Παρασκευή 17 Οκτωβρίου 2014

Οι Ερινύες- Ενοχές

Του Σωτήρα σήμερα!  
Μεγάλη γιορτή!... 
Χαρμόσυνα πρωί, πρωί χτυπάνε της εκκλησιάς  οι καμπάνες και καλούν όλους τους πιστούς Χριστιανούς, να πάνε στις εκκλησιές να προσευχηθούν. 
Ετοιμάστηκα και εγώ να πάω στην εκκλησιά να προσευχηθώ… 
Σήμερα που ανοίγουν τα ουράνια και είναι ανοιχτές περισσότερο από άλλοτε και του Θεού οι πόρτες… 
Να αγαλλιάσει η ψυχή μου… 
Να συγχωρεθούν οι αμαρτίες μου… 
Να ευχαριστήσω τον Θεό και τον Σωτήρα μας Χριστό, για την σωτηρία της ψυχής μας… 
Να προσευχηθώ, με κατάνυξη, ολόψυχα, ο Κύριος, περισσότερο από όλους τους άλλους, στους νέους να δίνει δύναμη, επιμονή και υπομονή, να καταφέρουν, να μπορέσουν, να βρουν ψωμάκι τίμιο,  για να φάνε… Σε εμάς τους μεγαλύτερους, να δίνει από λίγο, λίγο κουράγιο, να γαληνέψει η ψυχή μας, να πλημυρίσει την καρδιά μας από καλοσύνη… Από ομόνοια, από αγάπη…  
Κίνησα με ευχαρίστηση και μεγάλη προθυμία στην εκκλησιά να πάω. 
Δύο βήματα έκανα μπροστά και αμέσως δύο πίσω. 

Όλο και κάτι ξέχναγα και πάλι τα ίδια… 
Εγώ ήθελα να πάω μπροστά και κάτι με έσπρωχνε, με κράταγε προς τα πίσω… 
Κάνω τον σταυρό μου… Έλα  Παναγιά μου… Τι είναι και τούτο πάλι;… 
Κρύος ιδρώτας με έπιασε και περιέλουσε το πρόσωπό μου. Τα πόδια μου τρεμούλιαζαν από ακαθόριστο φόβο. 
Τι έχω;..Τι έχω;… Τι έπαθα;.. 
Τι τάχα έχω κάνει;… 
Ποιόν έχω βλάψει;.. 
Και μου παρουσιάζονται τέτοια πράγματα μέσα μου;.. 
Και τέτοια ημέρα;... 
Σε ποιόν κακομίλησα και έχω ενοχές;… 
Και ποιόν άθελά μου στενοχώρησα και δεν του ζήτησα συγχώρεση- συγγνώμη;.. 
Την περίοδο αυτή ήμουνα, σχετικά ήρεμος, συνταξιούχος τώρα, πολλά χρόνια από την δουλειά φευγάτος, για να έχω ειπεί σε υπάλληλο για την δουλειά πιεστική  κουβέντα, ούτε και να έχω στενοχωρήσει τώρα και της τράπεζας πελάτη… 
Τώρα ποιά δεν πιέζω κανέναν υπάλληλο, για να βγει η δουλειά, ούτε πελάτη  για το δάνειο που χρεωστά στην τράπεζα να εξοφλήσει… 
Σε κανένα τώρα δεν είπα κουβέντα… 
Αυτήν την κουβέντα που πολύ συχνά, πυκνά, έλεγα: 
Ότι, πρώτα-  πρώτα, από όλα, πρέπει να δίνουν, να δίνουμε, τα δανικά και μετά αν περισσεύουν να παίρνουνε να παίρνουμε τα απαραίτητα καλούδια για να φάνε, να φάμε… 
Δεν είχα τώρα λόγο, αυτό να το κάνω. Να κάνω τέτοιες κουβέντες και αυτές τις νουθετήσεις, για να πικράνω άνθρωπο… Και τότε που τις έκανα και πίεζα, με πίεζαν και εμένα άλλοι, οι πιο πάνω, οι εγκύκλιοι και οι στόχοι της διοίκησης, που αν δεν τους κατάφερνα να τους πραγματοποιήσω θα έπεφτα σε δυσμένεια και κατά εκλογή προαγωγή σε ανώτερο βαθμό και υπόληψη, κύρος, δεν θα είχα στην τραπεζική κοινωνία… 
Όλα κρινόταν τότε στην τράπεζα και στην κοινωνία, εκ του ήθους και του αποτελέσματος.. 
Η αποδοτικότητα και η αποτελεσματικότητα του κάθε ενός, μετριότανε και ανακοινωνότανε  με εγκύκλιο της τράπεζας, προς γνώση όλων… 
Έβγαινε εγκύκλιος ανακοίνωση της διοίκησης της τράπεζας, όπου ανακοινωνόταν η πορεία των αποτελεσμάτων κάθε καταστήματος, κάθε τομέα, κάθε υπηρεσίας… Υπήρχαν και συντάσσονταν κάθε χρόνο τότε, τα δελτία αξιολόγησης των υπαλλήλων, όλων των βαθμίδων.  Και γίνονται ανάλογα με την αποδοτικότητα του καθένα, οι κατ εκλογή προαγωγές των στελεχών και υπάλληλων  και ανάλογα οι δυσμενείς μεταθέσεις, λόγω μη επίτευξης των στόχων και αποτελεσμάτων… 
Αλλά τις συμβουλές και τις αυστηρές παρατηρήσεις μου,  και τότε ποιος τις άκουγε;… 
Σχεδόν κανένας… 
Με τα δανεικά  λεφτά οι άμυαλοι και τότε τρώγανε το ψωμί, με δανεικά πηγαίνανε για διακοπές, με δανεικά  μερικοί επιχειρηματίες, ανέβαιναν και προς τα ύψη της Πάρνηθας, για να πάρει το μυαλό τους αέρα… 
Και μετά τα ρίχνανε στον διευθυντή της τράπεζας, σε μένα, που οι δουλειές τους, δήθεν, δεν πήγαιναν καλά… Γιατί τάχατες, ήσαν ψηλά τα επιτόκια….  
Και εγώ τους έλεγα: 
Τα δανεικά λεφτά, τα παίρνουνε για δουλειά, να αυξήσουν την παραγωγή τους, να κερδίσουν, να πληρώσουν στην τράπεζα το κεφάλαιο και τους τόκους… 
Είναι αυτά τα δανεικά λεφτά, σαν τα κεφαλαιακά τα γιδοπρόβατα, που τα έδινε ο τσέλιγκας σε φτωχούς τσοπάνους  και σε ορισμένο χρόνο να του επιστρέψουν της ίδιας ηλικίας γιδοπρόβατα, [κεφάλαιο], και κάθε χρόνο μερικά αρνοκάτσικα από την γέννα τους,  το τυρί και γάλα [τον τόκο]. Και οι καλοί που τα φρόντιζαν από την γέννα, [παραγωγή] έφτιαχναν δική τους στάνη… 
Και αν κάπου- κάπου κανένας από τους τσοπάνηδες αθετούσε τον λόγο του ο αρχητσέλιγκας δεν του χαριζότανε… Τον άρχιζε στο στειλιάρι… Του έσπαζε τα παΐδια… 
Τους τα έλεγα αυτά, απλά, παραστατικά, καλά, όλοι να τα καταλάβουν,  πολύ καλά να τα εμπεδώσουν… 
«Κάλιο λόγια στο χωράφι παρά μάγκανα στο αλώνι…»  
Και τότε περιπαικτικά, μεταξύ τους, έλεγαν οι νεαροί υπάλληλοι  και μερικοί επιχειρηματίες, που δεν είχαν ιδέα από γιδοπρόβατα, χωράφια και αλώνια. 
Να τι λέει  αυτός  ο διευθυντής, ο τσέλιγκας…. 
Νομίζοντας πως δεν τους έπαιρνα χαμπάρι… Και αυτά τα σχόλια καθόλου δεν με ενοχλούσαν…
[ Και να είχα τώρα πεντακόσια γιδοπρόβατα και λιβαδότοπους, δεν θα νοιαζόμουνα για την κρίση… Θα ήμουνα αυτάρκης!...] 
 Με έμφαση τους τα έλεγα αυτά… Να τους καθίσουν στο μυαλό και εκεί να μείνουν… 
Αλλά… Και  αυτά, μήπως είναι  το κρίμα μου, που τώρα κρίνομαι; 
Πρώτα, πρώτα τους συμβούλευα, να πληρώνουνε τα δανεικά και μετά να βγάζουνε στην άκρη για τα αναγκαία τα έξοδα  της διατροφής και αφού βάλουνε κάτι παράμερα για την κακιά την ώρα, τότε αν περισσεύουν κοιτάνε για τα άλλα, τα παρέκει…. Της καλοπέρασης… 
Πρώτα, πρώτα από όλα  οι καλοί νοικοκυραίοι δίνουν τα δανεικά αλεύρια του γείτονα, πληρώνουμε τα δανεικά… Για να έχουμε υπόληψη και πίστη… Και αν είναι για την κατανάλωση, από τα δανεικά λεφτά, δεν τα ακουμπάνε, δεν τα αγγίζουμε καθόλου… 
Έτσι τους έλεγα και με αυστηρό το ύφος… 
Μήπως αυτό είναι τα αμάρτημά μου;… 
Και εφόσον είσαι βιοπαλαιστής, τον δρόμο, τους έλεγα, προς την Πάρνηθα, να τον βλέπεις, να τον αγναντεύεις από μακριά, και την κορυφή να την κοιτάς από αλάργα, μόνο με  τα κιάλια… 
Αλλά ποτέ, χρωστά, ή, δεν χρωστάς, και όσα λεφτά δικά σου και αν έχεις, σου λέω να μη τον περπατήσεις… Για αέρα μόνο μέχρι το τελεφερίκ σου επιτρέπεται να πηγαίνεις… 
Στο τελεφερίκ εκεί, μη ξεχαστείς και μπεις μέσα και σε ανεβάσει προς τα επάνω… 
Εκεί φυσάει αλλιώτικος αέρας και παίρνει και το μυαλό τέτοιο αέρα και μετά, ψάχνεις να το βρεις, δεν μπορείς να το συμμαζέψεις…. 
Τότε, τι θα κάνεις;… 
Έχουν τότε, ανοίξει πια  και οι ασκοί του Αιόλου…. 
Έτσι σε αυτά και στα άλλα, σκόρπησε και εμένα εκείνη την ώρα ο νους μου, χωρίς να μπορώ να τον συμμαζέψω… 
Μέσα μου ένοιωθα ακαθόριστες ενοχές… 
Είσαι, ένοχος, υποκριτής, Θεομπαίχτης και θέλεις σήμερα να πας στην εκκλησιά και ότι υπάρχουν εκεί μέσα να τα μολύνεις;… 
Θα πέσουν οι πολυέλαιοι, θα πέσουν τα μανουάλια… Σαν κάποιος να μου έλεγε… 
Δεν το έλεγε μία φορά, το επαναλάμβανε συνεχώς, μόλις πήγαινα να διαβώ την πόρτα του σπιτιού μου, όλο και σαν κάτι να με έσπρωχνε και με ξαναγύριζε προς τα μέσα… 
Έσφιξα τα χέρια μου νευρικά και είπα με σφιγμένα τα δόντια μου, όχι δεν θα περάσει του διαβόλου σήμερα τέτοια η μέρα που είναι… 
Βιαστικά διάβηκα την πόρτα… 
Που πάς;.. Που πάς;.. 
Σε ποιά εκκλησιά θα πας σήμερα;…  
Είσαι υποκριτής και αχάριστος… Μου λέει.  
Εγώ υποκριτής και αχάριστος;;; 
Κοντοστάθηκα και είπα: Αυτά, εδώ τώρα, είπα στο εαυτόν μου, δεν είναι τα έργα του διαβόλου… Είναι το κάτι άλλο…  Κάτι τρανό, κύριε, κάποια ζημιά μεγάλη έχεις κάνει, χωρίς να την έχεις πάρει χαμπάρι και δεν σε δέχονται  σήμερα, ούτε και της εκκλησιάς οι πόρτες… 
Σε ποια εκκλησιά σήμερα θα πας;… Έτσι, κάτι κάποιος  μου ψιθύριζε μέσα μου.  
Η ώρα πέρασε… Αν και δεν ήθελα η ώρα να περάσει… 
Η ώρα όμως πέρασε και πέρασε όπως φαίνεται του διαβόλου…  
Τα Άγια Άχραντα Μυστήρια αυτήν την ώρα θα είχαν βγει… 
Τι πας να κάνεις τώρα;… 
Τώρα είναι καθαρή υποκρισία είπα στην εκκλησιά να πας και μπήκα σιγά, σιγά συλλογισμένος στο σπίτι μέσα. 
Έφτιαξα καφέ,  τον πήρα με ένα ποτήρι νερό  αγάλια, αγάλια και τον ακούμπησα επάνω στο γραφείο μου και  με περισυλλογή μεγάλη έπεσα επάνω στην καρέκλα. 
Έπιασα το φλιτζάνι και ρούφηξα καφέ, τον καταπίνω. 
Μα και αυτός κάθισε στο καταπίτη και δεν κατέβαινε κάτω. 
Κόμπος είχε δεθεί στον λάρυγγα και η στενοχώρια μου μεγάλη. 
Πρώτη φορά μου συνέβη κάτι τέτοιο, να κινήσω να πάω κάπου, σε δουλειά και να γυρίσω πίσω… 
Και καλά σε ποια δουλειά πήγαινα και αλληκοτήθηκα;… 
Πού;.. Που;.. 
Στην εκκλησιά!!... Στην εκκλησιά!!.. 
Και του πέρασε… Δεν ξέρω ποιανού;;;…. 
Οπωσδήποτε, όχι σε εμένα… 
Το τάμα, το τάμα… Τόσο καιρό τώρα και δεν το έχεις φέρει και δεν το έφεραν και οι άλλοι… 
Ποιο τάμα;… 
Εγώ τάμα, δεν είχα κάνει κανένα.. 
Αλλά και ποίοι άλλοι;… 
Ρωτά τους δικούς μου μην είχαν κάνει κάποιο τάμα σε καμιά εκκλησιά του Σωτήρα και μου είπαν όχι… 
Όμως «Σε Άγιο μη τάζεις κερί και στο μικρό παιδί λουκούμι…» Έτσι έλεγε ο συχωρεμένος ο παππούς μου. Ο Άγιος το περιμένει και τρείς γενιές μετά…. Ο παππούς που ήξερε και πίστευε σε αυτά, χωρίς να μας  το έχει τάξει έφερνε κάπου, κάπου τότε τις γιορτινές τις μέρες ένα λουκουμάκι και το μοίραζε στα οκτώ εγγόνια του  και μας γλύκαινε την γλώσσα μας,  για να ξεχωρίζουν έλεγε αυτές οι γιορτινές ημέρες… Και εμείς τότε μικρά  παιδιά που δεν καταλαβαίναμε καλά, καλά όταν κτύπαγε η καμπάνα της εκκλησιάς περιμέναμε από τον παππού το ψιχουλάκι από το λουκουμάκι… 
Έτσι μπορεί να περίμενε και  ο Άγιος το ξεχασμένο τάμα, το κερί και το λιβάνι που  ίσως, του το υποσχέθηκα και το ξέχασα, δεν του το πήγα και τώρα μου έχει θυμώσει σαν το μικρό παιδί…  
Έπεσα όλη μέρα σε περισυλλογή και πέρναγαν  από τον νού μου πολλά γεγονότα και καλά και άσχημα… 
Τότε ήρθε και θυμήθηκε ο νους μου, αυτό που έλεγε ο παππούς:
 «Ο Άγιος καρτερεί περιμένει το κερί και το λιβάνι, το τάμα και τρεις γενιές μετά.»  
Αμέσως μετά καθάρισε ο νους μου. 
Ξέρω το τάμα, ξέρω το τάμα, το θυμήθηκα… 
Έχουν περάσει από τότε, δύο φορές, οι τρείς γενιές. 
Και το τάμα δεν πήγε… Δεν έγινε...
Οι οπλαρχηγοί του γένους, στο Σωτήρας μας Χριστό προσευχήθηκαν το δίκαιο να επικρατήσει και να τους βοηθήσει το Έθνος, το γένος των Ελλήνων να απελευθερώσουν και να  κατασκευάσουν στην Χάρη Του περίλαμπρο  το Ναό Του, στην πρωτεύουσα του ελεύθερου Κράτους… 
Αυτό είναι το τάμα του Έθνους!... 
Και εφόσον ανήκω και εγώ σε αυτό το Έθνος φαίνεται πως είναι και δική μου υποχρέωση, σε ότι μου αναλογεί… 
Αυτό θα είναι το κρίμα μου που με κρίνει…. 
Την βρήκα την αιτία και ηρέμησε ο νους μου… 
Και τρείς γενιές μετά, το περιμένει…  
Κατά καιρούς έγιναν προσπάθειες να πραγματοποιηθεί το τάμα του Έθνους. 
Έγινα έρανοι για το σκοπό αυτό, μαζεύτηκαν υλικά μέσα, χρήματα για να αρχίσει η κατασκευή του Ιερού Ναού του Σωτήρα. 
Νεαρός υπάλληλος τότε μου κράτησαν ατόφιο για το σκοπό αυτό ένα μισθό…. 
Αλλά Ναός του Σωτήρα μας  μέχρι τώρα δεν έγινε… 
Τα υλικά μέσα, τα χρήματα, για αυτό τον σκοπό δεν ξέρω τι απέγιναν… 
Ίσως να υπάρχουν, ίσως όμως να τα έφαγαν και αυτά οι φαταούλες… 
Μήπως έχω και εγώ ενοχές που δεν τους κατακρίνω… τουλάχιστον για αμέλεια;… 
Τους κατακρίνω… Είναι  κατακριτέοι οι αρμόδιοι, για να αλαφρώσει λίγο η ψυχή μου… 
Αλλά…Μήπως για αυτό όλοι μαζί, παπάδες, δεσποτάδες, λαός και κλήρος και ολόκληρο το Έθνος για αυτή την αχαριστία μας, για αυτήν την αθέτηση του Εθνικού μας λόγου, γι αυτό και τώρα όλοι μαζί 
φταίχτες και άφταιγοι ταλαιπωριόμαστε;… 
Δεν ξέρω… 
Και όπως τώρα λένε: 
Μήπως μας εγκατάλειψε στα παραπεταμένα και Αυτός ο Θεός και μας παίρνει τώρα ο διάβολος;;; Αλλά και αυτός  τώρα μας κατάλαβε καλά-καλά, ότι του ξεπεράσαμε και τα δικά του τα όρια και σαν τέτοιους μπαγάσιδες, μπαγαπόντηδες και σε αυτόν ακόμα λωποδύτες, λέει, τι μας θέλει;… 
Δεν μας θέλει…  
Και μας ταλαιπωρεί τώρα και αυτός περισσότερο από ότι του πρέπει;… 
Τώρα ας μας λυπηθούν και να μας συμπαρασταθούν, χωρίς να μας ξεσυνεριστούν, όλες οι υπέρτερες Θείες δυνάμεις… 
Τώρα το θέλουμε όλοι… 
Το έχουμε όλοι μας, και σαν Έθνος μεγάλη ανάγκη… 

Γιάννης Στ Βέργος{gortynios.isv}
06.08.2014

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου