Πέμπτη, 4 Ιανουαρίου 2018

Τα τότε... τα παλιά... τα ωραία!...


Γάμος μεγάλος, γλέντι τρικούβερτο έγινε στο χωριό.
Τσαχπίνης, ζωηρός ήταν ο γαμπρός, πανέμορφη, ανθηρή ήταν η νύφη.
Όμως, η νύφη, η τσουπίτσα (1) ήταν ορφανή και από μάνα και από πατέρα.
Ήταν και η φτώχεια στο σπιτικό της μεγάλη. Είχε όμως και μια στρίγκλα, κακιά μητριά, που τέτοια, δεν υπήρχε στον κόσμο άλλη...
Η τσούπα είχε περίσσια λεβεντιά και χάρη, καλόγνωμη ψυχή, καρδιά μεγάλη!...
Που τη θαυμάζανε όλοι, οι άλλοι...
Ήταν που της άξιζε, της έπρεπε για να μπει σε σπίτι, σε κονάκι, καλόγνωμο, γνωστικό, προκοπή για νάχει...
Όλοι οι συγγενείς της την είχανε, για του σογιού καμάρι, σε ομορφιά, φιλότιμο, αξιοσύνη, περπατησιά είχε με χάρη....
Μα πιότερο την αγάπαγαν οι συγγενείς από της μάνας της το σόι...
Της άξιζε η αγάπη τους, ήταν η τσούπα γλυκομίλητη, καλόγνωμη. με καλοσύνη.
Το όχι ποτέ τα χείλη δεν έλεγαν, ήταν πάντα πρόθυμη, είχε επάνω της το κάτι...
Ήταν με προκοπή γεμάτη!...
Τη λιμπίστηκαν τότε, αυτό το ωραίο το κορίτσι, το όμορφο τεφαρίκι, πολλοί νοικοκυραίοι στο χωριό, και όλοι οι συγγενείς, όλων των αγοριών, που τότε γαμπρίζανε και ήσαν έτοιμοι, ήταν και ο καιρός τους για το γάμο, σπιτικό να ανοίξουνε... Να φτιάξουν οικογένεια.
Όλοι τους μικροί, μεγάλοι, κρυφά και απόκρυφα, ακόμα και στα φανερά λέγανε: Έγινε η τσούπα δέκα εννιά χρονών, το δρόμο της πρέπει να πάρει, να μην την παραπάρουνε τα χρόνια...
Πατέρα, μάνα, αυτή δεν έχει να την φροντίσει και από προίκα, ούτε αδρομίδα(2). Όμως, την προίκα, τώρα η τσούπα την έχει επάνω της, να μην της πάει της κακοντέλας, της ορφανής, η ομορφιά της στράφι (3)...
Τότε, πολλοί, πολύ την ήθελαν στην οικογένεια τη δικιά τους για να μπει στη φαμελιά τους, το σόι τους περισσότερο να το ομορφύνει....
Έστελναν όλοι τους στη μητριά της, προξενιά, μα αυτή δεν ήθελε, δεν έδινε τη γνώμη της. Την τσούπα να παντρευτεί δεν την αφήνει.
Και όλο τρανές προφάσεις εύρισκε και την κακολογούσε....
Την έλεγε άπλυτη, άχρηστη, βοιδούρω (4).
Την έλεγε αξάγκληγη, λεούσο....
Δεν ξέρει αυτή, να υφαίνει, να ζυμώνει, να ψιλοκοσκινίζει, τα γίδια, τα πρόβατα, τη στάνη να βόσκει, να ταΐζει...
Δεν μπορεί να αρμέγει, να φτιάχνει τυρί, βούτυρο, γιαούρτι, σκουρκοφίνι (5)...
Να φέρνει από το αμπέλι, σύκα, σταφύλια στο κοφίνι...
Αυτή η κακιά μητριά, αυτά, τα τέτοια τους έλεγε και την κακολογούσε, την τσούπα δεν την αφήνει και όλο τους έλεγε, δεν ήρθε ακόμα ο καιρός της...
Να διώξει από το σπίτι τη δούλα που την είχε για δουλειά μονάχα;... Και μετά ποιος θα της κουβάλαγε μεγάλη τη ζαλιά (6), τα ξύλα για το φούρνο, για το τζάκι;... Να πυρώνεται το χειμώνα αυτή μονάχη;...
Την είχε αυτή, την ορφανή, για βόδι, για άλογο, για κολοβό γαϊδούρι..
Ο άρχοντας, ο νοικοκύρης του χωριού, στέλνει στη μητριά της προξενητάδες, χωρίς προίκα και προικιά την τσούπα την ζητάνε....
Της είπανε, πως ο άρχοντας συμπέθερος της δίνει και χίλια πεντακόσια γρόσια(7), για να της λυθεί, να της μαλακώσει η γλώσσα, για να ειπεί το λόγο τον καλό, το ναι, να δώσει την ευχή της... Και σαν κηδεμόνας τη συγκατάθεση της.
Και οι συμπεθεριοφτιάχτες, το συμπεθεριό, το συγκέσιο με το λέγε - λέγε και τα γρόσια, το έκλεισε και δώσανε το λόγο. Την τσούπα η μητριά της, τη συμφώνησε να την πουλήσει, χωρίς να τη ρωτήσει.
Αμέσως την καπάρωσε, το καπάρο (8) το πήρε, την τσούπα την έδωσε σαν να ήταν παλιό χάλκωμα... Και όλη η κουβέντα ήταν για το πάπλωμα...
Αμέσως μαθεύτηκε σε όλο το χωριό πως την περιστέρα την καπαρώσανε και την κακιά μητριά της, την καλοπιάσανε με φαγοπότι, με καλούδια τη χορτάσανε και μπόλικα γρόσια της τάξανε [δώσανε] και είπε το ναι...
Η περιστέρα, η πέρδικα, αλίμονο, τον μπούφο, τον κασιμόδο, το γιό του άρχοντα, για άντρα της να πάρει...
Ας ήτανε κακοζάκανος, ας ήταν σαν το απολειφάδι (9)...
Η τσούπα σαν το έμαθε βαριά της κακοφάνει, βουβός αναστεναγμός, σφίξιμο στην καρδιά την πιάνει.
Όμως δεν είχε άλλη επιλογή, τί να κάνει;
Κρυφά κάνει την προσευχή της, στην τρανή βρύση στην Αγία Παρασκευή, με τις γίδες στο βουνό που πηγαίνει να τις βοσκήσει και αυτά τα λόγια λέει:
- "Γλίτωσέ με Αγία μου Παρασκευή, από την κακιά μητριά μου και από την κακιά την ώρα. Άνοιξε τα ματάκια μου, το τί να κάνω η δόλια τώρα;...
Ποιο δρόμο για να πάρω;...
Άλλο συμβουλάτορα, προστάτη, από σε δεν έχω. Βόηθαμε Αγία μου Παρασκευή, να γίνω καλή νοικοκυρά, να βρεθεί ένα καλό παιδί στο δρόμο μου μπροστά μου, να ανοίξω το κονάκι μου, να κάνω καλό το κορονιό μου... Και θα έρθω, σαν αποχτήσω λάδι, στη χάρη Σου, τα καντήλια να Σου ανάψω..."
Όλοι όταν το έμαθαν αυτό το ανοσιούργημα, αυτό το συγκέσιο, αλαφιαστήκανε στο χωριό, βαριά τους κακοφάνει...
Τέτοια κοπέλα, τέτοια πανώρια ομορφιά, τέτοια περίσσια αξιοσύνη και χάρη, να πάνε όλα στράφι;...
Να γίνουν όλα μπούρμπερι, να γίνουνε όλα στάχτη;...
Την πούλησε η κακιά μητριά, για το κρασί, για το ρακί, αλίμονο, για δύο, τρία, δράμια χρυσάφι...
Οι οικογένειες οι καλές, που είχανε γιούς της παντρειάς, κάνανε συσκέψεις, οικογενειακά συμβούλια και μεγάλες αποφάσεις πήρανε την τσούπα για να κλέψουν, στο σπίτι τους για πάντα να την πάνε.
Και όλοι τους τότε λέγανε:
-Ο άξιος, ο αψύς και γρήγορος, αυτός θα την κερδίσει... Θα γίνει... Σαν τη βασίλισσα στο μελίσσι...
Ο γέρος πατέρας του λεβέντη, που τη λιμπιζότανε, την ήθελε, την είχε βάλει στο μάτι, αυτά τα έμαθε.
Σύναξε τα παιδιά του, τα αδέλφια του και όλη την φαμελιά του. Φώναξε και τα ξαδέλφια του, το σόι του, τους συγγενείς του, και εντολή τους έδωκε, όλοι αντάμα να βοηθήσουν και αυτός να τους σιγοντάρει, την τσούπα με εξυπνάδα, με λεβεντιά, να πάνε να την κλέψουνε, να την αρπάξουν, ωσάν ο Πάρις την Ελένη...
Πέντε ήσαν τα αδέρφια του γαμπρού και δέκα εφτά πρώτα ξαδέρφια και ολόκληρη σειριά από θείους, θειές, ξαδέρφες και ξαδέρφια, από το σόι της μάνα της, της ορφανής της τσούπας, που τον συμπαθούσανε τον νεαρό γαμπρό, ας ήτανε από φτώχεια....
Αλλά είχε πλούσιες τις άλλες χάρες...
Ήταν τσαχπίνης, ντόμπρος, φιλότιμος, εργατικός, με αστραφτερό το μάτι.
Την τσούπα εκεί στο χωράφι που έσκαβε και την μάνα Γή παρακαλούσε, να είναι καρπερή, ψωμάκι μπόλικο να της δώσει, την πείνα της να στομώσει, εκεί αυτή την ώρα, αυτή τη στιγμή, ξανάφανε από μακριά, επήγε και σίμωσε κοντά της, ο πρώτος ξάδελφος της και τον κασμά από το χέρι της, της τον πετάει και γρήγορα με το νεαρό το φίλο του, το γαμπρό, στο σπίτι της μάνας του, του πατέρα του, της θειάς της, την αδελφή της μάνας της, την πάει...
Εκεί της τα είχανε όλα έτοιμα, τις φορεσιές, του γάμου τα φορέματα, οι πρώτες ξαδέλφες της και η μοδιστρούλα η ξαδέλφη της, τη λούζει, την αλλάζει, τη χτενίζει, νυφούλα τη στολίζει!....
Σε λίγο φτάσανε με τα χρειαζούμενα και όλα του γάμου τα καλούδια, τα κανίσκια, (10)  όλο το σόι του γαμπρού, όλοι τους, κρυφά αρματωμένοι.
Ήρθανε, ο γάμος εκεί, στο σπίτι για να γίνει....
Αμέσως φωνάξανε τον παππά και παραγκολή του δώσανε μεγάλη, χωρίς καθυστέρηση άλλη, να φέρει γρήγορα τα στέφανα της εκκλησιάς και τα χρειαζούμενα της στέψης, εκεί μέρα καθημερινή μέσα στο σπίτι της θειάς της, το σπίτι να γίνει για λίγο η εκκλησιά, με το Θείο το Αντιμήνσιο (11) [ο Θεός είπανε: Είναι πανταχού παρών!...] να γίνει το μυστήριο, να γίνουν τα στεφανώματα... Έγιναν τα στεφανώματα, έγινε η χαρά, η μεγάλη!...
Οι περισσότεροι στο χωριό το ευχαριστήθηκαν, χάρηκαν με τη χαρά τους και πολλές ευχές τους δίνουν, να ζήσουν, να προκόψουν....
Όλοι τους, ο ένας, με τον άλλον, έλεγαν:
Γλίτωσε η κακοντέλα. η ορφανή, η άμοιρη, από την κακίστρα την μητριά και από τον κασιμόδο... Εδώ, τουλάχιστον θα φάει μια μπουκιά καλό-γλυκό ψωμί, και θα καλοπεράσει, από φαί-πιοτό και από μία καλή κουβέντα, του πεθερού και της καλής πεθεράς της την ορμήνια....
Με τις ορμήνιες, τις συμβουλές και τις καλές κουβέντες, καλή, προκομμένη, νοικοκυρούλα θε να γίνει...
Έγινε ο γάμος εκεί, με θρησκευτική ευλάβεια, κατά τη Χριστιανική παράδοση. Έγινε γλέντι, γάμος τρικούβερτος, αρνιά, τραγιά, ζυγούρια, (12) σφάξανε πολλά, κοντά μία στάνη, κρασί μπόλικο, καλό, αδειάσανε τα βαγένια!..
Όλο το Χωριό χορεύει!!!...
Η καταγγελία έγινε για την κλεψιά....
Χωροφύλακες έστειλαν και ήρθανε στο Χωριό από τη μεγάλη Χώρα, το νεαρό, το γαμπρό, να πιάσουν, στα σίδερα, στα κάτεργα να τον πάνε...
Η τσούπα ήταν μικρή, κατά το νόμο ανήλικη και ας ήτανε δεκαεννιά χρονών και έπρεπε τη συγκατάθεση, την έγκριση του κηδεμόνα της να έχει... Με λίγα λόγια έπρεπε να έχει της κακιάς μητριάς τη συγκατάθεση, τη σύμφωνη τη γνώμη....
Ο γέρος πατέρας του γαμπρού με το ποτήρι το κρασί γεμάτο και το μεζέ στο χέρι, τους αστυνόμους καλωσορίζει, τους το δίνει και τους λέει:
-Καλώς ορίσατε... Κοπιάστε στη χαρά μας...
Καθίστε ορέ λεβέντες μου, καθίστε ορέ παιδιά μου, από μεγάλη στράτα ερχόσαστε, να βάλτε μια μπουκιά στο στόμα σας, μία γουλιά κρασί να πείτε, για να μας χαιρετήσετε και να μας ευχηθείτε, να ζήσουν τα παιδιά μου, να ζήσουν τα νιογάμπρια και μετά να κάνετε τη δουλειά σας, κατά το πώς, σας παίρνει...
-Γάμος έγινε καλός, σε πεντάρφανη, φτωχιά, πεντάμορφη τσουπίτσα- κοπέλα... Και όχι κανένα κακό μεγάλο...[ Ο άγραφος, ανθρώπινος, ηθικός νόμος επέβαλε, και επιβάλει δεν έπρεπε, και δεν πρέπει καμία αρχή και εξουσία να επέμβει την ώρα της διαδικασίας του γάμου]
Οι αστυνόμοι επήρανε ένα μεζέ, ήπιαν και ένα ποτήρι κρασί, [έτσι το καλούσε η περίσταση] χαιρέτησαν και είπαν:
- Καλότυχα να είναι μπάρμπα τα παιδιά, τα νιογάμπρια, να ζήσουν πολλά παιδιά να κάνουν, να προκόψουν.
–Ευχαριστώ λεβέντες μου, και σε σας, αν είσαστε ανύπαντροι, καλή τύχη, με την ευχή μου, αν είστε παντρεμένοι, να χαίρεστε τη φαμελιά σας...
Και δεύτερο και τρίτο μεζέ, κρασί στο χέρι τους, τους το δίνει και μπόλικο μεζέ κρασί στην τάβλα (13) τους, τους αφήνει ....
Να φάνε, να πιούν και να χορτάσουν...
Έτσι γινότανε τότε στο χωριό, όταν γινότανε γάμος, ο ξένος, ο διαβάτης έπρεπε να φάει πρώτος να πει και να χορτάσει... Καθότανε αυτός στο πρώτο το τραπέζι με το σεβάσμιο γέροντα το νοικοκύρη!...
Έφαγαν, ήπιαν, ήρθανε στα κέφια. Φωνάξανε τη νύφη και το γαμπρό κοντά τους για να πάνε.
Πήγανε και αμέσως τη νύφη τη ρωτάνε.
- Τον θέλεις κόρη μου, κοπέλα μου, τσούπα μου αυτόν τον νεαρό, ή μήπως, ήρθε και σε πήρε, σε άρπαξε, σαν την πουλακίδα, την κότα, το γεράκι και σε έφερε εδώ μονάχη, με το ζόρι;...
Και αυτή η νυφούλα θαρρετά τους απαντάει, όπως την είχανε ορμηνέψει.
- Τον θέλω και εγώ από μόνη μου πήγα κοντά του, αμέσως μόλις μου κράζει, μου φωνάζει...
.- Ο Θεός, είπα τον έστειλε... Σαν τον Θεό Ερμή, μου μοιάζει...
-Πόσο χρονών είσαι;...
-Τώρα νομίζω πως έκλεισα τα είκοσι και μπαίνω στα είκοσι ένα.
Και αυτή ήταν μόλις δέκα εννέα...
Καλούν, φωνάζουνε το δάσκαλο και τον παππά αντάμα, για μάρτυρες και αυτοί ήσαν οι τοπικοί άρχοντες που ξέρουνε λίγα γράμματα με όρκο συνείδησης βεβαίωση δώσανε, όπως και την τσούπα είχανε ορμηνέψει. Και με μια φωνή και δυό τους, τους λένε:
-Πρέπει να είναι όπως και η τσούπα θα σας είπε και εμείς που την ρωτήσαμε, έτσι μας είπε, ότι είναι από είκοσι χρονών και βάλε...
Αν υπολογίσουμε, από τότε που θυμόμαστε που παντρεύτηκε η μακαρίτισσα η μάνα της και τη χρονιά που πέθανε ο πατέρας της, σωστά η τσούπα τα χρόνια της τα λέει...
Χαρτιά έμπιστα, εδώ σε τούτο το χωριό δεν υπάρχουνε, δύο φορές κάηκαν με τόσες συμφορές που μας έχουν βρεμένο, και τα άλλα εκεί μέσα που γράφανε, ποιος τους έδινε σημασία, ότι θέλουνε γράφουνε... Και λένε...
Τις τσούπες καθόλου δεν τις γράφανε, μήπως η τσούπα θα πάει φαντάρος, στο στρατό, να είναι καλά γραμμένη;....
Τώρα τα στέφανα γινήκανε, τα πράγματα είναι γινωμένα και πίσω δεν στρίβουν, όπως καταλαβαίνετε, δεν χρειάζονται τώρα περισσότερες κουβέντες, είναι ανώφελες...
Και τα άλλα... Όπως καταλαβαίνετε και καταλαβαίνουμε... Γινωμένα θα είναι...
Για γινωμένα πράγματα τώρα μιλάμε;...
Τώρα θα περιμένουν όλοι συγγενείς και φίλοι να γεννηθεί με το καλό το αγόρι... Περιμένουν το λεβέντη!...
Δεν βλέπεις εκεί τον μπάρμπα, τον παππού, που από τη χαρά του πως στρίβει το μουστάκι;...
Τί άλλο θέλουτε;...
Εμείς που ξέρουμε και δύο αράδες γράμματα από τους άλλους πάρα πάνω, ρωτάτε μας, τί άλλο θέλουτε να σας πούμε;
Τη δουλειά σας, εσείς καλά να κάνετε...
Ένα σας λέμε που τώρα στην περίσταση έχει και διάφορο καλό...
- Φάτε, πιέτε τώρα και γλεντάτε και στο καλό να πάτε...
Οι αστυνόμοι έγραψαν ότι έγραψαν, στα κιτάπια τους, έφαγαν, ήπιαν καλά, πήρανε και το πεσκέσι για το δρόμο, ένα μικρό ασκί κρασί και τις δύο τις σπάλες από το μουνούχι, το τραγί βρασμένο.
Χαρούμενοι τις ευχές τους έδωσαν και έφυγαν ευχαριστημένοι.
Πήγανε με την ευχή της Παναγιάς στις δουλειές τους...
Ήσυχους αφήσανε τα νιογάμπρια τους συγγενείς και φίλους, να χαρούν με τη χαρά τους!...
Ο γάμος έγινε καλός κατά τα έθιμα και τις παραδόσεις και τέλειωσε όπως πρέπει....
Σιγά – σιγά η κοιλίτσα της νυφούλας φούσκωνε, κρατούσε και έθρεφε μέσα της, όπως της λέγανε το λεβέντη, το αγόρι... Και όλοι την καμάρωναν και οι γριές ευχές της δίνανε πολλές και τη σιμώνανε και μαλακά της χάιδευαν την κοιλιά της και οι περισσότερες που ήσαν έμπειρες έλεγαν και η γιαγιά η μαμή η γριά δασκάλα σιγούλια-σιγούλια μυστικά της έλεγε, για να μην την ζηλεύουν οι άλλες γκαστρωμένες:
- Πως με σιγουριά μεγάλη, έχει το γιό...
Πρόσεχε, πρόσεξε, φυλάξου κόρη μου, και από φιλότιμο μην βάζεσαι σε βαριές δουλειές και σίγουρα, μα σίγουρα κουβαλάς το αγόρι...
Το ξέρω έχεις καλή πεθερά και εκείνη δεν θα σε αφήνει, αλλά μην κάνεις κόρη μου εσύ από το φιλότιμό σου, μόνη σου καμιά κουταμάρα και γίνει η ζημιά.... Πρόσεχε κόρη μου, πρόσεχε...
Και η τσουπίτσα, η νυφούλα, αφού της το είπε και η γιαγιά, η γριά δασκάλα, η μαμή, το έδεσε κόμπο στο μαντήλι, πως σίγουρα έχει το αγόρι...
Ήρθε ο καιρός της γέννας, την πιάσανε της γέννας οι πόνοι, γρήγορα φωνάξανε, καλέσανε τη γριά μαμή τη γριά δασκάλα, αυτή που ήταν ποιο καλή, ποιο έμπειρη από τις δύο άλλες να έρθει..
Αμέσως, όπως λένε, ας ήταν γριά, ήρθε σαν περδικούλα, μαζί με τα χρειαζούμενα για τη γέννα.
Φωνάξανε και για μεγάλη σιγουριά και τις άλλες δύο, τη γριά Παναγιωτήτσα και τη Μάρθα που ήταν πολύ νέα, για βοήθεια να έχει η γιαγιά η γριά δασκάλα, που ήταν τότε πολύ μεγάλη.
Όλες τους καλά, αρμονικά, μέσα στο σπίτι εκεί συνεργαστήκανε και άρχισε η διαδικασίας της γέννας. Με τις κατάλληλες μαλάξεις της γιαγιάς και τη βοήθεια από τις δύο άλλες, προβάλανε τα χεράκια του, το κεφαλάκι του, και άρχισε το παιδί να βγαίνει....
Και όλοι από μέσα τους λέγανε νάτο – νάτο, το αγόρι!!!
Βγήκε γερό καλό και ωραίο το παιδί...
Οι τρεις μαμές το κουμανταρίσανε το παιδί και άρχισε να κλαίει.
Δάκρυα χαράς κυλάνε από του γέρο παππού, του πεθερού της και της πεθεράς της, τα μάτια.
Νέα ζωή μπήκε φώλιασε μέσα στο σπίτι, καλοδεχούμενο, καλότυχο να είναι το παιδί, να μας ζήσει!.
Και η γιαγιά, η γριά δασκάλα η μαμή, σαν μεγαλύτερη και κατά το σεβασμό από όλες τις άλλες και την ηθική τάξη, είχε στα χέρια της το παιδί κουμανταρισμένο, το σήκωσε λίγο ψηλά στο ουρανό, και έκανε το σταυρό της, [Σημάδι που σήμαινε ότι το παιδί είναι του Θεού!...
Και ήταν το Θέλημά Του!...
Και δεν γεννιέται άνθρωπος χωρίς τη χάρη Του...
Τη Θεϊκή τη θέλησή Του!...
Δεν έγινε και ήρθε το παιδί, από τη δύναμη του ανθρώπου!!!... ]
Τότε και οι τρείς μαζί, με μια φωνή ευχήθηκαν και είπαν:
-Καλώς όρισε το παιδί, καλότυχο, να μας ζήσει το κορίτσι....
Είναι καλό, γερό, έχει όλα τα σημάδια του Θεού, πολύ όμορφη, της μάνας της θα μοιάσει!....
Και αποθέτει το παιδί, την τσούπα, το κορίτσι στο στήθος της μάνας, επάνω στην καρδιά της, για να συν ταυτιστούν οι χτύποι των δύο καρδιών, να παίρνουν ζωής χαρά, η μία από την άλλη....
Της νυφούλας, της μικρομάνας η μουρίτσα, στο άκουσμα κορίτσι, να μας ζήσει η τσούπα, η μουρίτσα της συνοφρυώθηκε, γιατί όπως της λέγανε όλοι και το είχε πιστέψει[ το είχε δεμένο καλά κόμπο στο μαντίλι, πως είναι αγόρι.]
Αμέσως την είδε η καλή της η πεθερά, σιμώνει και τη φιλάει και τα ασημικά της βάζει στη μάνα, στο παιδί, μαζί με τα φυλαχτάρια, την πλησιάζει και ο πεθερός της, τη φιλάει και τρία φλουριά χρυσά της δίνει και την εύχεται... Η γλυκόλογη, η γλυκομίλητη πεθερά της, το χεράκι της, της έπιασε και της λέει:
-Νυφούλα μου, παιδάκι μου, μην μου πικραίνεσαι και μη μου στενοχωριέσαι, όμορφη είναι η τσούπα μας και σου μοιάζει...
Για προίκα μην σε νοιάζει...
Θα την πληρώσουνε και θα την κλέψουνε σαν και σένα....
Σιώπα κόρη μου, σιώπα.
Εκεί γέλασαν τα χείλη της και χάρηκε η ψυχή της...
Και η πεθερά της, το χεράκι της, της το χαϊδεύει, γλυκά λογάκια της λέει:
- Της μικρομάνας, της καλομάνας το παιδί, το πρώτο, να είναι κορίτσι....
Και για σένα ήξερε- ξέρει ο Μεγαλοδύναμος, το τι κάνει...
Είσαι κόρη μου, πολύ καλή και σου έδωσε κορίτσι....
Πίσω έρχονται τα άλλα, τα αγόρια....
Στη στράτα περπατούνε θα φτάσουν και θα ερθούνε...
Που θα πάνε;...
Όλα θα γίνουν κόρη μου, όπως ο Θεός, ο Μεγαλοδύναμος τα θέλει.... Και ορίζει... Και εκεί θυμήθηκε η μικρομάνα, η τσούπα, την προσευχή, που τότε έκανε στην τρανή βρύση, στην Αγία Παρασκευή ...
Και από μέσα της και τώρα λέει:
-Δοξασμένος ο Θεός, δοξασμένο Το όνομά Του!...
Ας γίνει το θέλημά Του!...
Και ήρθε και πάλι η χαρά στα χείλη της άστραψε, έλαμψε το πρόσωπό της, όπως πρώτα... Και κοίταγε έκθαμβη το θαύμα του Χριστού στην αγκαλιά της, που βγήκε από τα σωθικά της!... Και με τα χέρια της κράταγε απαλά το μωρό της!... Σε λίγο οι νοικοκυρές την περιποιήθηκαν, τη λεχώνα, της ετοίμασαν για φαγητό, για την περίσταση, το κρεμμυδοζούμι. (14)
Της το έδωσαν σιγά-σιγά για να το πιεί, λίγο κρασί, κρεμμυδοζούμι,  να τονωθεί η καρδιά της, από την οδύνη, την ταλαιπωρία της γέννας, τα αίμα της να φτιάξει, να ανέβει ο αιματοκρίτης, να κατεβάσει στα στήθη της, μπόλικο για το παιδί, το μητρικό το γάλα!...
Η μικρομάνα, η λεχώνα με την καλή περιποίηση γρήγορα ανάρρωσε και της ήρθε μπόλικο, πλούσιο το μητρικό το γάλα και το μωρό το θήλαζε και έγινε χαρούμενο σωστό Αγγελούδι....
Δεν πέρασε ο χρόνος, αμέσως πήγαιναν για το αγόρι.
Ήταν σε όλους το μεράκι να μείνει το όνομα στο σόι...
Όμως και άλλη τσούπα αμέσως κάνει και με την ίδια διαδικασία που τώρα συνηθίσανε, πήρανε το κολάι...
Πέντε τσούπες με την σειρά, αραδιάζει...
Αλλά όλοι τους στο σπίτι ήσαν χαρούμενοι και κάτω δεν το βάζει...
Και δύο μαζί ελέγανε και χαρούμενα αποφασίσανε... Θα συνεχίσουμε....
Ο πεθερός της, αισιόδοξος, όλο χαρά γεμάτος με τα πολλά τα εγγόνια, έλεγε:
-Που θα πάει, θα λάχει και το αγόρι...
Και έφτιαχνε, και έστριβε, το τσιγκελωτό μουστάκι...
Τα όργανα να είναι καλά και τα κλαρίνα και άμα παίζουν τα βιολιά, καλός χορός θα γίνει....
Η πεθερά από κοντά με το ντάντεμα και όλο με το τραγούδι τα παιδιά μεγάλωνε και τη νυφούλα της ενθάρρυνε με τα καλά της λόγια...
Και άλλα, πολλά παιδιά να κάνει...
Οι τσούπες μας κόρη μου, είναι όμορφες αγγελούδια, είναι σαν τα λουλούδια, όπου είναι πολλές, είναι όμορφες, είναι ευλογημένες, σαν τις ελιές, τις ελίτσες θα γίνουν θα είναι προκομμένες...
Όπου είναι μία, είναι σαν κακομοίρα, είναι στα αζήτητα και πάντα εκεί μένει στο ράφι... Και βράζει – βράζει πλατοκούκια...
Και για το αγόρι μη νοιάζεσαι και μη στενοχωριέσαι, έτοιμα θα τα πάρουμε, λεβέντες θα είναι... Τους γαμπρούς εμείς θα τους διαλέγουμε... Παιδιά μας να γινούνε...
Αλλά όπου και να είναι, έρχεται, στο δρόμο είναι και το δικό μας παιδί, το αγόρι....
Το όνομα θα μείνει στο σόι...
Γέλα κόρη μου γέλα, την ευχή μου να έχεις και έλα σιμά μου να τραγουδήσουμε μαζί, εκείνο το τραγούδι.[Κορίτσια τί αγναντεύετε, κοπέλες τί κοιτάτε.....] Και να ευχόμαστε να είμαστε ούλοι καλά... Να χαίρονται οι φίλοι μας, να σκάσουν οι οχτροί μας, που θέλουν το κακό μας.
Εμείς το κακό κανενός δεν θέλουμε και για το καλό πασχίζουμε...
Την καρδιά μας, την ψυχή μας, καθαρή πρέπει να την έχουμε...
Όλα τα παιδάκια, του Θεού είναι και από τον Χριστό, είναι ευλογημένα.
Ο ήλιος, το πρωί για όλον τον κόσμο φωτάει...
Κάθε πουλάκι του Θεού, στον Ουρανό πετάει και με την τύχη του από κλαδί, σε κλαδί στέκεται, κουρνιάει....
Και έτσι συνεχίστηκαν του Έρωτα τα παιχνίδια και η διαδικασία της πλάσης, η δημιουργία...
Έφυγε ο νοικοκύρης του σπιτιού με το μουλάρι, στη Μεσσένεια πάει, να δουλέψει στις οικοδομές, να φέρει στο σπίτι λεφτά, προφαντά, η οικογένεια για να φάει.
Εκεί στη δουλειά που δούλευε, του πήγε το γράμμα, η γραφή και τα καλά μαντάτα, πως η κυρά του είναι και πάλι γκαστρωμένη... και ήσαν όλοι τους ευχαριστημένοι.
Εγέλασαν τα χείλη του και χάρηκε η καρδιά του, Το ευχαριστήθηκε η ψυχή του... Τάμα κάνει στην Παναγιά στο Χριστό και λέει βαριά κουβέντα:
Χριστέ μου!...Θεέ μου, Παναγιά μου!... Χάρισέ μου τώρα το αγόρι και για χάρη σας να σας χαρίσω [να ψοφήσει] την αράπω μου, το μουλάρι.
Ήρθε η εποχή της Άνοιξης, Μάης με τα λουλούδια της Φύσης και η κυρά του γέννησε και ήταν αγόρι!...
Αγόρι!...
Ήρθε η Άνοιξη, το καλοκαίρι, και μπήκε και έκατσε μέσα στο σπίτι!...
Θα συνεχίσει το σόι να υπάρχει...
Πήγε πάλι από κοντά, μήπως χαθεί το πρώτο και το άλλο το γράμμα και τη γραφή και το ίδιο καλύτερο μαντάτο, η περιστέρα γέννησε και έκανε το παιδί, [αγόρι] είναι όμορφο πολύ σαν ήλιος, σαν άστρι, σαν το φεγγάρι...
Ο Θεός, να μας το χαρίσει πάλι!...
Το τάμα που έκανε έπιασε, ήταν η ώρα ανοιχτή, και σε τρεις μέρες από τότε που έμαθε το καλό μαντάτο, ψόφησε το μουλάρι...
Η αράπο, το μουλαράκι, πάει...
Που ήταν συμπαραστάτης στις αγροτικές δουλειές, της ζωής τότε στο χωριό, της οικογένειας...
Ο νοικοκύρης είπε:
Δοξασμένος ο Θεός!...
Έτσι είναι... Η νομοτέλεια της Φύσης....
«Μια ζωή ήρθε και η άλλη ζωή φεύγει»
Το παιδί μεγάλωνε με χάδια, με καλούδια και σαν μεγάλωσε και ήρθε η ώρα του η γιαγιά και η μάνα του, το έλουσαν το στόλισαν και στο σχολειό στο δάσκαλο για γράμματα τον στέλνουν..
Έπαιρνε το παιδί, ο Άρης από ορμήνιες των γονιών και συμβουλές από τους δασκάλους και τα γράμματα τα πήγαινε φουσέκι.
Η μάνα του σιγούλια – σιγούλια τον ορμήνευε κι γλυκά λογάκια του λέει:
-Άρη μου παιδάκι μου, το πουλάκι σου, στον ύπνο σου, στο ξύπνιο σου, να μη το πολύ πιάνεις...
Να το πιάνεις μόνο όταν θέλεις την ανάγκη σου να κάνεις....
Μη το πιάνεις αγόρι μου, μη το μαραφουλάς, μη το κατσιάσεις...
Και σαν θα μεγαλώσεις κατσιασμένο δεν θα λαλεί και τι θα πας στη νύφη μεθαύριο όταν μεγαλώσεις;
Το πουλί που δεν λαλεί και θα είναι κατσιασμένο;...
Η νύφη, μεθαύριο που θα παντρευτείς, αν δεν λαλάει καλά το καναρίνι θα σε διώξει κακομοίρη...
Στους ρέχτες θα κοιμάσαι.
Πρόσεχε παιδάκι μου, πρόσεχε...
Άρη μου πρόσεχε και βάλε τα, αυτά καλά, μέσα στο μυαλό σου, κοντά στα άλλα και τα γράμματα που πρέπει να βάλεις.
Ο Άρης τα παραμύθια του παππού, τις συμβουλές της μάνας του και τις ορμήνιες της γιαγιά τις άκουγε, τις έβαζε καλά μέσα στο μυαλό του και με τη γιαγιά κάθε Σαββατόβραδο και κάθε γιορτή ανάβανε στο εικονοστάσι του σπιτιού, μαζί το καντήλι και κάνανε το σταυρό τους.
Και η γιαγιά του έλεγε:
-Να τα ματάκια της Παναγιάς, άμα κάνουμε ζημιά, Αυτή μας βλέπει...
Κοιτάζει ο Άρης στα μάτια την Παναγιά και Αυτή τον βλέπει!... Νομίζει πως το βλέμμα της, παντού τον ακολουθάει και πάντοτε τον προστατεύει!...
Ο Άρης με αυτές τις συμβουλές, το μικρό καναρίνι του απέφευγε στον ύπνο του, στο ξύπνιο του, να πιάνει, μόνο στην ανάγκη του όταν ήθελε να την κάνει.
Το παιδί σαν μεγάλωσε λιγάκι, με τα άλλα παιδιά τους συνομήλικους του, της γειτονιάς παραβγαλνόσαν ποιος θα φτιάξει, στο δρόμο, στο χώμα, με το κάτουρο τις καλύτερες ζωγραφιές, κεντίδια...
Η γιαγιά, με τον παππού, με γέλια και καλούδια, το εγγόνι τους ρωτάγανε...
Τί έγινε παιδάκι μου, άρχισε να κελαηδάει το καναρίνι σου;
Όχι, παππού δεν λαλεί καθόλου...
Πότε θα λαλήσει;
– Μη βιάζεσαι παιδάκι μου, δεν ήρθε ακόμα η Άνοιξη, όταν θα έρθει μόνο του θα κελαηδήσει και δεν θα σταματάει καθόλου και όλο θα σε ξυπνάει.... Και η γιαγιά γελάει... Και του λέει: Όταν ακούσεις τον κούκο να λαλεί την πέρα μεριά στου λαχταρί... Άρη μου, παιδάκι μου, ένα σου λέω: Να μην το πολύ πιάνεις το καναρίνι και μην το μαραφουλάς γιατί και η Παναγιά, που της ανάβουμε το καντήλι σε βλέπει, που κάνεις αμαρτία...
Και ήρθε η Άνοιξη, ήρθανε τα χελιδόνια, κελαηδάνε τα αηδόνια και το καναρίνι του, σταματημό δεν έχει, λαλά ει το πρωί, λαλά ει το μεσημέρι, λαλά ει και στον ύπνο του, τα ξημερώματα, κανά δύο ώρες νύχτα, να κοιμηθεί δεν τον αφήνει.... Δεν ξέρει το παιδί τί θα γίνει...
Ξύπνησε μέσα του η Άνοιξη της Φύσης και ποιος να την κρατήσει;
Ποιος μπορεί να σταματήσει, να ανθίζουν τα λουλούδια;
Άθελά του στον ύπνο του τα λούλουδα, τα άνθη της Φύσης χαϊδεύει ρουφάει το νέκταρ τους, μυρίζει το άρωμά τους και χαιρόταν η ψυχή του.
Ξύπνησε ο Έρωτας!...
Με τα παιχνίδια του, σε ησυχία δεν τον αφήνει...
Συχνά όταν θυμότανε τις συμβουλές της μάνας, τις ορμήνιες της γιαγιάς, ότι αυτό είναι και λίγο αμαρτία και η Παναγία βλέπει, τρεχάτος στα εικόνισμα πηγαίνει.
Ανάβει το καντήλι, τους Άγιους λιβανίζει...
Κακό να μην του κάνουν.
Συγχώρεση γονατιστός ζητάει και ο Άγιος τον συγχωράει και τον ευλογάει, καλός άνθρωπος να γίνει.
Αλλά, η Φύση, έχει δικούς νόμους και τερτίπια, ανεξάρτητα από τις θελήσεις των ανθρώπων, τη δουλειά της κάνει σε ησυχία τον Άρη μέρα – νύχτα δεν αφήνει... Και μια από τα ίδια...κάνει...
Πάλι γονατιστός στο αρχέγονο πάθος, ο Έρωτας του έφηβου, του Άρη στο εικονοστάσι, στους Αγίους, την Παναγιά παρακαλάει, πριν να αμαρτήσει, συγχώρεση ζητάει και αυτά τα λόγια λέει:
-Συγχώραμε Παναγίτσα μου και όλοι εσείς που με βλέπετε Άγιοι, τούτη τη φορίτσα θα κάνω την αμαρτία και άλλη φορά δεν την μετά κάνω...
Και πάλι στην αμαρτία έπεφτε και συνέχεια άναβε το καντήλι, συγχώρεση να παίρνει.
Οι Άγιοι,στο παιδί, έφηβος ήταν ό Άρης, όλοι αντάμα χατίρι δεν του χάλαγαν, του έκαναν κάθε φορά αυτής της αμαρτίας τη χάρη...
Οι τσούπες μεγάλωσαν με ηθικές αρχές όμορφες κοπελίτσες, έμαθαν αρκετά γράμματα.
Νωρίς- νωρίς τις ζήτησαν και παντρευτήκανε, η μία, κοντά την άλλη, χωρίς, στενοχώρια, νωρίς όλες!...
Η μια έγινε αυτό που της άρεσε από μικρή, αυτό που είχε μάθει, όταν βοηθούσε τη μάννα της, στο μεγάλωμα των αδελφών της, έγινε νηπιαγωγός, η άλλη δασκάλα, οι δύο καθηγήτριες και η μικρότερη, που δεν έβαζε γλώσσα μέσα της, έγινε δικηγόρος και την παντρεύτηκε εισαγγελέας...
Και το αγόρι, στο χορό που σέρνανε οι αδελφές του πιάστηκε να μάθει να χορέψει, και το χορό από κοντά ακολούθησε και το χορό της ζωής όλοι τους μαζί, καλά τον χόρεψαν, όλοι αγαπημένοι.
Βέβαια οι Θεϊκές δυνάμεις, τον Άρη που ανδρώθηκε, του τα συγχώρεσαν, τα παιδικά, τα εφηβικά του λάθη.
Προκοπή του έδωσαν μεγάλη.
Σπούδασε καλές σπουδές και έγινε καλός γιατρός, καθηγητής πανεπιστημίου. Έμεινε μεγάλο, περήφανο, όνομα στο σόι!... Όπως ό Μεγαλοδύναμος ορίζει!...
Όμως την αρχέγονη θέληση της Φύσης, ποιος μπορεί να τη δαμάσει, σε ποιόν του επιτρέπεται την ελευθερία να στερήσει, στα κάτεργα να φυλακίσει;
Τη δημιουργία από τη Φύση, την πλάση να καθυστερήσει;
Αυτή και στη φυλακή, στα κάτεργα να τη βάλλουν, την ανταρσία συνέχεια κάνει, αγαπάει τη ζωή, τη χαρά, δεν θέλει να πεθάνει.
Γιάννης Στ. Βέργος [ gortynios.isv ]
24.12.2017
Αφιερώνεται στους πατριώτες μου, που τότε, με τις δυσκολίες της ζωής, ανάθρεψαν την οικογένειά τους. Και τον θαυμασμό μου, σε όλους, τους τότε λεβέντες, που αν και ήσαν φτωχοί, ήσαν τολμηροί και έκλεβαν τις άξιες, όμορφες, χωρίς προίκα και προικιά, ορφανές κοπέλες...

Λεξιλόγιο:
(1) τσουπίτσα: μικρό κορίτσι.
(2) αντρομίδα: βαρύ μάλλινο ύφασμα που χρησιμοποιείται σαν σκέπασμα, πανωφόρι.
(3) στράφι: "πάω στράφι" χαμένος, αναξιοποίητος, σπαταλημένος.
(4) βοϊδούρω: γυναίκα σχεδόν χαζή, που συμπεριφέρεται σαν βόδι.
(5) σκουρκοφίνι: η Κολώστρα παρασκευάζεται μέ απλό τρόπο: Το Πρωτόγαλα βράζεται σε μεταλλικό σκεύος μέχρι να πάρει τη μορφή κρέμας. Σερβίρεται σκέτη ή μέ λίγη ζάχαρη.
(6) ζαλιά: το φορτίο που μπορεί κάποιος να ζαλωθεί, να μεταφέρει στους ώμους του.
(7) γρόσια: νόμισμα, ίσο προς το ένα εκατοστό της (χρυσής) λίρας διαφόρων κρατών (Τουρκίας ...
(8) καπάρο: είδος προκαταβολής που δίνεται για αγορά για συμφωνημένη αγοραπωλησία, η οποία συνήθως δεν επιστρέφεται, εάν ο αγοραστής αθετήσει.
(9) απολειφάδι: αποσάπουνο (κατ' επέκταση) απομεινάρι.
(10) κανίσκι: δώρο, ιδιαίτερα το γαμήλιο, παραδοσιακό δώρο. Το αρνί που προσφέρεται από φίλους ως δώρο για παραδοσιακό γάμο.
(11) ζυγούρι: πρόβατα από της ηλικίας των 4 - 6 μηνών μέχρι τη γενετήσια ωριμότητά τους τα μεν αρσενικά λέγονται ζυγούρια, τα δε θηλυκά ζυγούρες. 
(12) τάβλα: σανίδα (σχετικά χοντρή); τραπέζι (σχετικά χαμηλό και στενόμακρο).
(13) αντιμήνσιο: το ιερό πανί, που επάνω έχει του κεντημένη την εικόνα της Σταύρωσης της Ταφής και της ανάσταση του Κυρίου. Χορηγείται από το Πατριαρχείο και χρησιμοποιείται εις αντικατάσταση της Αγίας Τράπεζας, για την τέλεση της Θείας ευχαριστίας και των μυστηρίων, σε υπαίθριο χώρο.
(14) κρεμμυδοζούμι: ζουμί από βρασμένα κρεμμύδια, ήταν τότε τονωτικό φάρμακο.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου