Δευτέρα, 9 Δεκεμβρίου 2013

Συμπεριφορές

Μερικές δεκαετίες πριν, στο χωριό μας, Σέρβου Γορτυνίας, ήσαν αλλιώς τα πράγματα, στα ήθη, στα έθιμα  και γενικά  στις συμπεριφορές, στις σχέσεις των ανθρώπων. 
Νομίζω πως ήσαν καλύτερα, από τα σημερινά, εδώ, τα τώρα. 
Όμως μη νομίσει κανένας  πως ήταν και τότε εκεί η κοινωνία των Αγγέλων!... Υπήρχαν και τότε  όλα τα κακά και ο διάβολος καθότανε σταυροπόδι και έσπερνε τα μίση,τις γκρίνιες, τις φασαρίες,  τα μαλώματα, τις διαφωνίες, και τα πολιτικά τα πάθη, διχόνοιες και ανακατέματα. 
Γινόταν και τότε ζημιές,  εκτιμήσεις, συμβιβασμοί, αποζημιώσεις,διαφωνίες στους συμβιβασμούς, ασυμφωνίες, μηνύσεις, δικαστήρια. 
Διεξάγονταν δίκες χαμένες και  δίκες κερδισμένες. 
Δίκες κρινόμενες δίκαιες, που δικαίως απέδιδαν δικαιοσύνη  κατά το αλάθητο λαϊκό αίσθημα και δίκες άδικες. 
Άνθρωποι αδίκως αθωωμένοι, για αξιόποινες πράξεις και αθώοι άνθρωποι αδίκως καταδικασμένοι, για δήθεν πράξεις αξιόποινες, για δήθεν αδικοπραξίες, για δήθεν εγκλήματα μεγάλα,  άνθρωποι καταδικασμένοι, που οι άλλοι άνθρωποι, αλόγιστα τους έριχναν την αβανιά...
 Η αβανιά,που οδηγεί, πού; 
Να πάνε στου Κατή την πόρτα την μεγάλη....
Εκεί που....

"Δύο μαρτυράνε, ένα κρεμάνε!..." 
Ήταν τότε η απόδοση της δικαιοσύνης, χωρίς να εξετάζεται η αξιοπιστία του μάρτυρα. Αυτή επαφίεται εις την  συνείδηση, στο ήθος, στον φόβο Θεού, του καθενός. 
Μία από τις αλόγιστες τότε αβανιές ήταν και αβανιά κατά του Μήτρου
Ποια ήταν αυτή αλόγιστη η αβανιά; 
Ποιο ήταν το μεγάλο έγκλημα,που έκανε αυτός ο άνθρωπος; 
 Και αφού με ρωτάτε θα σας την διηγηθώ, θα σας το μολογήσω, αν και δεν είναι για μολόγημα.... 
Αλλά πρέπει το μόλογο να μολογιέται, να μη κρύβεται, για να το αποφεύγουν  το κακό οι άλλοι.... 

Ήταν και τότε η μαύρη εποχή, όπως πάει να γίνει και σήμερα στον κόσμο και μακάρι να γλιτώσουμε. 
Ήταν η θλιβερή περίοδο που το Κράτος είχε καταλυθεί, η χώρα ήταν μετά την  κατοχή που επικρατούσε η κατάρα του Εθνικού διχασμού και ο εμφύλιος σπαραγμός. 
Η τοπική κοινωνία προσπαθούσε να οργανωθεί για να επιβιώσει και το μόνο στοιχείο για την επιβίωση του ατόμου και της κοινωνίας ήταν εκτός από την σωματική δύναμη,διάπλαση, η εξυπνάδα, του κάθε ατόμου και η αντοχή του στις κακουχίες, το συναίσθημα που είχε, το ήθος,  η συνείδηση του κάθε ενός και ο φόβος Θεού, όπου υπήρχε.... αν υπήρχε...  
Σε πόλεμο και σε ανώμαλες καταστάσεις  φοβάται,κρύβεται, ακόμα και ο Θεός...
Και  διασώθηκε, διατηρήθηκε η ανθρώπινη ζωή... 
Όμως η πείνα δεν έχει μάτια και αν έχει, δεν βλέπει... 
Συναίσθημα δεν έχει εκτός από την ικανοποίηση της αίσθησης της μεγάλης πείνας,  της διαρκείς πείνας. 
Η πείνα από αυτά τα άλλα, δεν καταλαβαίνει... 
Δός της το κομμάτι το ψωμί, μετά να καταλάβει τα άλλα... 
Η πείνα είναι κακός σύμβουλος....Όλα τα άλλα καλά τα παραμερίζει.... Τα προσπερνάει... 
Τα είδη διατροφής τότε σπάνια, τα αγαθά, η γεωργική παραγωγή μικρή, οι ανάγκες τεράστιες.  Αυτή η μικρή παραγωγή, την πείνα δεν μπορούσε, δεν είχε την δύναμη να στομώσει, το κάθε τι ήταν αναγκαίο και απαραίτητο. 
Ο Μήτρος ήταν σκληρός, άντεχε στις κακουχίες, όμως είχε πολύ μεγάλη φαμελιά να θρέψει, μία θράκα παιδιά και παραπάνω!...
Έτοιμα να καταβροχθίσουν το κάθε τι, βελάνι λάχανα και γκόρτσα.... 
Και πως να τα στομώσει; 
Προσπαθούσε με την εργατικότητά του από τις πολύ μικρές γεωργικές καλλιέργειες και με  τις πέντε έξη μαρτίνες που είχε να επιβιώσει την οικογένεια του. 

Ήταν  προς τα τέλη  ή μέσα του Μάη, η Φύση λουλούδισε,και τα δέντρα άρχισαν να δένουν τους καρπούς τους.Οι λίγες κερασιές άρχισαν να κοκκινίζουν τους γλυκείς καρπούς τους, τα κεράσια. 
Μία τέτοια κερασιά, η κερασιά του Γιώργη, ήταν σε ένα κήπο στο ενδιάμεσο του δρόμου, σύριζα στον δρόμο, που οδηγεί από την τρανή βρύση στο χωριό.  
Τα κεράσια   κατά την θέση που είχε η κερασιά ήταν πρόκληση για όλους τους περαστικούς,  μικρούς και μεγάλους, γέρους νέους και παιδιά. Η επιθυμία  τους μεγάλη για να γλυκάνουν την γλώσσα του, τον λάρυγγα τους. 
Αλλά κανένας τους δεν τολμούσε  τότε να τα αγγίξει... 
Η ποινή της κλοπής από το τότε λαϊκό δικαστήριο ήταν μεγάλη, μέχρι και εκτοπισμός, εξορία...χώρια η αποζημίωση. 

Ο αγροφύλακας, το άγρυπνο μάτι,  επέβλεπε και φύλαγε τα λίγα σπαρτά,και τους καρπούς των φυτών και των δέντρων. 
Γνώριζε που ήταν, που πήγαινε, που δούλευε κάθε άτομο του χωριού και τι δουλειά έκανε. Γνώριζε που έβοσκαν τα ζώα, τα γιδοπρόβατα, του κάθε νοικοκύρη. 
Για να περάσει κανένας τα όρια του χωριού τότε για να πάει στην Χώρα,  έπρεπε να είχε πάρει άδεια από την τότε εξουσία... 
Ήταν ο φύλακας, φύλακας των πάντων και ο αδιάψευστος πληροφοριοδότης της εξουσίας, της τοπικής κοινωνίας και όλοι του είχαν εκτίμηση, εμπιστοσύνη, σεβασμό και φόβο . 
Ήταν και αυτός, η εξουσία, ήταν παράγοντας στην ηγεσία του χωριού, την οποία αποτελούσαν ο πρόεδρος, ο παππάς, ο αγροφύλακας και ο δάσκαλος, όταν υπήρχε. 
Το είπε ο αγροφύλακας,η γνώμη του ήταν νόμος, δεν υπήρχε αμφισβήτηση καμία.  Το είπε ο Θεός και ο Θεός δεν κάνει λάθη,  ούτε λέει ψέματα...
Ο Θεός και ο αγροφύλακας, όλα τα βλέπει και επιβλέπει.. 

Και τώρα το μόλογο να μολογηθεί
Μία από αυτές τις μέρες του Μαγιού, ερχότανε, επέστρεφε και ό Μήτρος Βέργος ολομόναχος με τα ζά του φορτωμένα τα σύνεργα της δουλειά του από τα Παλιογούβια, που έσπερνε  το αραποσίτι στο χωράφι του. 
Ήθελε να τελειώσει και άργησε  τα ζά του να τα ξεζέψει.  
Τον είδαν αργά το σούρουπο να μπαίνει στο χωριό. 
Ήταν ο τελευταίος που περπατούσε τέτοια ώρα  από αυτόν τον δρόμο. 
Όλοι όσοι περνάγανε νωρίτερα έβλεπαν τα κεράσια στην κερασιά να είναι φορτωμένα. 
Την άλλη μέρα μπονώρα ο πρώτος  χωρικός, διαβάτης που πέρασε είδε την κερασιά από τα κεράσια αλαφρωμένη, ξοπίσω του ερχόταν από κοντά και άλλοι δεν υπήρχε ο φόβος αδίκως να τον κατηγορήσουν. 
Για καλό και για κακό όμως, για  την προφύλαξή του, φώναξε  σε αυτόν που ερχότανε πιο πίσω. Και με δυνατή φωνή του λέει, για να τα ακούσουν και οι άλλοι...  
-Τα βλέπεις  Διαμαντή, τα μάζεψε ο Γιώργης τα κεράσια πρώιμα, για να μη του τα φάνε τα ζούδια, μόνο εδώ εκεί υπάρχει στην κορυφή κανένα... 
-Εμένα Αντώνη δεν μου μοιάζει, δεν μου φαίνεται, αυτή να είναι δουλειά του Γιώργη. Εγώ εψές αργά το ηλιοβασίλεμα πέρασα και η κερασιά σαν νυφούλα ήταν στολισμένη... 
Κάποιο άλλο ζούδι μεγάλο θα είναι που έκανε αυτή την ζημιά... 
Δεν είναι αυτή η ζημιά, αυτό, από κανά παλιόπαιδο γινομένη... 
Αυτό, αν ήταν το παλιόπαιδο, θα άρπαζε ότι άρπαζε, από όσα άρπαζε και από το φόβο του θα λάκαγε.... 
Βάρτα, βάρτα, τα ζά Αντώνη να φύγουμε, να πάμε στην δουλειά μας, την αβανιά μη μας ρίξουνε και βρούμε τον μπελά μας... 

Μετά από λίγη ώρα περνάει από εκεί ο αγροφύλακας με τον ντουφέκι του στον ώμο. Βλέπει την κερασιά από τα κεράσια ξεφορτωμένη και το πιάνει  η ζάλη... Βγάζει την μεταλλική σφυρίχτρα του, σφυρίζει δυνατά, επίμονα για να τον ακούσουν και άλλοι.  
Βγάζει  το τελάλι....
Και με δυνατή φωνή λέει: 
-Κλέφτης κλέφτης  έφαγε ούλα τα κεράσια από την κερασιά του Γιώργη. 
Το σφύριγμα ήταν τόσο δυνατό και η φωνή  του τόσο μεγάλη, που ακούστηκε στις γύρω, γύρω βουνοκορφές, ραχούλες, καταράχια, σε όλα τα τσελιγκάτα,μέχρι μακριά στον Αρτοζήνο ακούστηκε, που το άκουσαν και το έμαθαν όλοι... 
Και αυτοί που πέρασαν από εκεί και δεν πρόσεξαν δεν είδανε πως τα κεράσια είναι μαζεμένα, φαγωμένα...  

Όλη την μέρα οι ξωμάχοι στις δουλειές  τους αυτό κουβέντιαζαν και απορούσαν το τι  θα γίνει με τα κεράσια, που αγροφύλακας,!  τόσο δυνατά σφυρίζει και φωνάζει. Θα αφρίζει και θα ξαφρίζει ο αγροφύλακας που ο κλέφτης τα κεράσια  από την κερασιά ξάφρισε, και άφαντος, από αυτόν ξεφεύγει. 
Δεν πιάστηκε στου αγροφύλακα το δόκανο!..
Το καπέλο του γυρίζει ο αγροφύλακας ανάποδα που είχε ψηλά την κορώνα [βασιλικό το στέμμα] τον κλέφτη για να πιάσει... 
Όλοι νωρίς το ηλιοβασίλεμα τέλειωσαν την δουλειά της ημέρας και γύρισαν ανυπόμονοι στο χωριό, στην αγορά, στα μαγαζιά να βγούνε, να πληροφορηθούν, να μάθουν, τι έγινε ποιος έφαγε τα κεράσια, από την κερασιά του Γιώργη. 

Αμέσως δουλέψανε της κοινωνίας τα όργανα, συλλέχτηκε  σε απαρτία η εξουσία, της υπόθεσης να επιληφθεί, ο νόμος άμεσα να λειτουργήσει η δικαιοσύνη, το δίκιο να αποδώσει, ώστε να γνωρίζει ο καθένας και όλη η κοινωνία, ότι καθένας τιμωρείται με βάσει τον νόμο, για τις πράξεις, για τις παρανομίες που κάνει, για να συμμορφωθούν και οι άλλοι... 
Η εξουσία αποφάσισε αμέσως να δουλέψει το ανακριτικό, ανάκριση σε ύποπτους της κλοπής να κάνει, για να έχει το λαϊκό το δικαστήριο την εκτίμηση της ζημιάς, κατηγορούμενο τον κλέφτη, άμεσα να δικάσει και την αυστηρή ποινή για την κλοπή να επιβάλει. 
Προσήχθησαν στην ανάκριση πολλοί εκ των υπόπτων,αλλά ομολογία και μαρτυριά μετά γνώσεως, ως τότε λέγανε, καμία... 
Όλοι ύποπτοι, αλλά ένοχος κανένας. 
Τότε συστάθηκε έκτακτη επιτροπή πραγματογνωμοσύνης, εκ του σύνεγγυς ως τότε λέγανε, την υπόθεση να εξετάσει, να βρει απτά στοιχεία, αδιάσειστα ενοχής του κλέφτη.
Παντού έψαχνε η επιτροπή για να βρει  τα εμπράγματα στοιχεία.
Μέχρι και στους υπαίθριους απόπατους ψάχνανε να βρούνε, τους μάρτυρες  της κλοπής των κερασιών, τα κουκούτσια, μάρτυρες αληθινοί αδιάψευστοι... 
Τότε για να χορτάσουν κατάπιναν και τα κουκούτσια.... 
Δικαιοσύνη δίκαιη να αποδώσουν... 
Αλλά κουκούτσια πουθενά, να εντοπίσουν. 

Ένας ηλικιωμένος έξυπνος  γέρος γελώντας τους λέει:
-Τώρα  βρε, τι ψάχνετε; 
Είναι Μάης, Άνοιξη και αποπατούν στο πλάι...  
Ελάτε να μαζευτούμε όλοι μαζί να κάνουμε την εκτίμηση και όλοι από λίγο, λίγο να δώσουμε στον άνθρωπο ότι του βγάλει ο εκτιμητής στην εκτίμηση. 
Ο Γιώργης είναι φιλότιμος και μπορεί να μη την δεχτεί αυτή καθόλου  να την πάρει και να τα αφήσει, να περάσει το πράγμα,  έτσι να φύγει ... 
Μη πέσει η αβανιά σε κανέναν άφταιγο και βρει τον μπελά του και τρέχει και δεν φτάνει... 

Την ορμήνια του γέρου δεν την άκουσαν και ρίχνουνε την κατηγόρια, την αβανιά, στον φτωχό, στον αδύναμο, στον πολυφαμελιτη, στον Μήτρο Βέργο, που τον είδανε πολλοί να μπαίνει, από αυτή την στράτα, σούρουπα, παράωρα στο χωριό... 
Στο μαγαζί αυτή την φορά δεν σταμάτησε, να πει στα όρθια ένα ρακί, όπως σταμάταγε τα άλλα βράδια και χωρίς να μιλήσει σε άνθρωπο ροβόλησε την κατηφόρα, στο σπίτι του να πάει. 
Και κάποιος είπε, μαρτύρησε, πως τον απάντησε στην κατηφόρα, κάτι να μασουλάει... 
Και αμέσως βγάλανε το συμπέρασμα πως ο κλέφτης των κερασιών είναι ο Μήτρος, που  το κεράσι, δεν είχε δοκιμάσει...
Αφού αποδεδειγμένα από αυτόν τον δρόμο, την στράτα,  σούρουπα τελευταίος αυτός είχε περάσει....
Και η ανάκριση έβγαλε το συμπέρασμα την εντολή πως ο  Μήτρος χωρίς άλλη διαδικασία από τον λαϊκό δικαστή, στου κατή το σκαμνί να κάτσει, να του επιβληθεί η τιμωρία.

Μόνο ένας παππούς που είχε κάνει στην μεγάλη εκστρατεία, είπε και εξέφρασε αμφιβολία.
-Ας κοιτάξουμε και αλλού τον κλέφτη για να βρούμε... 
Όπως δείχνει η όψη του, μου φαίνεται δεν είναι αυτός των κερασιών ο κλέφτης και τον άνθρωπο μην αδικούμε. 
Να συμπεριφερθούμε ανθρώπινα, λογικά όπως πρέπει.
-Μήπως υποψιάζεσαι τον αγροφύλακα, κάποιος από την παρέα λέει...
-Προς Θεού εγώ δεν είπα κάτι τέτοιο. 
Ο αγροφύλακας, είναι φύλακας και είναι εξουσία. 
"Η εξουσία και ο τρελός ότι θέλει κάνει, και δεν δίνει λόγο..."  
Εγώ του τάφου άνθρωπος είμαι, είμαι εγώ τέτοια; 
Και τέτοια δεν μου πρέπουν... 
Αλλά όμως, δεν μου πάει την ψήφο μου, την αβανιά, στον Μήτρο να την ρίξω...

Το συμβούλιο της ανάκρισης, κατά πλειοψηφία αποφάσισε, ο Μήτρος να κάτσει στο σκαμνί του κατή και από το λαϊκό δικαστήριο με όλους τους τύπους να δικαστεί.
Οι μάρτυρες μαρτύρησαν και το δικαστήριο αποφάνθει, να του επιβληθεί η ποινή του εκτοπισμού, της εξορίας και αποζημίωση για τον ιδιοκτήτη της κερασιάς, να δώσει δέκα πέντε οκάδες σιτάρι.

Ο Γιώργης ήταν καλός άνθρωπος και είχε τότε δύναμη μεγάλη, του πέρναγε ο λόγος και το χωριό γλίτωσε από τα τότε πολιτικά πάθη και τα πολιτικά εγκλήματα. Ήταν τότε ο αναγνωρισμένος πολιτικός παράγοντας της ευρύτερης περιοχής...  

Την αποζημίωση δεν την δέχτηκε ποτέ του για να πάρει, το είχε αυτό για προσβολή μεγάλη. 
Αλλά η ποινή της εκτόπισης, της εξορίας είναι απόφαση δικαστηρίου, για αυτή τίποτε δεν μπόραγε να κάνει, αυτή να του την χαρίσει. 
Αυτή είναι ποινική απόφαση του Λαϊκού δικαστηρίου και καθυστέρηση εκτέλεσης της ποινής δεν παίρνει... 

Αμέσως μαζεύει ο Μήτρος τα μπογαλάκια του, ένα σάϊμα στον έναν ώμο και  στο δισάκι του, με τα εργαλεία της μαστορικής δουλειάς του χτίστη στον άλλον... Από βραδύς  τα φορτώθηκε και από το χωριό με την συνοδεία των πολιτοφυλάκων εκτοπίζεται, εκτός των ορίων του χωριού βγαίνει. 
Ο τόπος του, δεν τον χωράει... 
Οι άλλοι το αποφάσισαν να μη τον δέχεται το χωριό του, σε εξορία να πηγαίνει...

Αγόγγυστα  ο Μήτρος, την αβανιά την βάσταξε, κακό για κανέναν δεν ξεστόμισε, δεν λέει. 
Στο νέο τόπο της εξορίας του, μόνος, έρημος εγκαταστάθηκε, εκεί χώρια από την οικογένεια του, μακρυά,  και από τις κακουχίες, την ελονοσία, να πεθάνει. 
Εκεί τίμια, φιλότιμα,άρχισε να δουλεύει, την ασημένια τέχνη. 
Το Έλος της Λακωνίας ήταν ο τόπος της εξορίας του, εκεί τον στείλανε την ποινή να εκτίσει και από την ελονοσία, την αρρώστια την ζωή του να τερματίσει...
Εκεί, ο Μήτρος  το Έλος, έκανε νέα πατρίδα του, από τα κουνούπια μπολιάστηκε και με την ελονοσία έγινε φίλος!.... 
Όλοι από τεταρταίο πυρετό, από ελονοσία συχνά αρωσταίνανε, μα ο Μήτρος ήταν πάντα ντούρος...
Από το πρώτο καζάντι που έβγαλε, στον αγροφύλακα του χωριού του έστειλε χαιρετίσματα λεφτά, για να κεράσει να πιούνε όλοι στην υγειά του... 
Για το καλό που του έκαναν...   
Σε λίγο καιρό επήρε εκεί όλη την φαμελιά του. 
Όλοι μαζί τίμια, φιλότιμα, εκεί δούλεψαν και έκαναν στο 'Ελος -στην Σκάλα Λακωνίας προκοπή μεγάλη.
Απόκτησε παιδιά πολλά, εγγόνια, γαμπρούς και νυφάδες, μια μεγάλη θράκα!... Όλοι τους να είναι από εξυπνάδα, σαν σπίθες!...
Εκεί έφτιαξαν μονοιασμένοι από σπίτια ένα μαχαλά δικό τους!... 
Και από περιουσία και δουλειές  πολλές καλές που έδινε ψωμί και σε άλλους.

Κάθε Μάη μήνα ο Μήτρος έστελνε στο αγροφύλακα, όπως ο ίδιος ο αγροφύλακας ομολογούσε χαρτζιλίκι, χαιρετίσματα για το καλό που του έκανε,και ας μη δοκίμασε τα κεράσια...
Κακό για αυτόν  ο Μήτρος ποτέ δεν ξεστόμισε... 
Ούτε ήθελε, αυτό να το κουβεντιάζει... 
Όσο για τα κεράσια, μαντεύετε ποιος τα έφαγε... 
Αυτός ο ίδιος που τα έκλεψε, αργά, πολύ αργά, στα γεράματά του το μολόγησε...

Ο γέρο αγροφύλακας αργότερα σε παρόμοιες περιπτώσεις έλεγε: 
" Άλλος έκλεψε και έφαγε τα κεράσια και ο Μήτρο Βέργος έγινε μεγάλος νοικοκύρης!..."
Η άδικη αβανιά έγινε, ευλογία, Θεία προστασία και προκοπή μεγάλη!... 
"Το άδικο δεν ευλογείται" 
Και εδώ το μόλογο, μολογήθηκε, τελειώνει!... 
Και την ανθρώπινη αδυναμία, αδικία, ο Θεός, η Θεία δύναμη, την διορθώνει!...

Και από όλα αυτά τα γεγονότα τα  χολιάσματα που  όμως τα κακά δεν κράταγαν για πολύ, υπήρχαν καλά, υπήρχανε καλοσύνες  και αισθήματα και συναισθήματα. Η λύπη, η χαρά, ο έρωτας, η συμπόνοια, η αγάπη και οι ευεργεσίες!...  
Σε γάμους και χαρές ήσαν όλοι καλεσμένοι, εχθροί, φίλοι και μαλωμένοι.
Την ώρα αυτή, ήσαν όλοι τους αδελφωμένοι, και μετά μία από τα ίδια... Συνέμπαινε  και πάλι ο διάβολος.... 
Οι  αρραβώνες, οι γάμοι ήταν οι ευκαιρίες της συμφιλίωσης, ο κρυφοέρωτας ήταν κυρίαρχος! 
Ήταν ο συμφιλιωτής!... 
Στην λύπη  στην ανάγκη όλοι συμμετείχαν!.... 
Όταν είχε πένθος ο γείτονας δεν ανοίγανε ούτε για ειδήσεις το ραδιόφωνο τουλάχιστον για σαράντα ημέρες…. 
Αν ήταν νέος…  από τις στάνες βγάζανε, ανάλογα το πένθος, τα βαριά κουδούνια, και από τα άλογα  και  τα καλά μουλάρια έβγαζαν τα χαϊμαλιά και βούλωναν τα κουδούνια.  
Ήταν βουβά τα γίδια και τα πρόβατα, μουγκά τα άλογα  και τα μουλάρια, μόνο το χλιμίντρισμα των αλόγων άκουγες και τα πικρά βελάσματα στις στάνες!....  
Και στα πλάγια, στις ρεματιές, τις νύχτες να κλαίνε τα κλαψοπούλια. 
Γιατί ήτανε ντροπή, προσβολή μεγάλη, ο άλλος να πενθεί κι εσύ, ο γείτονας, ο άλλος να διασκεδάζει.
Στα κοινωφελεί τα έργα, με προσωπική εργασία τότε όλοι συμετύχαν!... Και στα άλλα έργα τα ιδιωτικά, τα μεγάλα τα σημαντικά, στο χτίσιμο του σπιτιού κανένας τότε δεν ήταν μόνος, μαζεύονταν οι συγγενείς χτιστάδες, οι φίλοι και οι γείτονες και βοηθούσαν από λίγο, λίγο  με προσωπική εργασία και να το σπίτι σε λίγο χρόνο ήτανε στερεωμένο. 

Αυτό που γινότανε τότε στο χωριό συνεχίστηκε και στα πρώτα χρόνια της εσωτερικής μετανάστευσης στην νέα την καινούρια θετή πατρίδα.
Εκεί όπου καθένας ήθελε και επιθυμούσε και το έβρισκε καλά, να στήσει την φωλιά του, να κάνει προκοπή.
Τότε όλοι οι πατριώτες ανεξαρτήτως τέχνης και επαγγέλματος εμαζευόσανται σαν σε ξέλαση, την Κυριακή,  τις γιορτινές, τις σχόλη μέρες και όλοι βοηθούσαν και σε μια ημέρα, το Σαβατικύριακο το σπίτι με άδεια, η χωρίς άδεια, νόμιμο ή παράνομο, ήταν κιόλας στερεωμένο, με το στρωσίδια της φαμελιάς στρωμένα   μέσα στην μέση και τα μικρά παιδιά ήρεμα, ήσυχα, ευτυχισμένα μέσα να κοιμούνται, εμπόδιο στο χωροφύλακα,  στο μπόγια, το σπίτι το παράνομο να  μη μπορεί να  το γκρεμίσει!... 
Το κτίσμα, της αλληλεγγύης, το σπίτι  του φιλότιμου, το σπίτι της ομόνοιας, το σπίτι της προκοπής, το σπίτι τη αγάπη, το θαύμα της δημιουργίας! 
Και έτσι πρόκοψαν στα ξένα τότε οι Γορτύνιοι!... 
Ωραίες εποχές! 
Φτωχά χρόνια, πλούσια όμως σε αισθήματα, σε αγάπη, αλληλεγγύη, ευεργεσίες, συμπαράσταση για την προκοπή. 
Σε όλα τα έργα τα κοινωφελή, ήταν υποχρεωτική η προσωπική εργασία. 

Σήμερα οι Έλληνες στην πλειονότητά τους είναι πλέον ιδιώτες, χωρίς συναίσθημα, συμμετοχής συμπόνια.. 
Στον κίνδυνο, στην πυρκαγιά, στην θεομηνία, μόνο με στεντόρια την φωνή 
φωνάζουν... 
Που είναι το Κράτος;
Το κράτος είμαστε όλοι εμείς... 
Ας οργανωθούμε...
Όπως τότε!...

Τώρα οι περισσότεροι πολίτες, το κοινό, είναι για τα κοινά αδιάφοροι, είναι ο εαυτούλης τους, είναι ηθικά τελειωμένοι και χωρίς καμία πιθανότητα ανάκαμψης. Κανέναν δεν τον ενδιαφέρει, η ανεργία, η πείνα, η ανέχεια, ο πόνος και το πένθος του άλλου. 
Αυτά περνάνε απαρατήρητα... 
Χάθηκε... το φιλότιμο!... 
Κρύφτηκε και η ευεργεσία!...
Η φιλανθρωπία!...
Η αλληλεγγύη!...  
Τέλειωσε αυτό, το … Έλα!...
«Φίλε μου στην λύπη μου, και εχτρέ μου στην χαρά μου»

Γιάννης Στ Βέργος {Γορτύνιος} 
09.12. 1913

ΥΓ : " Ουδέν κρυπτόν υπό τον Ήλιον"
Αρχάς του δεκαπενταύγουστου 2015 επήρα  επιστολή γραμμένη από  τον γιό του Μήτρου Βέργου  τον Θύμιο, τα εγγόνια του και τα δισέγγονα του την οποία και παραθέτω. Ύστερα από τα 3/4 του αιώνα λάμπει η αλήθεια και έγινε η ηθική δικαίωση της μνήμης  του.




1 σχόλιο:

  1. Τότε δεν υπήρχε οργανωμένο Κράτος... Οι τοπικές κοινωνίες προσπαθούσαν να οργανωθούν και να εφαρμόσουν τους ηθικούς τους νόμους... Τους νόμους της συνείδησης και έτσι να πορευτούν...Η αρχέγονες δυνάμεις της δίψας της πείνας και του έρωτα ήταν πιό μεγάλες και σκέπαζαν τους ηθικού και κοινωνικούς νόμους. Και έκαναν μερικοί τις κοινωνικές ανομίες, παραβάσεις, με την προσπάθεια του καθενός προς ικανοποίηση των αρχέγονων επιθυμιών και εδικάζονταν από τα λαϊκά της κοινωνίας δικαστήρια και ακόμα για το κλέψιμο των κερασιών που την πείνα προσπαθούσαν να στομώσουν.....Και αφού ο Μήτρος είναι αλήθεια πως δεν έκλεψε τα κεράσια...Τα κεράσια ποιός τα έκλεψε;...

    ΑπάντησηΔιαγραφή