Πέμπτη, 12 Ιουνίου 2014

Οι ξεχασιάριδες

Εκλογές σε αυτή την Χώρα ελεύθερες γίνονται κάθε τόσο, κάθε  λίγο και λιγάκι, για να εκλέξει ο κυρίαρχος Λαός τους ηγέτες του. 
Αλλά ο λαός είναι απαίδευτος, μπερδεμένος και από τα ΜΜΕ ζαλισμένος, που την Κυριακή αυτούς που εκλέγει τους χειροκροτεί και την Δευτέρα πρωί, πρωί αυτούς που εξέλεξε, ομαδικά τους βρίζει. 
Κυβερνήσεις στην Χώρα πάνε και έρχονται, σαν τα φύλλα του πλατάνου, όταν τα φυσάει αέρας... 
Και όλες, μα όλες οι κυβερνήσεις την φρεσκάδα, την δροσιά του πλατάνου στο Λαό υπόσχονται πως θα φέρουν… 
Όμως, αμέσως μόλις θρονιασθούνε,  όλα αυτά ξεχνούνε…  
Και με  τα άλλα ασχολούνται… 
Αλλά κατά τον λαό και οι ηγέτες του… 
Όλοι ξεχνάνε!... Όλοι ξεχνάμε!... 
Και ο κυρίαρχος λαός, απερίσκεπτα ξεχνάει… 
Για κακό, ή για καλό;  
Αυτό, δεν ξέρω…. 
Τα χρυσά τα μήλα των εσπερίδων τα ξεχάσαμε εκεί, από πολύ καιρό τώρα, από την εποχή του Ηρακλή... 
Δεν  σκεφτήκαμε ποτέ από τότε,  εκεί στην δύση, και όπου αλλού στον κόσμο υπάρχουν, για να ξαναπάμε, για να τα βρούμε, να τα πάρουμε και πάλι εδώ γοργά και γρήγορα να ξαναρθούμε… 
Να φέρουμε από αυτά τα καλά  που έχει η δύση και ο όλος ο άλλος, ο προκομμένος κόσμος,  από αυτές τις πολλές τις καινοτομίες. 
Να ξεπεράσουμε  τις δυσκολίες…. 

Ούτε και τώρα  στην δυστυχία της Χώρας μας, στείλαμε πάλι τον Ηρακλή με την προβιά, την λεοντή, στον ώμο του ριγμένη, και με το ρόπαλο στο χέρι, να περπατήσει  ξυπόλυτος,  να ξεπεράσει Χώρες και Χωριά, βουνά, κάμπους, ποτάμια, και λαγκάδια, να ταλαιπωρηθεί  να πάει στα μακρινά, στα ξένα μέρη, με εξυπνάδα, με παλικαριά, να κλέψει  από αυτά τα μήλα τα χρυσά, της τεχνογνωσίας, την γνώση της καινοτομίας, για την προκοπή της Χώρας, στην Χώρα μας, στην Πατρίδα μας να  φέρει… 
Που στην αμάθεια, βολοδέρνει...

Και αν πήγε  κανένας από μόνος του,  νέος, όμορφος, φιλομαθής, φιλόδοξος, έξυπνος, γερός, ρωμαλέος και στο μυαλό, εύστροφος, γενναίος,  θα ήταν, ξυπόλητος, πεινασμένος, διψασμένος, όμως με πείσμα προικισμένος!... 
Αυτός γέμισε το δισάκι του, με  αυτής της τεχνογνωσίας τις γνώσεις, τις πολλές καινοτομίες και επιστήμες και με χαρά μεγάλη στην Χώρα μας, στην Πατρίδα μας γύρισε πάλι, ξανά, αυτά να φέρει, για χάρισμα εδώ να αφήσει. 

Όμως εδώ, αυτοί, με υποψία τον κοιτάζουνε,  με δόλο, με δυσπιστία τον περιεργάζονται  και υποτιμητικά  για αυτόν μιλάνε.... 
Και με την κλάρα  της μουρτζιάς  τον χουγιάζουνε, και από την Χώρα του, την Πατρίδα του τον προγγάνε 
Ας έχει τα πτυχία  τα πολλά, τις περγαμηνές τις ωραίες,  τις μεγάλες!... 
Ας έχει τους επαίνους τους πολλούς, βραβεία επιστήμης, ήθους, αξίας, τιμής, παρμένο… 
Αυτόν, τον λένε βαρεμένο…  
Τον λένε βλαμμένο, αυτοί οι βλαμμένοι στο μυαλό… 
Τον ρίχνουνε με δόλο στην λούμπα, ανάσα να μη παίρνει... 
Εκεί στα αζήτητα να παραμένει… 

Αυτοί οι τρανοί, που κάνουν τον καμπόσο, το μορφωμένο. 
Αυτοί που άκοπα  πήραν το πτυχίο τους,  που τους το  έχουν άλλοι  χάρισμα δοσμένο…  
Και όχι με  τον ιδρώτα του προσώπου τους, του μυαλού τους αποκτημένο…. 
Και αν έχουν και από τέτοιο..., το δοσμένο, είναι καλά...
Ή, μήπως είναι αυτό, από το κάτι άλλο, το χειρότερο,  το φαύλο, το πλαστογραφημένο;…. 
Με το λάδι πληρωμένο;… 
Αυτοί οι καρεκλοκένταυροι οι ριζοβολημένοι,  οι ξεμωραμένοι. Που δεν θέλουν και δεν αφήνουν άλλον ικανό να δείξει την αξιοσύνη του, να παρουσιάσει τους καθάριους γλυκείς καρπούς, του μυαλού του… 
Εδώ αυτός,  στην Πατρίδα του, τους κόπους του να χαρεί.   
Να δείξει την πραμάτεια του, της προκοπής τις γνώσεις και άξια στην Πατρίδα μας, στην Πατρίδα του να προκόψει…. 

Αυτοί όλο τρικλοποδιές του βάζουν, δόκανα και πεδούκλια. 
Του στήνουν τις ξόβεργες στο φτερούγισμα του, τα βρόχια του βάζουν στο πέταγμα του…  
Και άτσαλα του μαδάνε τα φτερά του.  
Στην περπατησιά του, του βάζουν θηλιές, στον δρόμο του, του ρίχνουν πεπονόφλουδες, του στήνουνε παγίδες, στην φάκα να πιαστεί να πέσει,[ σε τέτοια είναι αυτοί μανούλες,]  και τον σπρώχνουν με μανία…. 
Τον αναγκάζουν πικραμένο πίσω στα όξω, στα ξένα με γεμάτο το δισάκι του από γνώσεις φορτωμένος να ξαναγυρίσει… 
Εκεί στα ξένα,το γεμάτο δισάκι του, εκεί, για πάντα να ακουμπήσει… 

Σε ξένες χώρες, στα ξένα μέρη καταφρονεμένο από την Πατρίδα τον ξαποστέλνουν τον γυρνάνε. 
Σε Θεό... δεν νομάνε...[ονοματίζουν,πιστεύουν]
Αλίμονο στην Χώρα, που αυτά, τα τέτοια κάνει… 
Είναι καταδικασμένη να πεθάνει… 

Και αυτός στα ξένα, πικραμένος με τις γνώσεις του φορτωμένος  ξαναφεύγει τρεχάλα… 
Να μη τον γκρεμίσουν και από την σκάλα.. 
Εκεί στα έξω κάνει προκοπή μεγάλη και παίρνει τα παράσημα πλάκα, που εδώ οι χαραμοταϊσμένοι τον είπαν βλάκα...  

Και δεν είναι ένας, δεν είναι δύο,  που τους κακομεταχειρίζονται... 
Μα αυτοί, αυτούς τους νέους μας τους διώχνουν, τους προγγάνε, ούλους… 
Και τους αναγκάζουν, οι ακάματοι, αυτοί που και στην Πατρίδα τίποτα δεν προσφέρουν, τα όμορφα τα νιάτα, τα μορφωμένα νιάτα, τα χρήσιμα,  τα καλά, τα προκομμένα, στα γρήγορα, στο όπου φύγει, φύγει. 
Διώχνουν τον ανθό της Άνοιξης, σκοτώνουν της Χώρας, της Πατρίδας, της προκοπής την ελπίδα…  
Χαλάνε της Άνοιξης την μήτρα, σκοτώνουν της ζωής τους επιβήτορες. 
Μη τους χαλάνε την σούπα, στο καλά που είναι βολεμένοι… 
Μη ξυπνήσουν από αυτούς, οι μισοκοιμισμένοι... 
Και τότε τι θα γίνουν;…. 

Τώρα στην Χώρα μας έχουν μείνει μόνο ανήμποροι οι γέροι… 
Και όσο να κοιτούν οι γέροι το ηλιοβασίλεμα, και να περιμένουν…. Και όσο με τον αποσπερίτη να προσεύχονται, όλα τα καντήλια να ανάβουν στην εκκλησιά, και όσο πολύ λιβάνι να καίνε στην παρθένα Παναγιά, και σε όλους τους  Αγίους, να κελαηδήσει το αηδόνι, να έρθει η Άνοιξη, να ανθίσει  το λουλούδι, κανείς μη περιμένει….  
Αφού οι τρανοί, έτσι αποφασίζουν, την προκοπή δεν θέλουν,  γιατί και  αυτοί στο έτσι είναι καλά βολεμένοι…  
Ας τους, τους άλλους, η μιζέρια, η φτώχεια, ας τους δέρνει… 
Αλίμονο σε αυτούς που καρτερούν και περιμένουν… 
Και σε αυτούς που ότι τους λένε, αυτοί πιστεύουν… 

Το αηδόνι το ηλιοβασίλεμα κουρνιάζει στην φωλιά του και το λουλούδι το καμαρωτό, την νύχτα, στην σκοτεινιά, την κεφαλή του γέρνει… 
Μόνο το κλαψοπούλι, η κουκουβάγια όταν συδόσει, θλιμμένη βγαίνει…. 
ψάχνει κλαίει και κλαίει, αυτός ο καψερός  ο Χουχουλόγιωργας για το χαμό του αδελφού του και όλο ψάχνει,  ψάχνει, εις μάτην  ψάχνει ασκόπως… 
Και όλη νύχτα θλιμμένα φωνάζει τον χαμένο αδελφούλη του μήπως τον βρει… Γκιόν  γκιόν… γκιόν.... 
Και ο γκιόνης ξενιτεμένος, θλιμμένος πάει εχάθει… 
Θύμα και αυτός της αχαριστίας, των καταχραστών και  από των τρανών θεματοφυλάκων τα μεγάλα πάθη... 

Και με το να διώχνουμε  από την Χώρα τα όμορφα, τα ρωμαλέα, τα μορφωμένα νιάτα,την προκοπή να προγκάμε, πάει πια, τίποτα άλλο καλό μη περιμένεις… 
Χάθηκε και πάει και αυτή η ελπίδα… 
Η ελπίδα, η γνώση, η χαρά, για άλλους, στα ξένα  πια δουλεύει!… 
Και εδώ, ο μόνος που απόμεινε και άκοπα δουλεύει και όλα τα διαφεντεύει,  είναι η απελπισία, ο Χάρος… 

Ούτε  από το χρυσόμαλλο  το δέρας στείλαμε να πάρουμε και από αυτό το κάτι τις, το λίγο,το λιγάκι, εκεί στην Κολχίδα….  
Μήπως βρούμε ελπίδα...
Από αυτό  που ο Δράκος το φυλάει και περιμένει…. 
Περιμένει  καρτερικά αναγνώριση  της έμπιστης, της καλής φιλίας, φιλικά  σε φίλους  πειστικούς, από λίγο, λίγο, να το φιλέψει… 
Όμως, εκεί, ο Δράκος άγρυπνος προσέχει, σε τι χέρια θα πέσει… 
Να μη πάει και αυτό στο στράφι… 
Σαν την λίστα της Λα… 

Αυτήν… Οι ξένοι από φιλότιμο, την μάζεψαν, τα μάζεψαν αυτά τα χρυσά μήλα, τα κουμαντάρισαν, τα έβαλαν σε ένα μεγάλο καλό καλάθι και μας τα έστειλαν πεσκέσι, άκοπα, με coorie,  να μη τα δει στο δρόμο  το κακό το μάτι… με την παραγγολή τους, που είναι και αυτή προς τιμή τους, αυτά να τα αξιοποιήσουμε για να σωθεί ή Χώρα… 
Αυτά για  την Πατρίδα, είναι η μοναδική ελπίδα!... 
Θέλουν όμως  αυτά τίμιου, εργατικού, ηθικού, έμπιστου,  καλού Κατή φροντίδα!...  
Αυτή την ώρα, της ένδειας, της φτώχειας, της ανάγκης… 
Να γεννηθεί ελπίδα!... 
Και μέσα στο καλάθι.  μας έστειλαν, μας έγραψαν ένα γράμμα, με μια γραφή μεγάλη, που έγραφε, το γράμμα!.. 
Φτάνει πια το δάκρυ, ας σταματήσει τώρα πια το ψεύτικο το κλάμα,,,  
Τι ψάχνετε αλλού;… 
Εδώ είναι το πράμα!....
Εδώ με αυτό θα γίνει  ανέλπιστα, το θαύμα!... 

Το πράμα αυτό, είναι δικός σας,  είναι κλεμμένο από το μερδικό σας.  Προσέχετε… Μαζεύεται το, είναι από σας κλεμμένο, είναι το συνάλλαγμα, το χρυσάφι και έξω σε άλλες Χώρες από τα κόπια σας, ο μόχθος σας, είναι σταλμένο… 
Ας κάνουν πια οι απατεώνες, τα λαμόγια, οι καταχραστές και λίγο νισάφι…  
Τα κόπια του λαού να πηγαίνουν συνέχεια στράφι… 
Αυτό σας λείπει από το βιός σας… βάλτε το καλά μες στο μυαλό σας. 
Αν θέλετε το καλό σας.. 
Αν το συμμαζέψετε με αυτό κάνετε το κορωνιό σας…. 
Βάλτε το καλά μέσα στο νιονιό σας.  

Αυτοί, αυτό, το έστειλαν σε άνθρωπο τρανό, του Κράτους κουμανταδόρο...
Και του είπανε πάρε και αυτό το δώρο… 
Αυτός, φαινόταν έμπιστος, εχέμυθος, θεματοφύλακας ηθών μεγάλος, αρχών, τιμής προγόνων, ιδεών, της πολιτείας άρχοντας, φρουρός της  κοινωνίας! Φαινόταν προκομμένος και ήταν από τον λαό εκλεγμένος!... 
Μα αυτός ήταν ο περισσότερο, από όλους τους άλλους, ο διεφθαρμένος. 
Σε αυτά, με μπαμπεσιά, με πονηριά, στα άτιμα όπως λένε και φαίνεται μέχρι και τα μπούνια, ήταν μπλεγμένος…. 
Στο άρμα της κλεψιάς, της απάτης, της λαμογιάς ήταν πιστάγκωνα δεμένος… 

Το πήρε το καλάθι το άνοιξε, και είδε όπως λένε, πως από τα μήλα, το ένα, το ομορφότερο, το ωραίο, το μυρωδάτο, το μεγάλο, που είχε και το διάφορο μεγάλο, ήταν από την μηλιά της έριδος, την καλή την συγγενική την καρποφόρα… 
Και είπε ας το ξεχάσουμε προς ώρα...
Δεν το έλπιζε ο τρανός, πως θα βγαίνανε όλα στην φόρα… 
Την μηλιά την καλό ποτισμένη, με τον ιδρώτα του λαού, μεγαλωμένη!... 
Το πήρε το έβγαλε το μήλο από το καλάθι, για να μη γίνουν τα μεγάλα λάθη, να μην ανακαλυφθούν και φανερωθούν του χαρακτήρα του τα πάθη… 
Πως την μηλιά την καρποφόρα με το χώμα την είχε ξεριζώσει,  τον εαυτούλη του να σώσει... 
Την είχε κρυφίως στείλει σε άλλα μέρη, σε ξένα φόρα, να γίνει για την μπάκα του πιο καρποφόρα…

Και όπως λέγεται, δεν ξέρω, πως έγινε και τον έπιασε του Κατή η τσιμπίδα και τώρα έμπλεξε ο βάτος με την φαλαρίδα.... 
Και όποιος με τον βάτο μπλέχτηκε ξεμπερδεμό δεν έχει… 
Εκτός και αν γίνει πάλι το Βιβλικό το θαύμα… 
Της φλεγομένης, καιόμενης βάτου... 
Και αντί να εφαρμοστούν οι κανόνες, ο ηθικός νόμος, να χαθεί συμπούπουλη αυτή η βίβλος, αυτός ο ηθικός νόμος και ολόκληρο αυτό το πράγμα… 
Να γίνει της πυρός το παρανάλωμα… 
Το κακό το θαύμα…   
Και να γίνει…  Η εξαΰλωσις, θεσμών, ιδεών, αξιών και εθίμων… 
Και έτσι να λυθούν, καούν στο βάτο και αυτά του λαού τα ντέρτια, με των καταχραστών, θεματοφυλάκων τα νιτερέσα…  
Αλίμονο, χάθηκε, πάει πια και αυτή η μπέσα…  

Για να γίνουμε Κράτος με την έννοια της λέξης κράτος, πρέπει να ανακτήσουμε πάλι τις ηθικές αξίες!..  
Τις αξίες της αρχαίας Ελληνικής Εθνικής παιδείας.

Γιάννης Στ Βέργος {Γορτύνιος}
10 06 2014

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου