκεί, τώρα που έγινε, είναι αυτό, που λένε:

Κάνεις το καλό και από πάνω βρίσκεις, όχι μόνο τον μπελά σου, αλλά τον διάβολο σου. Έγινε  τώρα πολύ-τρανό κακό στην πλάση. Όχι μονάχα στο χωριό μας, αλλά σε ούλα τα χωριά τριγύρω!

Μα καλά, να καταφέρονται  αυτοί που δεν ήτανε  μπορετό από αυτούς να εξυπηρετηθούν προσωπικά, και από ανθρώπινη αδυναμία της ζήλιας το κάνουν, ότι κάνουν, μα αυτοί  οι ευεργετημένοι από τι;
Από τι;...
Καταφέρονται ή αδιαφορούν;...

Αυτοί, τότε δεν αδιαφόρησαν για αυτούς…  Αλλά…
Το μήπως λένε κιόλας, πως είναι και αδικημένοι και είχανε τότε  τα μεγάλα προσόντα και μεγαλύτερη  αξία;...

Και μη χειρότερα, θα τους ειπώ εγώ τώρα, για αυτούς, γιατί αυτοί εκεί που είναι τώρα δεν μιλάνε….. μα αυτοί ήσαν μακρόθυμοι, τίποτα δεν λένε και να μπορούσαν δεν θα λέγανε και εγώ, τούτα  τα λέω:   

Εκεί που μας χρωστάνε, από πάνω γυρεύουν να μας πάρουνε και το βόδι …. 

Χήρες, ορφανά στον κόσμο, κάθε ημέρα, κάθε στιγμή γίνονται και ανάγκη και δυστυχία  μεγάλη υπάρχει, μακάρι να μη υπάρχει, αλλά από τα χρόνια τα πρωτύτερα που έχω περάσει,  θυμάμαι πως λίγες ήσαν οι χαρές, οι πόλεμοι, οι καταστροφές, και η ανάγκη, συχνά,  πυκνά ερχόσανται και παίρνανε την  χαρά  και ερχότανε δυστυχία.

Η δυστυχία και λύπη φεύγανε τότε, μόνο, με την βοήθεια ό ένας, του αλλουνού και με την καλοσύνη και την ευχαριστία του ανθρώπου.

Και να σου ειπώ και τούτο και αν θέλετε το, ακούστε το  για να το καταλάβετε, καλά να μπει στο νου σας:

Ποιος, άλλος από τους πισινούς, από αυτούς που είναι και τώρα έρχονται από πίσω και αύριο που θα  έρθουν, που θα έχουνε,  η θα αποκτήσουν την δύναμη, θα έχουν τα έχοντα, θα θέλουν, θα μπορούνε, που όταν, ακούσει για την ανάγκη του αλλουνού, θα τρέξει, πρόθυμα να βοηθήσει, όταν για τούτους εδώ, σαν  μάθει και καταλάβει, πως τούτα εδώ, τα τέτοια  πράγματα για αυτούς,  έχουνε γίνει;

Για την αχαριστία – για την αχαριστία και την προσβολή στην μνήμη τους, την μεγάλη;
Σαν να είναι της κοινωνίας  τα  αποβράσματα, τα συχαντά,  να είναι τα μολέματα, την λώβα στον κόσμο να έχουνε ρίξει;

Ενώ αυτοί,  δεν είχανε κακία μέσα τους, το καλό, όταν, όπου μπορούσαν, το έκαναν  και για το καλό πασκίζαν!... Και από κανέναν, ποτέ, δεν ζήτησαν τίποτα… Εκτός αν σφάλω, και τούτο, ας το ειπούνε… Εάν κάπου, σε κάποιον, κάνανε το κακό, εκατό χρονώνε κοντεύω, για να τους σιχτιρίσω εδώ, περισσότερο και εγώ.

Και όταν σε λίγο εκεί που θα πάω, αν κάνανε το κακό, εάν, όταν τους ανταμώσω και τους βρω, να λύσουμε τα νητερέσια… για να τους βρίσω κιόλας.

Ποιος θα είναι αυτός, που  όταν ξέρει τα τέτοια, θα θελήσει με τέτοιους ανθρώπους και με τέτοια πράγματα να ανακατευτεί και  το καλό να κάνει;

Και  που ηθελημένα θα δεχτεί, να πάρει από  μόνος του, λίγη, από την φτώχεια, την δυστυχία, του αλλουνού και ενώ αυτός, να τον ευεργετεί, και να του κάνει το καλό, ο άλλος, αντί να τον ευγνωμονεί, αχάριστα να τον βρίζει; Να του σούρει ακόμα τα… και να του ψέλνει τον εξάψαλμο!...

Έλα και εσύ στην θέση τους και τότε πες μου εσύ το τι θα κάνει;…

Να πάει κανείς γυρεύοντας από μόνος του, για να βρει, όχι μόνο τον μπελά του, αλλά και τον διάβολο του;... Και τα ίδια και χειρότερα για αυτόν  να κάνουν;

Και όταν δεν τολμούν, δεν έχουνε, τα θάρρετα, να  του τα κάνουνε, να του τα ει πούνε μπροστά, όταν ζει, να του τα κάνουνε, όταν πια, για πάντα από την γη, από την ζωή να απουσιάζει και η ψυχή του να ταράζεται, ακόμα και στον Άδη;  

Αντρωπιά-αντρωπιά!...

Θα ειπώ  και τούτο:

Για ότι τραβάει το κορμί, η κεφαλή τα φταίει.

Κάνεις λάβεις καρδιά μη σε πονέσει…

Και τώρα να με τα φερσίματα του κόσμου, η δυστυχιά και πάλι ήρθε. Ακόμα, δεν την καταλάβατε καλά. Τότε υπήρχε ανέχεια, δυστυχιά αλλά υπήρχε και αντρωπιά, και έζησε ο κόσμος… Τώρα;…

Εδώ, μια στάλα  χλιάτζουρο νερό μας δίνανε, στην κούρασή μας, στην δίψα μας την μεγάλη και λέγαμε χίλια ευχαριστώ. Και μετά αφού δροσιζότανε ο καταπίτης,  συνέχεια, αντάμα, από κοντά, λέγαμε από καρδιάς, από ψυχής, να συγχωρεθούν τα γονικά τους και πασκίζαμε να ξεπληρώσουμε, όχι μονάχα την φέτα το ψωμί στην πείνα  αν κάποιος μας έδινε, αλλά και την στάλα το νερό ακόμα!...
Για τις τρανές  τότε προστασίες, και  τις βοήθειες, που αυτοί τότε δώσανε, τώρα τι, πώς;…
Τις ξεχνάμε κιόλας;

Τότε ήταν αντρωπιά…

Πόσα συγχώρια δεν έχουνε τότε ειπωθεί, από εμάς για τα γονικά, του γιατρού του Δήμου, από ζα, ζωντανά και ανθρώπους,  για το νεράκι!...
Όταν έφτιαξε την βρυσούλα, που από ευχαρίστηση αμέσως όλοι μας την βαφτίσαμε και την είπαμε: 
"Του γιατρού, του γιατρού μας η βρύση!..."
Τότε είχε μεγάλη αξία, και η στάλα το νερό!...

Εκεί ξαπόσταινε, ξεδίψαγαν, ζώα και άνθρωποι, πουλιά, αγρίμια, όρνεα, περαστικός ,αποσταμένος, ζευγάς, ξένος,  διαβάτης!...

Τώρα εσείς περνάτε, βζουννν, με τα αυτοκίνητα σας, στα γρήγορα από μπροστά της και την περιφρονάτε, [ γιατί κρύο νερό υπάρχει τώρα στο ψυγείο που και για αυτό, αυτοί φρόντισαν και ήρθε]  αντί να σταματάτε και εκεί, να πίνετε το γάργαρο νερό, στην μνήμη τους, να προσκυνάτε.

Γιατί αυτοί, τότε  με τα φερσίματα τους, ανοίξανε τα μάτια του κόσμου και κάνανε ποιο πέρα, σε άλλους τόπους, σε άλλα μέρη και έδειξαν την αξιοσύνη τους  και κάνανε την προκοπή τους και έγινε η παρακίνηση και ήρθε στο χωριό η χαρά και ήρθε η καλοτυχία.

Μα τώρα με τούτα,  και με δαύτα τα φερσίματα, θα το ειπώ, συμπαθησμένη να είμαι,  έφυγε η πέτσα από του ανθρώπου πρόσωπο, η ανθρωπιά εχάθηκε…

Τότε  για ένα μεροδούλι, που μας έστελνε, μας έπαιρνε να κάνουμε ο άλλος, να φάμε μια μπουκιά ψωμί και του το είχαμε για υποχρέωση μεγάλη!..
Τώρα για την  βοήθεια σε πολλούς, τακτοποίηση ζωής, προκοπής, από δαύτους,  δεν το έχουνε για τίποτα…

Τι λες, να τους χρεωστάνε κιόλας;…

Και το  άλλο, τούτο, θα ειπώ, που είναι από του Θεού τις πράξεις, κουβέντες, λόγια, κατά το νου και την γνώση που έχω, τα βρίσκω  λογικά πως είναι:

Τότε που είχαμε τα νοικοκυριά μας, το πρόσφορο, το καθάριο, το ζυμωτό, το λάδι, το κρασί, πηγαίναμε στις γιορτές στην εκκλησιά, να τα βλογήσει ο παππάς, να φτιάξει την ματαλάβωση και από τα δώρα αυτά, προς τον Θεό, στο τέλος περιμέναμε μετά την κοινωνία, να πάρουμε με την σειρά  μας, από του παπά το χέρι, σταλμένο από τον Θεό, τον Χριστό, την Παναγιά,  και από ούλους τους Άγιους, το αντίδωρο!...

Το δώρο, θέλει αντίδωρο!… Ας μη το γυρεύει ο άλλος….

Ακόμα μεγάλη αξία, τιμή και δόξα έχει  το αντίδωρο, όταν του το ανταποδίδεις και όταν ζει ακόμα ο άλλος. Μα ακόμα πιότερη, μεγαλύτερη τιμή και δόξα έχει  και όταν  πια, έχει πεθάνει. 
Γιατί αυτός δεν στο ζητάει και εσύ  τίποτα,  από αυτόν  πια, τίποτα  δεν περιμένεις!...  

Και η τιμή και δόξα επιστρέφει μεγαλύτερη, σε αυτό που την προσφέρει!... 
Και γαληνεύει η ψυχή του!...

Αυτό είναι η ευχαρίστηση,   αυτό είναι το γνήσιο το ευχαριστώ, είναι η αναγνώριση, αυτό θα ειπεί κατά τα νογητά μου ευγνωμοσύνη, δεν είναι αχαριστία.

Της αχαριστίας το κακό, είναι μεγάλο, που τρανότερο κακό, στο κόσμο δεν υπάρχει άλλο!

Και ένα  μάθετε, να ξέρουτε εσείς, που λέτε πως μάθατε γράμματα, εγώ δεν πάτησα την αυλή, δεν διάβηκα του σχολειού την πόρτα,  μα ούτε άκουσα λαλιά από δασκάλου στόμα,  που παίρνετε τις αποφάσεις εκεί αυτοί να μη χωράνε, λες και έχουνε την μόλευψη, την λόβα, το χτικιό, είναι φονιάδες, αρχιληστές, ο γιαγγούλας και μπαμπάνης, που εξορία τους πρέπει.

Και τούτο εδώ, δεν ξέρω κιόλας, ίσως να μη το γράφει η φυλλάδα που διαβάζουτε.

Τώρα  θα το ειπώ, όπως οι παλιοί το λέγανε: 

Πως από τον κάτω κόσμο, ακόμα έρχεται, και η ευχή και … Ότι άλλο!... Αυτούνο το κακό, στα αλήθεια δεν το περίμενα να ακούσω, πως έγινε στο χωριό μας και από ανθρώπους που λένε και κάνουν πως κάτι ξέρουνε πάρα πάνω από  τους άλλους, από ανθρωπιά και κοινωνία.
Δεν είναι σαν και αυτούς, όπως τους λέγανε οι παππούδες, τσούκια...
Μεγάλο κακό έγινε, όταν ακουστεί και μαθευτεί στο κόσμο, όχι μόνο για το χωριό μας, αλλά για ούλα τα χωριά τριγύρω, για ούλο τον ντουνιά.

Τώρα με αυτή την αχαριστία όλοι θα λένε μακριά και αλάργα... Μη βρούμε κιόλας τον μπελά μας.  Δεν θα κοιτάζει πια, κανένας άνθρωπος, ούτε τον άνθρωπο, μα ούτε ανθρώπου όψη…

Αλλά μη ταράζονται άδικα σκέψεις, γνώμη, ψυχή, μυαλό, των ανθρώπων. Και το καλό και τα άλλα, ανάλογα από τον ουρανό στον κόσμο έρχονται, όπως έλεγαν τότε οι παλιοί  οι σεβάσμιοι γέροντες, ακόμα για τρεις γενιές μπρος, πίσω, κατά την σκέψη τους, τον λόγον, την γνώμη τους και κάθε ενός  με τα έργατά του και με τα έργατά μας, πιάνει.

Και γίνεται ο λόγος,  και το έργο του καθενός μας από μόνο του, μνημόσυνο συγχώρεσης, ανάπαυσης της ψυχής των δικών μας αντρώπων, των γονικών μας και ευχή χαράς, ευτυχίας, ζωής και προκοπή των παιδιών μας.

Και όσο ακόμα είναι καιρός, καλόσκεφθήτετο και ίσως αλλάξτε γνώμη και το κακό, με το καλό, από νωρίς να φύγει…  

Το καλό, να διώξει το κακό… 

Και αν θα μου ει πείτε πως οι αποφάσεις δεν αλλάζουνε, εγώ θε να σας ειπώ, μονάχα  τούτο:
Τα ντουβάρια με  τον μπινά  δεν αλλάζουνε και δύσκολα γκρεμίζονται, όχι οι αποφάσεις, οι γνώμες των ανθρώπων, όταν  περισσότερο είναι άδικες και το άδικο δουλεύουνε και όταν πρόκειται για κακό, για λάθος.  

Και το κακό με το καλό να αλλάξει!...  

Εκτός αν  είναι και μοιάζουνε  άνθρωποι σε αυτά… τα… που δεν το πιστεύω, να μη το ειπώ,  και δεν το λέω, δεν πρέπει… Η γλώσσα με αυτά, δεν τιμιέται!...

Και αν η διόρθωση γρήγορα δεν γίνει,  τότε, αν ζω θα ειπώ, πως έφυγε δεν υπάρχει, χάθηκε ο νοικοκύρης και ψάχτε τον να τον βρείτε… και όσο να ψάχνετε, σας λέω, πως δεν θα τον βρείτε…

Αν υπάρχει και βρίσκεται και θα βρεθεί  καμιά φορά, αριά και που, κανένας καλός άντρωπος, με αντρωπιά και φιλότιμο, να θέλει, να μπορεί, να κάνει το καλό, στο άντρωπο, στο χωριό και εκείνον τον προγκάνε…

Και να τι κάνανε τότε:

Ο Βασίλης ο Κουτσανδριάς του πρέζα για συχώριο των γονικών του, έκανε χάρισμα, στην εκκλησιά της Παναγιάς, το μηχάνημα που βγάζει ζέστη, χωρίς ξύλα και καπνό, να μη ξυλιά ζει στην λειτουργιά ο κόσμος.
Έφερε μαζί με το μηχάνημα και μια πλάκα μαρμάρινη, που έγραφε το όνομά του και κοντά στο δικό του το όνομα για να γραφτούνε και των άλλων, των δωρητών, των μπροστινών και εκείνων που μετά, από θέληση, από παρακίνηση, το καλό θα κάμανε, για να γραφτεί εκεί και το όνομα τους.

Και όπως λένε, ήθελε να κάνει και άλλα  καλά, πολλά στο χωριό, παιδιά δικά του δεν είχε, το βιός του για να τους αφήσει.

Οι μυαλωμένοι τότε του χωριού, την ζεστασιά την δέχτηκαν, την κράτησαν και ακόμα εκεί είναι, υπάρχει και ζεσταίνονται, μα την πλάκα με το όνομα του, μόλις σκαπέτησε  από τον δρόμο, στου Λιμημής, στο διάσελο, την έσπασαν, την πέταξαν, τότε κάτω, στην Πούλο….

Και όπως μαθαίνω, πως σε άλλα μέρη, τόπους, έκανε πολλά καλά και σε άλλες εκκλησιές, άφησε όλο το Βοιός του και στο χωριό που γεννήθηκε και αγάπησε δεν ξαναπάτησε, αυτός, μα ούτε και τα κόκαλα του.  

Σε ξένους τόπους, τον λένε, τον γράφουνε δωρητή, τον γράφουνε ευεργέτη.

Από τέτοια ενεργητά μόνο ο τόπος ο δικός μας χάνει…

Και αν ακόμα υπάρχει, στενό το μυαλό, κλειστά τα μάτια, κακιά την γνώμη και το καλό που κάμανε αυτοί, για κακό, τώρα το θωρείτε και το άδικο από πείσμα και …ζ…. δεν το λέω, το θέλετε,  και διόρθωση δεν παίρνει και για να τιμηθούν εκεί στην ράχη όπως τους πρέπει…

Τότε, εγώ τι να ειπώ!...

Θα ειπώ και τούτο, το τελευταίο, το τελειωτικό:

Εγώ και η αδελφή μου η Κατερίνη το μερδικό μας από το σπίτι, την αυλή, που είναι δίπλα στο τουράκι της ράχης απέναντι από την πόρτα της Παναγιάς την εκκλησιά, τώρα δεν το έχουμε.

Στον αδελφό μας όταν απέκτησε οικογένεια και παιδιά, χωρίς να μας το ζητήσει από μόνες μας, με ευχαρίστηση και ευχές, του το χρίσαμε, να  χαρεί, να το χαίρεται μαζί με τα παιδιά του.

Και αυτός σαν ορφανός και αδύναμος  τότε που ήτανε, από αυτούς τους ανθρώπους βρήκε  προστασία.

Τώρα αφού, τα φέρατε έτσι τα πράγματα, και αν διόρθωση όπως πρέπει δεν θέλουνε να γίνει, τότε εάν και αυτός,  η οικογένεια του, τούτο το βλέπουν, πρέπον, λογικό είναι, και θέλουν τώρα για την περίσταση, ας χαρίσουν, από το χάρισμα το δικό μας, ένα μέτρο ντόπο, εκεί, όπου, το βρούνε καλά, στο κεντρί, σύριζα τον δρόμο, στην αρχή, στην άκρη της αυλής, ή δίπλα στην κερασιά στο φούρνο, εκεί να σηκωθεί κολώνα ψηλά  μέχρι της εκκλησιάς την πόρτα, και εκεί επάνω να στέκονται  οι καλοί, να βλέπουν… και να τους βλέπουν…

Και αν πάλι και τούτο δεν γίνει μπορετό, τότε… χαρίζω εγώ από τον ντόπο  μου, που με τον πατέρα σου με τα κόπια μας αγοράσαμε, μέσα στο χωριό, στο τρίστρατο, στο ακόνι.  Από τον ντόπο αυτό, όσο, χρειαστεί για αυτή την δουλειά, να δώστε, να δώστε με την ευχή μου.
Εσάς δεν θα σας λειπάσει!...

Και με την ευχή μου, σε ούλο τον κόσμο, τούτο πάλι σας λέω:
Η ευχή και το καλό, ακόμα και από τον κάτω κόσμο έρχεται.
Ψυχή ανθρώπου μη βαλαντώνετε!...
Με τον καιρό, το δίκιο, το άδικο, θα διώξει!...
{Σταύραινα - Βέργαινα 20.08.2011}

Γιάννης Στ Βέργος- {Γορτύνιος}

Αξαδημοσίευσης
 
ΤΟ ΑΝΑΜΜΑ ΤΟΥ ΚΑΝΤΗΛΙΟΥ
Του καντηλιού το άναμμα
πόση μου δίνει ελπίδα,
μέσα, θαρρώ, στη σκοτεινιά,
μια χαραμάδα είδα.
Μες στη σιωπή προσεύχομαι
κι ευχαριστίες λέω.
"Το γόνυ κλείνω ταπεινά",
συγκινημένη κλαίω.
Είναι τα δάκρυα μου χαράς
της Θείας καλοσύνης
και τ' άναμμα του καντηλιού
μια πράξη ευγνωμοσύνης...
ΖΑΧΑΡΟΥΛΑ ΓΑΪΤΑΝΑΚΗ
(Ζώνη Αρκαδίας, 25/2/2018).
["Lighting a vigil-lamp", painting by Apostolos Geralis.]
Φωτογραφία της Zacharoula Gaitanaki.
   

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου