Τρίτη, 26 Νοεμβρίου 2013

Γορτυνιακό καλωσόρισμα

Στην Γορτυνία γύρισε ο ξενιτεμένος, που είχε χρόνια πολλά στην ξενιτιά  και επιθύμησε να πάει να δει τον τόπο του, στο χωριού του, το πατρικό του σπίτι. Έφτασε στο τόπο του, από μακριά  αντίκρισε το χωριό του!... Που στην ξενιτιά μακριά, επιθυμούσε και λαχτάραγε για να βρεθεί κοντά του, ανάμεσα σε αδέλφια, σε ξαδέλφια, σε συγγενείς  σε φίλους και κουμπάρους… 
Το δάκρυ της χαράς, της λύτρωσης, κυλάει στα μαγουλά του…   
Έφτασε!... Ξεπέζεψε… 
Στην κατηφόρα  που ροβόλαγε πεζός, στο πατρικό του σπίτι για να πάει, συνάντησε κατάμεσίς του δρόμου μια γιαγιά, που την θυμότανε νέα. 
Την χαιρετάει, με καλοσύνη της μιλάει… 
Και αυτή που αμέσως τον γνώρισε, όμως σαν  σε άγνωστο  του απαντάει, του μιλάει…. 
-Καλωσόρισες ξένε στον τόπο μας… 
Ποιος είσαι εσύ του λόγου σου;… 
Ντόπιος;.. 
Ξένος ή γνωστός;… 
Περαστικός, ή  διαβάτης;… 
Κοντινός ή από αλάργα;…  
-Από εδώ είμαι και εγώ…

Του  Σταύρου, είμαι θειά, δεν με γνωρίζεις;… 
-Εεε… Τώρα που μου το είπες σε θυμήθηκα, σε γνώρισα!... 
Σε γύριζε τότε νιάνιαρο όταν ήσουνα, η μακαρίτισσα η μανούλα σου, ολημερίς στην νάκα φορτωμένη.... 
Όμως τώρα εδώ πα, λιγάκι στάσου, για να σου ειπώ και τούτο, με τα καλωσορίσματα μου,  που το είχα από καιρό στο νου μου, για να το έχεις και εσύ στο νου σου, στο νιονιό σου, καλά μέσα  στο μυαλό σου… 
-Τι θειά;… 
Πες το… Πες το… 
Τι έχεις στο νου σου θειά, που το έχεις φυλαγμένο;… 

-Να... Να...  Να σου ειπώ: 
Εκείνος ο μακαρίτης ο πατέρας σου και η μάνα σου, αντάμα, μία,  μία πετρούλα την μάζευαν και από το βουνό την κουβαλάγανε να φτιάξουν τότε με στέρηση  μεγάλη αυτό το σπίτι, το παλάτι και το καμαρώναμε τότε όλοι μας!... 
Για την φουμιά που είχε… 
Εσείς τόσα χρόνια από τότε που αυτοί φύγανε,  δεν δίνετε για δαύτο ούτε … ένα… καλύτερα να μη το ειπώ…. 
Εσείς το αφήσατε, σαν έρημο, θα γκρεμιστεί, θα σωριαστεί, θα πέσει. 
Είναι καλοδουλεμένο απε… απε…  Θα έβρισκες τώρα να μη το ειπώ τι… 
Την σβουρδίγκλα!…. 
Αν ήρθες για τέτοιο  σκοπό, το σπίτι σου να φτιάξεις, να το κουμανταρίσεις, καλωσόρισες… 
Χαρούμενα, καλά τελειώματα να έχεις… 
Αν όχι και ήρθες για λίγο, για το αέρα σου να πάρεις,  τότε κάτσε να σου πω, θα σου πω με το συμπάθιο και τούτο το τελευταίο, το τελειωτικό… 
Είχα για σένα,  άλλα καλά, στον νιονιό μου…  
Δεν σε νόμιζα πως είσαι μπίτι ρέχτελο, ρεμάλι…  
Πιο άχρηστο και από το παλιό ρετάλι… 
Γεια σου και τώρα ότι θέλεις κάνε…  
Και απότομα χωρίς άλλη κουβέντα, αμίλητη, σκυφτή,  η γιαγιά φεύγει… 

Ο ξενιτεμένος,  ο άνθρωπος, ροβόλησε σιγά, σιγά, έφτασε στο πατρικό του σπίτι!... 
Σπρώχνει την αυλόπορτα, τριζοβολάει και ανοίγει… 
Εκεί χιλιάδες αναμνήσεις ανοίξανε μπροστά του… 
Του ήρθανε περπατώντας, τρέχοντας, από τα παιδικά του χρόνια. 
Ο αέρας φύσαγε δροσερός και ανακάτευε τα μαλλιά του με τις  παλιές θυμίσεις. Χάρηκε!... 
Κοίταξε το σπίτι του που ήταν εκεί γερασμένο, όμως αγέρωχο να στέκει!... Κοίταξε τον ορίζοντα, τα γέρικα πουρνάρια και η καρυδιά μεγάλωσε στον κήπο που είχε βάλει, τότε παίζοντας, από το καρύδι, που έκλεψε από τον αδελφό του και το έκρυψε στο χώμα, για να μη του το πάρει… 
Και να τώρα  η καρυδιά, τα καρύδια είναι  εκεί, αυτή γεμάτη !… 
Λείπουν όμως, τα παιδιά...
Δεν είναι εκεί κανένας, τα αδέλφια και οι άνθρωποι…  

Τα άλλα… 
Τότε δεν είδανε τα μάτια του, δεν άκουγαν τα αυτιά του. 
Δεν άκουγε το λάλημα από τα αηδόνια στης λαγκαδιάς τις πατουλιές, στο πλάι, μόνο τις  τρεις της γιαγιάς τρεμάμενες κουβέντες, λεξούλες άκουγε… 
Σαν βουητό από μέλισσες βουίζανε στα αυτιά του. 
"Το αφήσατε αυτό το σπίτι του μακαρίτη του πατέρας σας. 
Αφήσατε τους κόπους του, τον ιδρώτα του, θα σωριαστεί, θα πέσει… 
Μπίτι ρεμάλι είσαι;" 

Κρύος ιδρώτας τον έπιασε, φουντώματα, ιδρώνει, ξεϊδρώνει. 
Κόμπος του δένεται στο λάρυγγα, το σάλιο του δεν καταπίνει, η ανάσα του, γρήγορη, κοφτή… 
Κάθεται στο παλιό σκαμνί το μέτωπό του με τις παλάμες τρίβει, τα δάκρυα τρέχουνε βροχή, ο νους στριφογυρίζει, τα αυτιά του ακούνε συνεχώς, αυτό.  "Το… Μπίτι ρεμάλι είσαι…" 

Σηκώνεται από το σκαμνί βιαστικά, ρίχνει νερό στα μούτρα του,  με τις φούχτες του τα ξεπλένει και πίνει και από δύο φούχτες. 
Παίρνει στα χέρια του την βαλίτσα και όπως ήρθε παίρνει το πισάχναρο να φύγει. Δεν με σηκώνει πια εδώ, αυτός ο τόπος, η Γη δεν με δέχεται, δεν με βαστάει, δεν την τίμησα και αυτή δεν με θέλει, με σπρώχνει, δεν με χωράει… 
Το χώμα με φοβάται και το νερό ακόμα το γάργαρο και αυτό με σκιάζεται μη το θολώσω, το μολύνω… 
"Μπίτι ρεμάλι είσαι;.."  

Την Γη, το χώμα, το νερό, που τόσα χρόνια ξέχασες… 
Τώρα πως τα θυμάσαι;… 
Ποιος τα συντήρησε  αυτά,  εσύ για να τα βρεις να τα απολαύσεις;… 
Δεν είσαι μόνο ρεμάλι, είσαι και σελέμης… 
Από άλλων τα κόπια θέλεις να πεις νερό και τον αέρα να απολαύσεις!… 
Το σπίτι σου το πατρικό πρέπει να φτιάξεις… 
Και στα κοινά πρέπει να συμμετάσχεις. 
Αν  θέλεις από αυτά το κάτι τις να απολαύσεις… 

Εδώ  τώρα εγώ, απάγκιο, στασιό, δεν έχω… 
Πρέπει ολοταχώς να φύγω… 
Φεύγω!...
Το σπίτι μου το πατρικό, πρέπει, έχω, δεν έχω, μπορώ, δεν μπορώ, πρέπει να το φτιάξω, για να έχω εδώ στασιό, για να έχω εδώ απάγκιο, ησυχία, υπόληψη στην κοινωνία. 
Αν έχω κάνει αλλού καλή καριέρα, προκοπή, τίτλους και μόρφωση μεγάλη, μου λένε… 
Να τα χαίρεσαι!… 
Αυτά κράτα τα για τον εαυτόν σου… 
Αυτά εδώ, δεν έχουν πέραση, τα έχουν αυτά από πολλά και οι άλλοι… 
Και οι άλλοι, σε αυτά, όταν είναι στο χωριό καθόλου δεν τα υπολογίζουν, δικά σου είναι δεν στα παίρνουν… 
Τον χαρακτήρα σου, την καλοσύνη εκτιμούν, και με το τι εμφανές στο χωριό σου κάνεις, για να το ομορφύνεις, που εκεί το αφήνεις… 
Και με το τι και πως συμμετέχεις στα κοινά του χωριού σου, στους συμπατριώτες σου, πως συμπεριφέρεσαι,και τι ευεργεσίες κάνεις, εκεί έτσι ο καθένας τους, σε κρίνει…  

Ο ξενιτεμένος φεύγει... Έφυγε… 
Σε τρεις ημέρες ακριβώς, γύρισε στο τόπο του, στο πατρικό το σπίτι, μαζί με ντόπιους τους μαστόρους. 
Οι μαστόροι άρχισαν το σπίτι να επισκευάζουν και η γειτόνισσα η γιαγιά,  διπλά, τριπλά το χάρηκε, δίπλες χαλβά, τηγανίδες, κρασί, καλούδια έφερε μπόλικα με το  μεγάλο ταψί γεμάτο και όλους τους κερνάει και χίλιες ευχές τους δίνει!... 
-Γεια στα χέρια σας…. 
Να ζήστε χρόνους χαρούμενους, καλούς, τους εκατό και να τους διαπεράστε  μαζί και η φαμελιά σας… 
Το σπίτι να στέκει εδώ, καμαρωτό, σαν τα ψηλά βουνά… 
Τον Αρτοζίνο!...

Εδώ, σε τούτο τον τόπο, σε τούτο το χωριό, όλοι να μάθετε, να ξέρετε, δεν παίρνει κανένας  από εδώ λεφτά, και προφαντά, αλλά μόνο δίνει… 
Και παίρνεις μόνο δύναμη μεγάλη, από τους προγόνους!... 
Και από τον Άδη ακόμα, ακόμα, την στέλνουν  την ευχή τους!... 
Στα ξένα να προκόψεις!...

Γιάννης Στ Βέργος {Γορτύνιος}

23.11 2013

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου